Σ.Ν. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ: Γιατί σ’ εμένα;: Μια παρουσίαση

Σ.Ν. Φιλιππίδης
Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης
Τομέας Νεοελληνικών Σπουδών

 

Η συλλογή διηγημάτων Γιατί σε μένα; διαπνέεται από μια ευρύτερη θεματική συνοχή: το αντικείμενο όλων των διηγημάτων είναι η περίοδος της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα ή ορθότερα, ο αντίκτυπος που έχει η οικονομική κρίση. Αυτό θέλει να επισημάνει και ο τίτλος Γιατί σ’ εμένα; (Γιατί δηλαδή να συμβεί σε μένα αυτή η τραγική ανατροπή της τύχης μου, η ζωή μου να έρθει τα απάνω κάτω;) Η ποικιλία ωστόσο των χαρακτήρων της πρώτης ενότητας — πρώην δημοσιογράφοι, μια ηθοποιός, καταστηματάρχες και επιχειρηματίες, ένας αντικέρ, όλοι νυν άνεργοι και με χρέη, άντρες και γυναίκες, ηλικιωμένοι, μεσήλικες, νέοι — στοχεύει στο να δείξει ότι το πρόβλημα δεν είναι ατομικό, αλλά συλλογικό.
Εκτός από ένα διήγημα που διαδραματίζεται στην Κόρινθο, όλα τα πλασματικά γεγονότα της αφήγησης εκτυλίσσονται στην φανταστική πόλη της «Εσπερίας» (η οποία χαρακτηρίζεται ως «μεσαία πόλη της Δυτικής Ελλάδας» και που μάλλον είναι η Πάτρα) ή σε περιοχές γύρω της. Η επιλογή τού συγγραφέα όχι μόνο να μην χρησιμοποιήσει το πραγματικό όνομα της πόλης, αλλά ακόμα και να αποφύγει τη συνήθη τακτική των ρεαλιστών συγγραφέων να χρησιμοποιούν ονόματα τοποθεσιών, οδών, μνημείων, κλπ. προς επίτευξη της αληθοφάνειας, δείχνει ότι στόχος του είναι να παρουσιάσει την κρίση ως πανελλαδική.
Είναι σαφής η πρόθεση του συγγραφέα να κάνει πολιτική πεζογραφία αριστερής κριτικής τοποθέτησης όχι μόνο από αυτά που βάζει τους χαρακτήρες του να λένε, αλλά και από την επιλογή της ρεαλιστικής αναπαράστασης και των εκτενών διαλογικών μερών. Τα διηγήματά του ωστόσο δεν καταλήγουν να είναι προπαγανδιστικά κείμενα, αλλ’ αντιθέτως ο πολιτικός προβληματισμός και —κυρίως— η ανθρωπιστική διάσταση που εντόνως αυτά αποπνέουν, ανατρέπουν την πρόθεση τού συγγραφέα ή —εάν θέλετε— την ενισχύουν.

Θα ήθελα να επιμείνω σε αυτό το τελευταίο σημείο διευκρινίζοντάς το περαιτέρω. Ο Χριστόπουλος δεν προτείνει έτοιμες λύσεις στα κοινωνικά προβλήματα. Αφήνει κάποτε τους χαρακτήρες του να υπερασπίζονται πολιτικές απόψεις, προς τις οποίες προφανώς αντιτίθεται, δίχως ο ίδιος να αρθρώνει εύκολο αντιρρητικό λόγο (βλέπε —λόγου χάριν— τις συζητήσεις με τον Μωυσή Βενετόπουλο στην αντίστοιχη ενότητα). Και, όταν επισημαίνεται από κάποιους άνεργους ότι η ελληνική ή η ευρωπαϊκή πολιτική οδήγησε την Ελλάδα στην κρίση, περισσότερο εκφράζονται διαπιστώσεις και επισημαίνονται αλήθειες παρά υποδεικνύονται πολιτικές λύσεις. Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστόπουλος είναι αληθινός ρεαλιστής και όχι ένας συγγραφέας με ξύλινο λόγο.
Όπου η ανθρωπιστική διάσταση βρίσκεται στο προσκήνιο, ενώ η οικονομική κρίση αποβαίνει έμμεσος στόχος, είναι —κατά τη γνώμη μου— το καλύτερο σημείο των διηγημάτων. Θα φέρω για παράδειγμα διηγήματα που αναφέρονται σε πρόσφυγες, τους «ανεπιθύμητους». Είναι όλα γραμμένα σε τρίτο πρόσωπο, ο αφηγητής δηλαδή στέκεται στο βάθος.
Το πρώτο, «Τα χαμογελαστά κορίτσια», έχει ως ηρωίδες δύο Ρουμάνες, την Σίλβια και την Νάντια. Η Σίλβια χρωστά ακόμα χρήματα στους λαθρέμπορους που την έφεραν στην Ελλάδατο 1996, είναι άνεργη και εκείνοι την πιέζουν. Η φίλη της, που εργάζεται σε μπαρ, αδυνατεί να την βοηθήσει, γιατί με την κρίση το αφεντικό της τής έχει μειώσει απελπιστικά το μισθό. Η διήγηση επικεντρώνεται στη λεπτομερή εξήγηση του πώς η Νάντια κατέληξε να παίρνει ψίχουλα. Η απελπισία της μοίρας των δύο γυναικών που ήρθαν στην Ελλάδα για μια καλύτερη τύχη, βγαίνει αφενός μέσα από τη διήγηση της Νάντιας για τη βαθμιαία οικονομική κατάπτωσή της κι από τη σημασία που έχει ένα χαμόγελο που μπορεί ή δεν μπορεί να εκφράσει, όταν σερβίρει πελάτες· και αφετέρου, μέσα από την αδυναμία της Σίλβιας να βρει ένα γέρο ή μια γριά που θα έχουν ανάγκη περίθαλψης από μια φτηνή «λαθρομετανάστρια».
Το δεύτερο, «Κισμέτ παστουνβαλί», αναφέρεται στον Αλή, έναν Αφγανό περιστασιακό διερμηνέα της αστυνομίας της «Εσπερίας», που οι συμπατριώτες του θεωρούν προδότη («ρουφιάνο»), ενώ ο ίδιος —όπως ισχυρίζεται— προσπαθεί πάντα να βοηθήσει («—Δεν κάνω κακό. Καλό κάνω»). Η απελπισία του είναι η μοναξιά του, η πλήρης αποξένωση από τους συμπατριώτες του, την οποία αντιλαμβάνεται ως μοίρα του, «κισμέτ».
Θα ήθελα να συζητήσω ένα τουλάχιστον διήγημα από την πρώτη ενότητα, για να δείξω τη ρεαλιστική τεχνική τού Χριστόπουλου. Στο διήγημα «Είχα την επένδυση έτοιμη», ο κύριος χαρακτήρας είναι ένας 35ετής επιχειρηματίας που χρεοκόπησε. Ο συγγραφέας θέλει να μας παρουσιάσει το πώς βλέπει την κρίση ένας χρεοκοπημένος επιχειρηματίας. Αυτό ίσως θα μπορούσε να αναπαρασταθεί με ένα μονόλογο.  Κάτι τέτοιο, όμως, ούτε ενδιαφέρον θα είχε ως αφήγηση, ούτε αληθοφάνεια. Επιπλέον, θέλει να παρουσιάσει και τη δική του άποψη ως συγγραφέας, τουλάχιστον δευτερευόντως.
Ο επιχειρηματίας (Νίκος το όνομά του) εξηγεί ότι χρεοκόπησε εξαιτίας των υψηλών μισθών τού προσωπικού και των εργατικών διεκδικήσεων που μια αριστερή κυβέρνηση στηρίζει, αλλά η χαριστική βολή υπήρξε το ότι τού έβαλαν ένα υπέρογκο πρόστιμο για φορολογικές παραβάσεις· ότι εν συνεχεία, ενώ του είχε εγκριθεί η λήψη δανείου για την επιβίωση της επιχείρησης, και αυτό το σχέδιο ναυάγησε εξαιτίας των capital controls. Στον μονόλογό του καταφέρεται εναντίον της κυβέρνησης για τους υψηλούς μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, τα ωράρια κλπ., που κάνουν τους μισθοδοτούμενους του ιδιωτικού τομέα να έχουν παρόμοιες απαιτήσεις.
Στον μονόλογο αυτό δεν υπάρχει ούτε από το μέρος τού επιχειρηματία, ούτε από το μέρος τού φίλου του αναφορά, στο ότι και οι ιδιωτικοί υπάλληλοι και εργάτες πρέπει να ζουν σε ανθρώπινες συνθήκες· δεν υπάρχει αναφορά ότι εκείνοι οι οποίοι είχαν σπίτια, αυτοκίνητα, κότερα, καταθέσεις στο εσωτερικό, και κάποτε καταθέσεις και σπίτια στο εξωτερικό ήταν πάντα οι επιχειρηματίες και ποτέ οι εργάτες και οι υπάλληλοί τους. Ο Χριστόπουλος θέλει να αφήσει τον χρεοκοπημένο επιχειρηματία να μιλήσει, να παρουσιάσει τα γεγονότα της κρίσης από τη δική του σκοπιά. Θέλει εν ολίγοις «να μπει στο πετσί» του επιχειρηματία και να «μιλήσει» με τη φωνή εκείνου.
Αυτό είναι ρεαλισμός: δεν αφήνεις την ιδεολογία σου να καθορίζει την όραση της αναπαράστασης, αλλά «φωτογραφίζεις αντικειμενικά την εξωτερική πραγματικότητα». (Εννοείται ότι η «φωτογραφία» είναι πλασματική αναπαράσταση και όχι αναπαράσταση μιας ήδη υπάρχουσας πραγματικότητας.) Η φωνή τού αφηγητή-συγγραφέα παρεμβαίνει διακριτικά: αυτός πίνει τσάι, ο επιχειρηματίας —αν και χρεοκοπημένος και άνεργος— ουίσκι. Η φωνή αυτή επανέρχεται στο τέλος με την παράγραφο-κατακλείδα τού διηγήματος, που αξίζει να παραθέσω:
«Πλήρωσα το τσάι μου κι έφυγα με ένα ασήκωτο βάρος στο στήθος. Δεν ήθελα να ακούσω άλλο και δεν με ενδιέφερε η κατάληξη της συζήτησης. Δεν ήξερα αν ένιωθα έτσι από τον κυνισμό και την απελπισία τού Νίκου. Ή μήπως από τις ενοχές μου; Έπαιρνα μια ικανοποιητική σύνταξη. Και πια, χωρίς το άγχος και τα ρίσκα της δουλειάς, μπορούσα να ζω αξιοπρεπώς.»
Αυτό μόνο ένας ρεαλιστής συγγραφέας θα το έκανε: η ιδεολογία τού συγγραφέα-αφηγητή είναι διαμετρικά αντίθετη προς την ιδεολογία τού επιχειρηματία. Και όμως τον συμπονά ως άνθρωπος, ενώ συγχρόνως απορρίπτει τον κυνισμό του. Και το χειρότερο: μπορεί να έρθει στη θέση του και να διαπιστώσει την ορθότητα κάποιων από τα επιχειρήματά του. Και κυρίως να δει πού βρίσκεται εκείνος και πού βρίσκεται αυτός. Εάν εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με «πολυφωνική» αφήγηση αλά Ντοστογιέβσκι, έχουμε να κάνουμε με «ρεαλιστικό ανθρωπισμό».

Ο Χριστόπουλος αναπαριστά όλες τις δυνατές περιπτώσεις ανατροπής της τύχης λόγω της οικονομικής κρίσης. Αναδεικνύει τις επιπτώσεις της πολυετούς ανεργίας. Περιγράφει τις επιπτώσεις της στον ψυχισμό, στη σκέψη των χαρακτήρων του. Καταγράφει τις ελάχιστες πιθανότητες εξόδου από την κρίση που οι ήρωές του έχουν· κυρίως αναπαριστά την απελπισία τους, το αδιέξοδο. Ο στόχος μιας τέτοιας πεζογραφίας είναι να συγ-κινήσει τους αναγνώστες, να τους κάνει να συνειδητοποιήσουν τι βιώνουν οι άνεργοι, οι ανήμποροι, να τους κάνει να ταυτιστούν με εκείνους· επιπλέον, να παρακινήσει τους αναγνώστες όχι μόνο να σκεφτούν με μεγαλύτερη ευαισθησία το τί συμβαίνει γύρω τους, αλλά και να ενεργήσουν, τουλάχιστον όσοι από αυτούς είναι σε θέση να κάνουν κάτι, μικρό ή μεγάλο.

Το κείμενο γράφτηκε για την παρουσίαση του βιβλίου που έγινε στο βιβλιοπωλείο ΠΟΛΥΕΔΡΟ της Πάτρας την 25η Ιουνίου 2019

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: