«Ρομανό Τσορουπέ» (Τσιγγάνικη Φτώχεια) Εκδόσεις Ένεκεν, 2022

«Ρομανό Τσορουπέ» του Βασίλειου Χριστόπουλου

«Με μια γραφή ωριμότητας και σπάνιας ευαισθησίας ο Χριστόπουλος σκύβει και δίνει φωνή σε ένα από τα πιο δοκιμασμένα και τραγικά παραμελημένα μέλη της ελληνικής κοινωνίας. O Χριστόπουλος δίνει φωνή στους φτωχούς, στους ύστατους, στους ανέγγιχτους, στους «γύφτους», στους τσιγγάνους, στους Ρομά. Καθώς η κοινωνία μας δοκιμάζεται από την κρίση, όπου οι ανυπεράσπιστοι και οι ύστατοι είναι τα πρώτα και παντοτινά θύματα, ο Χριστόπουλος αρθρώνει τον λόγο της αυθεντικής λογοτεχνίας που υπερασπίζεται τον άνθρωπο». (Γιώργος Γιαννόπουλος, εκδότης).

Παραθέτουμε αποσπάσματα από τις εισηγήσεις Σίας Αναγνωστοπούλου, Νάντιας Κουλουμπή, Αργύρη Αρχάκη στο Πολύεδρο της Πάτρας στις 4 Ιούνη 2022.

Σία Αναγνωστοπούλου
(Βουλευτής Αχαΐας, τομεάρχης πολιτισμού Σύριζα)

Γνώρισα το συγγραφέα από το πρώτο του βιβλίο το «Κάτοικος Πατρών». Με το βιβλίο αυτό του 1998, ο Χριστόπουλος ανατρέπει όσα γνωρίζαμε μέχρι τότε για την ιστορία της Πάτρας. Την Πάτρα των εμπόρων, του αστικού πλούτου που συσσωρεύεται από το χρυσοφόρο εμπόριο της σταφίδας κλπ κλπ. Και μας υποχρεώνει να δούμε την ιστορία της πόλης, την πορεία της εξαστικοποίησης της Πάτρας από την αρχή. Από μια νέα οπτική γωνία, από τη σκοπιά ενός πάροικου, ενός παρία που αγωνίζεται να ενταχθεί μέσα στη νέα πόλη με τη γρήγορη ανοικοδόμηση, την ανάπτυξη και την τεράστια συσσώρευση πλούτου.
Μετά από 25 χρόνια, ο Χριστόπουλος έρχεται με το νέο του βιβλίο να κάνει αυτό που έκανε πάντα. Αυτή τη φορά ρίχνει το μεγεθυντικό του φακό σε άλλες σκοτεινές και άγνωστες γωνιές της κοινωνίας μας. Και μας υποχρεώνει να δούμε τους Τσιγγάνους και τις Τσιγγάνες της Πάτρας με άλλον τρόπο.
Η λογοτεχνική του μέθοδος είναι η ίδια. Βγάζει μέσα από το σωρό, ξεχωρίζει και μάς αναδεικνύει πρόσωπα, συγκεκριμένους ανθρώπινους χαρακτήρες.
Γιατί το πρώτο βήμα για να δει κανείς την πραγματικότητα μιας περιθωριακής ομάδας που βρίσκεται στην άκρη της κοινωνίας, στον σκουπιδοτενεκέ, θα έλεγα, της κοινωνίας, είναι να δεις, να ξεχωρίσεις πρόσωπα. Και κυρίως επιλέγει γυναικείους χαρακτήρες που είναι πιο σύνθετοι, πιο ενδιαφέροντες, γιατί οι γυναίκες Ρομά είναι επιφορτισμένες με την επιβίωση, με τη συντήρηση της λυμελούς οικογένειας.
Μέσα από τις ιστορίες τις οποίες μας διηγείται, παρακολουθούμε πώς τα πρόσωπα, άντρες και γυναίκες, μετεωρίζονται ανάμεσα στη σκληρή πραγματικότητα της αθλιότητας και σε ένα δρόμο χειραφέτησης μέσα στην κοινότητα κατ΄ αρχήν και στην κοινωνία στη συνέχεια. Εκεί ανακαλύπτει κανείς κοινά στοιχεία και από τη δική του ζωή και από τη ζωή των άλλων ανθρώπων, όχι κατ’ ανάγκην Ρομά.
Ο Χριστόπουλος μας αφηγείται τις ιστορίες του με έναν τρόπο λιτό, στακάτο, κάποιες φορές λυρικό, αλλά χωρίς συναισθηματισμούς και μελοδραματισμούς. Και αφήνει τον αναγνώστη να κρίνει μόνος του. Να ταυτιστεί, ή να μην ταυτιστεί. Να λυπηθεί για την αθλιότητα ή να θυμώσει για την κοινωνική αναλγησία μας.

Νάντια Κουλουμπή
(Γιατρός, Μέλος της Κίνησης Υπεράσπισης Δικαιωμάτων Προσφύγων και Μεταναστών /τριών Πάτρας)

Όταν διάβασα το βιβλίο του Χριστόπουλου, συνειδητοποίησα ότι άλλαξε ο τρόπος που θα βλέπω τους τσιγγάνους και τις τσιγγάνες από δω και πέρα. Όχι ως σύνολο, αλλά τον καθένα και την καθεμία ξεχωριστά. Το βιβλίο διηγείται ανθρώπινες ιστορίες, αντρών και γυναικών, βγάζοντας τους ανθρώπους αυτούς από το σωρό. Κάθε ήρωας, κάθε ηρωίδα, μέλος μεν της τσιγγάνικης φυλής, είναι ωστόσο μοναδικό πρόσωπο. Με τις σκέψεις, τις αγωνίες, τις επιλογές, το παρελθόν του. Ανασύροντάς τους από το σωρό – με τις ταμπέλες και τα στερεότυπα που συνοδεύουν κάθε «σωρό»- ο Βασίλης τους αναγνωρίζει ως ανθρώπους, φωτίζει χαρακτήρες με τους οποίους, εμείς οι μπαλαμιοί και μπαλαμιές, μπορούμε να ταυτιστούμε.
Να ταυτιστούμε με τη μάνα της 3ης ιστορίας που θέλει η κόρη της να ξεφύγει από τη μιζέρια μέσω της μόρφωσης. Ή να καταλάβουμε τον πατέρα που επίσης από τη μιζέρια θέλει η κόρη του να γλιτώσει, αλλά το μυαλό του φτάνει μόνο μέχρι τον καλό γάμο.
Να ταυτιστούμε με τον ηλικιωμένο πατέρα της 8ης ιστορίας που έχει αφιερωθεί στη φροντίδα του υστερημένου νοητικά γιού του.
Ή με το νεαρό πατέρα της 9ης ιστορίας που μένει άνεργος και ντρέπεται να ομολογήσει στην οικογένεια ότι έχασε τη δουλειά του, και ίσως χάσει και το σπίτι του.
Η δυνατότητα ταύτισης των αναγνωστών/τριών με τα πρόσωπα των διηγημάτων, κάνει αυτούς τους περιθωριοποιημένους, αφορισμένους κοινωνικά ανθρώπους, ορατούς. Αν τους νιώσουμε, τους βλέπουμε. Ο Βασίλης τους καθιστά αξιοπρόσεκτους. Και -ίσως- αξιοπρεπείς…
Έχει όριο όμως η ταύτιση. Το όριο είναι η φτώχεια, η αφάνταστη φτώχεια. Δεν είναι η ίδια η τσιγγάνικη ιδιότητα, η φτώχεια είναι που εξορίζει τους ανθρώπους από την ορατή κοινωνία, η φτώχεια της αστεγίας και της εξαθλίωσης, η φτώχεια που εξαναγκάζει σε παραβάσεις και παρανομίες.
Οι μισές ιστορίες είναι ιστορίες πνιγηρής φτώχειας. Η αφήγηση είναι ωμή, ρέει χωρίς ν αφήνει περιθώρια για εύκολους οικτιρμούς –προφανώς αυτή είναι η μαεστρία του Βασίλη- τα γεγονότα ξεγυμνωμένα, οι υλικές συνθήκες που διαμορφώνουν τον ήρωα (και όλους/ες μας) αποτυπωμένες ολοκάθαρα. Το ‘χει πει ο Μαρξ: Η κοινωνική οντότητα καθορίζει τη συνείδηση των ανθρώπων.
Μας προκαλεί, τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες, ο Βασίλης. Παίρνει τα στερεότυπα και τα βασανίζει. Όταν λοιπόν διαβάζουμε την ιστορία της τσιγγάνας που αποφασίζει, καθόλου εύκολα, να κάνει παιδί επ’ αμοιβή με πρόσφυγα προκειμένου ο τελευταίος να νομιμοποιηθεί ως πατέρας ελληνόπουλου (οι Τσιγγάνες είναι Ελληνίδες από το 1975), να προσέξουμε να μη την κρίνουμε με τη δική μας συνείδηση, αλλά με τη δική της, που έχει διαμορφωθεί από τελείως διαφορετικές συνθήκες.

Αργύρης Αρχάκης
(Καθηγητής Ανάλυσης Λόγου και Κοινωνιογλωσσολογίας, Πανεπιστήμιο Πάτρας)

Σε όλα του τα διηγήματα, ο Χριστόπουλος αναδεικνύει και με μαεστρία καταγγέλλει τον αποκλεισμό, την περιχαράκωση και την φτώχεια που βιώνουν οι Ρομά. Αναδεικνύει επίσης την έλλειψη εμπιστοσύνης των Ρομά προς τους/τις μπαλαμιούς/ές και τους θεσμούς τους. Αλλά και την έντονη επιφυλακτικότητά τους να συντονιστούν με την πλειονοτική προσδοκία της άνευ όρων αφομοίωσης.
Τα περισσότερα από τα εννιά του διηγήματα έχουν στο επίκεντρό τους απρόβλεπτους γυναικείους χαρακτήρες –σε κάποιους από τους οποίους επιλέγω να αναφερθώ στη συνέχεια. Χαρακτήρες που αιωρούνται σε αντιπαραθετικές παραδόσεις και ρόλους. Που δεν περιορίζονται σε μια ‘αυθεντική’ συντηρητικότητα, ούτε παραδίδονται αμαχητί στον πλειονοτικό, εκμαυλιστικό προοδευτισμό:
Οι Ρομά ηρωίδες του Χριστόπουλου ρηγματώνουν τα (διαποτισμένα με ρευστό ρατσισμό) ρομαντικά στερεότυπα υποτιθέμενης ελευθερίας και ανεμελιάς που κυκλοφορούν για τους Ρομά. Και τα οποία καμουφλαρισμένα κατορθώνουν τόσο την εδραίωση της υποτίμησης των Ρομά όσο και την απεμπλοκή ημών των πλειονοτικών από τις ευθύνες μας γι’ αυτούς/ές.

Ολοκληρώνοντας, μια παρατήρηση για τις γλωσσικές επιλογές του βιβλίου που μοιάζει με μωσαϊκό γλωσσικών πόρων: Ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην επεξεργασμένη κοινή νέα ελληνική. Αξιοποιεί επιπλέον στοιχεία από τον ‘χωριάτικο’ φωνηεντισμό (με στενώσεις και αποβολές άτονων φωνηέντων) μαζί με νοτιοδιαλεκτικά στοιχεία στις ρηματικές καταλήξεις των παρελθοντικών χρόνων και άκλιτους τύπους ονομάτων. Χρησιμοποιεί επίσης πολλές, μικρότερες ή μεγαλύτερες, φράσεις της ρομανί. Ως εκ τούτου, η γραφή του υπερποικίλλει γλωσσικά αποσταθεροποιώντας ευπρόσδεκτα την ομοιογένεια της εθνικής ‘μας’ γλώσσας.
Η κινηματική λογοτεχνία του Χριστόπουλου κινητοποιεί την ενσυναίσθηση αλλά και τη δράση μας και συμβάλλει σημαντικά σ’ αυτήν τη συνάντηση και την επαφή. Δεν είναι πιο βρώμικοι/ες από μας!

Advertisement

Μικρή ελεγεία για τη «Μήδεια» της Πάτρας Ρούλα Πισπιρίγκου

Αν η Ρούλα Πισπιρίγκου είναι πράγματι η δολοφόνος της 9χρονης κόρης της και τη θανάτωνε συστηματικά χορηγώντας της υψηλές δόσεις κεταμίνης… τότε, πώς και γιατί έφτασε σε αυτό το φρικτό έγκλημα;
Μόνο μια διαταραγμένη ψυχολογικά προσωπικότητα που ζει μέσα σε βαριάς μορφής ψυχώσεις (απώλεια επαφής με την πραγματικότητα, με παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις) θα μπορούσε να το κάνει. Και αυτό δεν χρειάζεται να μας το πει κάποιος ψυχολόγος.
Λέγεται πως σε μια ειδική περίπτωση ψύχωσης (Σύνδρομο Μινχάουζεν δια αντιπροσώπου -Munchausen syndrome by proxy), ο/η διαταραγμένος/η μέσα από την «φροντίδα» που προσφέρει σε άτομο που έχει υπό την ευθύνη του (παιδί, άτομο με αναπηρία, ηλικιωμένος/η κλπ) τού προκαλεί τεχνητά μια ασθένεια, έναν τραυματισμό ακόμη και το θάνατο. Γιατί; Προκειμένου να κερδίσει το ενδιαφέρον, τη συμπάθεια και τον οίκτο. Αυτά που κάποιος/α (ακόμη και η ίδια η κοινωνία) τού έχει αρνηθεί. Πρόκειται για ένα δυστυχισμένο άτομο που η ασθένειά του ανάγεται στα τραύματα της παιδικής ηλικίας του. Όσο κι αν παγώνει τα συναισθήματά του για να μην υποφέρει, στην πραγματικότητα είναι τραγικά μόνο και αβοήθητο.
Αναρωτιέμαι: Η γειτονιά της, το στενό οικογενειακό της περιβάλλον, πρωτίστως ο σύζυγος, το εργασιακό της περιβάλλον, η αθλητική της κοινότητα και στη συνέχεια, όταν άρχισε η «φροντίδα» του παιδιού μέσα στα νοσοκομεία, οι γιατροί, οι νοσηλευτές και νοσηλεύτριες, όλο το λεγόμενο κοινωνικό κράτος… κανείς δεν αντιλήφθηκε κάτι;
Η θεωρία λέει πως και αυτό κάποιες φορές μπορεί να συμβεί.
Αλλά το πιο πιθανό είναι να κυριάρχησε ο γνωστός «ωχαδελφισμός», το «εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα»; Όπως συχνά γίνεται όταν βλέπουμε έναν άστεγο, κάποιον που ψάχνει στα σκουπίδια ή γινόμαστε μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας κλπ.
Και όταν σκάει η βόμβα τότε μόνο η μικρή μας κοινωνία αφυπνίζεται. Όχι για να αναλάβουμε τις ευθύνες μας αλλά για να οδηγήσουμε τον/την δράστη στην πυρά της Ιερής εξέτασης.

ΟΙ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟΙ: Τέσσερα Διηγήματα για Πρόσφυγες και Μετανάστες

Περιέχονται στη Συλλογή διηγημάτων ΓΙΑΤΙ ΣΕ ΜΕΝΑ; του Βασίλειου Χριστόπουλου, Εκδόσεις Κέδρος, 2018

ASAD: Κατερίνα Χριστοπούλου

Τα χαμογελαστά κορίτσια
Οι δύο φίλες, η Σίλβια και η Νάντια, είχαν καιρό να
τα πουν. Εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα κάθονταν στο
στενό μπαλκόνι του υπερυψωμένου ισόγειου σπιτιού της
Νάντιας. Μετά βίας χωρούσε τις δύο καρέκλες τους και
ένα μικρό τραπέζι. Το μπαλκόνι βλέπει σε έναν στενό
ανηφορικό δρόμο, με μικρή κυκλοφορία. Η ώρα πλησί-
αζε εφτά, αλλά ήταν ακόμα μέρα. Είχε δροσιά και ήταν
ήσυχα.
Κρατούσαν από μια κούπα καφέ στο χέρι και συζητού-
σαν ανήσυχες.
– Ήρθαν και μου ζήτησαν να τους ξοφλήσω. Θυμήθη-
καν πως τους χρωστάω από το 1996, που μας έφεραν. Δεν
ξέρω τι να κάνω, είπε Σίλβια αναστατωμένη.
– Είναι πολλά;
– Κάπου τριακόσια ευρώ.
– Φιλενάδα, πολλά τα λεφτά, αλλά, αν έχεις, δώσ’ τα
να τελειώνεις.
– Πού να τα βρω, είμαι άνεργη εδώ και πέντε μήνες.
Δεν τα ξέρεις;
Η Νάντια έμεινε για λίγο σκεφτική, με τα μάτια κλει-
στά. Μετά, με φωνή μελαγχολική είπε:
– Ποιος να το φανταζόταν ότι εδώ στην Ελλάδα θα
είσαι άνεργη. Και δεν θα μπορείς να βρεις ούτε ένα σπίτι
να καθαρίσεις. Ούτε έναν γέρο, μια γριά να φροντίσεις.
Κοίταξε τη Σίλβια και της έπιασε τρυφερά το χέρι ενώ
συμπλήρωνε: Έπειτα από είκοσι ολόκληρα χρόνια.
– Μη μου τα θυμίζεις, ψιθύρισε τρομαγμένη η Σίλβια.
Είχαν πληρώσει ακριβά την κάθοδό τους από τη Ρου-
μανία. Είχαν συμφωνήσει να διαθέσουν τον εαυτό τους
επί έναν χρόνο στις απαιτήσεις του εργοδότη. Έναν ολό-
κληρο χρόνο δουλειάς, με μόνο αντάλλαγμα στέγη και φα-
γητό.
– Απ’ τον θεό να το βρουν, ψιθύρισε η Νάντια.
– Πώς τους εμπιστευτήκαμε; τα κουτορνίθια αναρωτή-
θηκε φωναχτά η Σίλβια.
– Ήμασταν δεκαοχτώ χρονών και πιστεύαμε πως φεύ-
γουμε από τη φτώχεια. Πως ερχόμαστε εδώ να φτιάξουμε
τη ζωή μας. Σκέψου, όμως, και τα άλλα κορίτσια.
– Λες να ’ναι καλύτερα που δεν είμαστε όμορφες; ρώ-
τησε η Σίλβια.
– Λέω, ναι. Σταθήκαμε τυχερές. Άλλο σεξουαλική εκ-
μετάλλευση κι άλλο εργασία τσάμπα σε ένα σπίτι ή σε ένα
εργοστάσιο, σχολίασε η Νάντια.
– Οι άλλες, όμως, είχαν κούτες τα ρούχα και τα εσώ-
ρουχα.
Η Νάντια την αγριοκοίταξε:
– Ναι, εσώρουχα για να διαλέγει ο πελάτης. Και κου-
τιά χάπια να μην καταλαβαίνουν. Ήθελαν τα κορίτσια να
είναι πάντα χαμογελαστά, μονολόγησε.
– Χαμογελαστά κορίτσια; ρώτησε η Σίλβια.
– Ναι, να χαμογελάνε στους πελάτες. Και με μέικαπ
να κρύβουν τα μαυρισμένα τους μάτια και μάγουλα. Τις
έδερναν κι από πάνω οι αθεόφοβοι. Και κουτιά παυσίπο-
να να μην πονάνε. Πονούσε όλο το σώμα τους. Μα, πιο
πολύ, μου έλεγε η Πέτρα, τη θυμάσαι την Πέτρα, πονού-
σε το μουνί τους.
– Ναι, δεν έμεναν με τη θέλησή τους. Να φύγουν ήθε-
λαν. Αλλά τις κρατούσαν με τη βία, σχολίασε η Σίλβια
και συνέχισε αναστατωμένη: Λες να κινδυνεύω κι εγώ;
Μήπως μπορείς να μου δανείσεις τριακόσια ευρώ εσύ,
που δουλεύεις ακόμα;
Η Νάντια δεν απάντησε, και έπεσε σιωπή. Είχε πια
νυχτώσει και το βλέμμα τους στράφηκε στον στενό δρό-
μο. Κάποιοι πρέπει να επέστρεφαν στο σπίτι τους. Άλλοι
από ολοήμερη δουλειά κι άλλοι από ολοήμερο ψάξιμο για
δουλειά, σκέφτηκε η Νάντια.
– Εγώ, ναι, δουλεύω ακόμα, απάντησε. Αλλά η δουλειά
μου, φιλενάδα, δεν είναι όπως την ήξερες.
– Τι άλλαξε;
– Παλιά, όταν κάποιος πελάτης εμφανιζόταν στο καφέ
κι έπιανε καρέκλα, έτρεχα να τον υποδεχτώ χαμογελαστή.
– Χαμογελαστή, είπες;
– Μου το είχαν ζητήσει τα αφεντικά. Άρεσε όμως και
σ’ εμένα. Του πρόσφερα ένα ποτήρι νερό και τον ρωτού-
σα τι θέλει. Τώρα, όμως, όλα άλλαξαν. Δεν πρέπει να χα-
μογελάω, είπε η Νάντια κλείνοντας τα μάτια της.
– Τι έγινε; ρώτησε ανήσυχη η Σίλβια.
Η Νάντια δεν απάντησε. Ακούμπησε στο σιδερένιο κά-
γκελο, σαν κάτι να έψαχνε. Κάποιος ηλικιωμένος ανέβαι-
νε αγκομαχώντας τον ανήφορο. Τον συνόδευε μια ώριμη
γυναίκα από την πατρίδα, γνωστή τους. Η γυναίκα έριξε
μια ματιά στο μπαλκόνι τους και σήκωσε το χέρι της. Οι
δύο φίλες ανταπέδωσαν. Δύο κορίτσια κατέβαιναν τριπο-
δίζοντας σαν νεαρά πουλάρια. Η μικρή νεραντζιά μπρο-
στά στο μπαλκόνι ήταν γεμάτη άνθη και αζήτητους καρ-
πούς. Οι καρποί είχαν αρχίσει να σαπίζουν και λίγοι λίγοι
έπεφταν στο πεζοδρόμιο και στον δρόμο.
Ήπιε μια γουλιά καφέ και άναψε τσιγάρο. Τράβηξε,
έβηξε και ξεκίνησε:
– Το μαγαζί, φιλενάδα, έχει προβλήματα. Πριν από
μέρες ήρθε η ΔΕΗ – είχε απλήρωτους λογαριασμούς –
και του έκοψε το ρεύμα. Για μία ακόμη φορά έτρεχε σε
γνωστούς, να γίνει επανασύνδεση και ευνοϊκός διακα-
νονισμός. Αμέσως μετά με φώναξε και μου είπε πως δεν
βγαίνει. Από τετρακόσια μπορούσε να μου δίνει τριακό-
σια είκοσι, δηλαδή ογδόντα ευρώ τη βδομάδα, χωρίς υπε-
ρωρίες. Και ασφάλεια part time, τρία ένσημα τη βδομάδα.
Σκέφτηκα εσένα, φιλενάδα, και δέχτηκα. Αλλά το επόμε-
νο Σάββατο, που ζήτησα τα ογδόντα, μου έδωσε σαράντα.
«Γιατί σαράντα, κύριε Βασίλη;» «Γιατί σήμερα δεν πιάσα-
με ούτε εκατό», με αποπήρε. Το μεθεπόμενο μου έδωσε
πάλι σαράντα. Όταν ζήτησα ολόκληρο το ογδοντάρι και
κάτι από τα προηγούμενα μου έβαλε τις φωνές. Φιλενά-
δα, για πρώτη φορά έχασα την ψυχραιμία μου. Χωρίς να
το πολυσκεφτώ, πέταξα τα κλειδιά και του φώναξα: «Δεν
ξανάρχομαι, και φροντίστε να με ξοφλήσετε».
– Είσαι δυνατή, πάντα το έλεγα, μίλησε με θαυμασμό
η Σίλβια.
Η Νάντια έσβησε το τσιγάρο, την πείραζε στον λαιμό,
και συνέχισε:
– Ύστερα από μία βδομάδα πέρασα να ζητήσω τα λε-
φτά μου, είχα ξεμείνει. «Σε συμβουλεύω να ξανάρθεις»,
μου είπε και συμπλήρωσε: «Αν δεν θες να ψοφήσεις της
πείνας. Αν φύγεις, δεν πρόκειται να βρεις πουθενά δου-
λειά». Πριν προλάβω να καταλάβω αν αυτό ήταν απειλή
ή απλή προειδοποίηση, συμπλήρωσε: «Όπως εσύ θέλεις
να φύγεις, το θέλω κι εγώ». «Μα γιατί θέλετε να φύγω; Τι
παράπονο έχετε;» ρώτησα. «Γιατί με ρουφιανεύεις», απά-
ντησε. Έμεινα άφωνη. «Με ρουφιανεύεις, και μάλιστα σε
καλούς πελάτες», επέμεινε.
– Τι σημαίνει «ρουφιανεύω»; ρώτησε η Σίλβια.
Η Νάντια την αγνόησε. Στράγγιξε το φλιτζάνι του
καφέ και συνέχισε:
– Ήταν κόκκινος, τα μάτια του είχαν αγριέψει, φο-
βήθηκα, έβαλα τα κλάματα. «Λοιπόν, αν αποφασίσεις να
μείνεις, μακριά από φίλους και πελάτες». «Δηλαδή, τι πρέ-
πει να κάνω;» ρώτησα. Και τι μου είπε, φιλενάδα; «Απα-
γορεύεται να χαμογελάς». Αυτό μου είπε. «Απαγορεύεται
να χαμογελάω; Μα εσείς μου το είχατε ζητήσει». «Τότε
ήθελα χαμογελαστά κορίτσια, τώρα δεν θέλω. Δέχεσαι;»
– Χαμογελαστά κορίτσια κι αυτός, ε; ψιθύρισε η Σίλ-
βια.
– Σκέφτηκα εσένα, φιλενάδα, και είπα «δέχομαι».
Από ένα μικρό μπουκάλι νερό που είχε στα πόδια της
έριξε λίγο στο φλιτζάνι του καφέ. Το κούνησε και το απο-
στράγγισε. Μετά συνέχισε σαν να μονολογούσε:
– Παλιά, όταν κάποιος πελάτης εμφανιζόταν κι έπιανε
καρέκλα, έτρεχα με χαμόγελο να του προσφέρω ένα πο-
τήρι νερό και να τον ρωτήσω τι θέλει. Τώρα προσπαθώ να
μη χαμογελάω, να μην απαντώ σε ερωτήσεις. Καταλαβαί-
νεις γιατί. Η μία κουβέντα φέρνει την άλλη, και μπορεί να
μπλέξω, να χάσω τη δουλειά μου.
– Δεν τα γνώριζα όλα αυτά. Δηλαδή, δεν ευκολύνεσαι
για τα τριακόσια, ψιθύρισε ανήσυχη η Σίλβια.
– Δεν έχω. Και ήταν ευκαιρία τώρα να τους τα δώσεις
να τελειώνεις. Στενοχωριέμαι. Περισσότερο, όμως, που
δεν έχεις καθόλου δουλειά. Έστω και κακοπληρωμένη.
Έστω σαν τη δική μου. Ποιος να το φανταζόταν είκοσι
χρόνια μετά πως θα σου συμβεί κάτι τέτοιο. Τέτοια ατυ-
χία, φιλενάδα. Να μην μπορείς να βρεις έστω έναν γέρο,
μια γριά.

Moving out: Ζωγραφική, Κατερίνα Χριστοπούλου

Κισμέτ Παστουνβαλί
Ο Αλή βρίσκεται για πέμπτη φορά κρατούμενος στη
Γενική Ασφάλεια Εσπερίας. Όπως και τις άλλες τέσσε-
ρις, όλα τα παιδιά γύρω είναι γνωστά. Είναι σχεδόν φίλοι
του. Με τα περισσότερα ζουν εδώ και χρόνια στον καταυ-
λισμό δίπλα στο ρέμα του Γύφτου ή Διακονιάρη.
Είναι ακόμα πρωί, και, πριν σφίξει η ζέστη, τα παιδιά
εκμεταλλεύονται την πρωινή δροσιά να κερδίσουν λίγες
ώρες ύπνου. Όλοι κοιμούνται, εκτός από τον Αλή. Θέλει
να μείνει ξύπνιος, να σκεφτεί το κισμέτ του.
Καθισμένος πάνω σ’ ένα χαμηλό ξύλινο κασόνι, ακου-
μπά την πλάτη του στον τοίχο. Τον βασανίζει ο τρόπος
με τον οποίο ο Αλλάχ αποφασίζει τη ζωή τους.
Βγάζει από την τσέπη του ένα νόμισμα, το κοιτά προ-
σεκτικά και από τις δύο όψεις και το πετάει στριφτά προς
το ταβάνι.
– Κορόνα ή γράμματα; Κορόνα, ρωτά και απαντά ο
ίδιος.
Καθώς το νόμισμα πέφτει, το πιάνει στη χούφτα του
αριστερού χεριού του ενώ με το δεξί το σκεπάζει. Μέσα
στο μισοσκόταδο σκύβει με αγωνία και προσπαθεί να δει
πώς έπεσε.
– Γράμματα, πφφ, κάνει απογοητευμένος.
Γεμάτος απορία κοιτά ψηλά στο ταβάνι, εκεί που πέ-
ταξε το νόμισμα. Ψιθυριστά μονολογεί:
– Πώς το γράφεις το κισμέτ μας, Αλλάχ Μωχαμέτη
μου; Να γίνει έτσι κι όχι αλλιώς; Πώς παίρνεις τις απο-
φάσεις σου; Γιατί κάποιους τους σβήνεις από το τεφτέρι
σου; Γιατί τους αφήνεις να χαθούν; Μήπως αποφασίζεις
στην τύχη; Σαν το μεταλίκι που πετάμε στον αέρα και
πέφτει όπως λάχει;
Προσπαθεί να κατανοήσει το μυστήριο της ζωής, της
ζωής του καθένα, της δικής του ζωής, και συνεχίζει να
μουρμουρίζει:
– Δηλαδή ο Αλλάχ πετά το μεταλίκι στον αέρα. Και
μετά ό,τι καθίσει. Στον ένα κάθεται κορόνα και στον άλλο
γράμματα. Τώρα που είμαι κρατούμενος, να ’ναι αυτό το
κισμέτ; Αυτό που μου έγραψε ο Αλλάχ εδώ πάνω στο μέ-
τωπό μου; Ή μήπως είναι απόφαση του κύριου Λεωνίδα;
Ο Αλή βάζει το νόμισμα στην τσέπη του. Αφήνει το
βλέμμα του να περιφέρεται πάνω στους κοιμισμένους συ-
ντρόφους του, περίπου είκοσι άτομα. Είναι σχεδόν όλοι
Αφγανοί. Ξαπλωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο πάνω στο
τσιμέντο. Με τα ρούχα τους, όπως ακριβώς τους συνέλα-
βαν. Λίγοι φρόντισαν να έχουν μια κουβέρτα μαζί τους.
Και όποιος έχει τη μοιράζεται με άλλους δύο. Το φως,
όπως μπαίνει από τους τρεις φεγγίτες που βρίσκονται
ψηλά, φωτίζει αμυδρά τα ξαπλωμένα κορμιά. Τα στήθη
τους πάλλονται έντονα από τη βαριά ανάσα τους. Με-
ρικοί ροχαλίζουν ελαφριά. Τα πρόσωπά τους γυαλίζουν
από τον ιδρώτα που τα καλύπτει. Κάποιοι χαμογελούν.
Πρέπει να βλέπουν ευχάριστο όνειρο. Ο Αμίν, ξαπλωμέ-
νος στην άκρη δίπλα στον τοίχο, βγάζει βογκητά μαζί με
ακατάληπτες κραυγές. Πρέπει να βλέπει εφιάλτη.
Οι περισσότεροι, όπως κι αυτός, είναι Παστούν σου-
νίτες από τον βορρά του Αφγανιστάν. Τους συνδέει το
παστουνβαλί και ο ίδιος τους αισθάνεται αδέρφια. Αλλά
και τους άλλους, που είναι Χαζάροι σιίτες, ακόμη και τους
Κιαφίρ, πάλι αδέρφια τους νιώθει. Όλοι είναι διωγμένοι
από τον πόλεμο. Μεγάλωσαν στον δρόμο, στη θάλασ-
σα, σε στρατόπεδα και καταυλισμούς. Κανταχάρ, Χεράτ
στο Αφγανιστάν. Τσαμάν στο Πακιστάν. Μετά Βηρυτός,
Ισμίρ, Ιστανμπούλ, Σάμος. Μέχρι που έφτασαν στην
Εσπερία.
Ο Αλή ξαπλώνει στο τσιμέντο. Δεν έχει κάτι να στρώ-
σει από κάτω. Ανεβάζει τα πόδια του πάνω στο κασόνι
και βολεύεται όσο μπορεί καλύτερα. Θέλει να ησυχάσει,
αλλά οι σκέψεις δεν τον αφήνουν και ο μονόλογός του
συνεχίζεται:
– Καθένας τους και μια μεγάλη ιστορία. Τους ντόπιους
όμως δεν τους ενδιαφέρει να μας ρωτήσουν. Για τους ντό-
πιους οι Αφγανοί είναι χωρίς παρελθόν. Κανείς δεν ρω-
τάει: «Από πού είσαι; Γιατί έφυγες; Πώς κατάφερες και
έφτασες μέχρι εδώ;» Οι ντόπιοι ποτέ δεν μας ρωτούν, και
εμείς πιστεύουμε πως μας οδηγεί μόνο το κισμέτ. Αυτό
μας έσπρωξε στη μεγάλη περιπέτεια, στην ατέλειωτη πο-
ρεία μας. Σαν η ζωή να προχωράει χωρίς δικές μας απο-
φάσεις. Σαν το παρόν και το μέλλον μας να μην είναι δικά
μας. Σαν η ίδια η ζωή μας να μην είναι δική μας. Να χα-
ράζεται πάνω στη γη χωρίς τη δική μας βούληση.
Μέσα στο μισοσκόταδο ο Αλή ξαναθυμάται τη ζωή του
και την πολύχρονη διαδρομή του από το Αφγανιστάν μέ-
χρι την Εσπερία. Από το 2001, που ήταν παιδί δώδεκα
χρονών, δεν θυμάται τίποτε άλλο παρά πόλεμο και προ-
σφυγιά. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, όταν η Βόρεια Συμ-
μαχία άρχισε τον πόλεμο στους Ταλιμπάν, οι Παστούν
του βορρά, της Μαζάρ-ι-Σαρίφ, βρέθηκαν σε δύσκολη
θέση. Κυνηγημένοι άρχισαν να κατεβαίνουν μέσα από τα
βουνά Ίντου-Κουχ στον Νότο. Εκτός από τη Συμμαχία,
τους κυνηγούσαν οι φυλές των Ουζμπέκων και των Τα-
τζίκων. Τους κατηγορούσαν ότι τα προηγούμενα χρόνια
είχαν υποστηρίξει τους Ταλιμπάν. Στην αρχή βρήκαν
καταφύγιο στα στρατόπεδα του Πακιστάν. Και όταν το
Πακιστάν έκλεισε τα σύνορα και άρχισε να συζητάει για
επαναπατρισμό, δεν είχαν πια άλλο δρόμο. Ξεκίνησε η
μεγάλη φυγή. Από κει και έπειτα ο Αλή ήταν στους δρό-
μους, μέχρι το 2008. Τότε έφτασε στην Ελλάδα.
Στην Ελλάδα κατάφερε να μάθει ελληνικά. Και τώρα
εργάζεται σαν μεταφραστής της αστυνομίας. Κερδίζει κά-
ποια χρήματα. Άλλοτε είκοσι ευρώ, άλλοτε τριάντα. Η
αστυνομία τού πήρε και κινητό τηλέφωνο, να μιλάει με
τον διοικητή, τον κύριο Λεωνίδα. Του ζητούν όμως συ-
νέχεια να μαθαίνει και να δίνει πληροφορίες. Γι’ αυτή τη
δουλειά που κάνει ξέρει καλά πως οι πατριώτες του δεν
τον εμπιστεύονται. Τον κατηγορούν. Και αυτό τον πλη-
γώνει. Γιατί ο Αλή, όσο μπορεί, βοηθάει. Όταν εξετά-
ζονται οι αιτήσεις ασύλου, ρωτάνε «γιατί έφυγες από το
Αφγανιστάν;» Αυτός το μεταφράζει ακριβώς στα αφγανι-
κά. Όταν, όμως, ο Αφγανός απαντά «έφυγα γιατί πεινά-
γαμε», τότε το αλλάζει: «Έφυγα γιατί με κυνηγούσαν οι
Ταλιμπάν, κινδύνευε η ζωή μου». Έτσι πρέπει να είναι η
σωστή απάντηση. Διαφορετικά η αστυνομία θα τον θεω-
ρήσει μετανάστη – όχι πρόσφυγα – και θα πετάξει την
αίτησή του στα σκουπίδια.
Αισθάνεται να τον πλακώνει η αδικία, που οι δικοί του
όλα αυτά τα ξεχνάνε. Που τον κατηγορούν ότι είναι ρου-
φιάνος της αστυνομίας.
Σηκώνεται όρθιος, παραμερίζει το κασόνι και αρχίζει
να βηματίζει πέρα δώθε. Είναι λαχανιασμένος και ανήσυ-
χος. Προσπαθεί να βρει μια ερμηνεία, να πάρει μια από-
φαση. Τι είναι, επιτέλους; Είναι ρουφιάνος ή τον αδικούν;
Το μεγάλο κελί γυρίζει γύρω του. Οι σύντροφοί του
γίνονται σκιές που σηκώνονται όρθιες. Τον πλησιάζουν
αργά, τον περικυκλώνουν απειλητικά. Κάποιες σκιές αρ-
χίζουν να τον καλύπτουν. Ο χώρος σκοτεινιάζει. Βάζει τα
χέρια του μπροστά να τους σταματήσει. Θέλει να τους
εξηγήσει. Τους μιλά δυνατά να τον ακούσουν:
– Δεν κάνω κακό. Καλό κάνω.
Κάποιοι ενοχλούνται.
– Σσσς, ησυχία, ψιθυρίζουν.
Ο Αλή δεν ακούει και συνεχίζει:
– Τι μου ζητάει; Να μαθαίνω τι γίνεται μέσα στον κα-
ταυλισμό. Και να του τα λέω. Να ξέρει πού μένουν οι απέ-
ξω, ποια παλιά σπίτια έχουν ανοίξει, πόσοι φεύγουν για
Ιταλία με τα πλοία. Έχει κι άλλους Αφγανούς που ρωτάει.
Αλλά εμένα μόνο μπορεί να καταλάβει. Άλλες φορές πάλι
τα ξέρει, με ρωτάει για επαλήθευση. Γι’ αυτό πρέπει να
λέω την αλήθεια, αλλιώς κινδυνεύω.
– Σκασμός, κοιμόμαστε, φωνάζει ο Αμίν.
Ο Αλή, κουρασμένος, κάθεται ξανά στο κασόνι. Ακου-
μπά την πλάτη του στον τοίχο και κλείνει τα μάτια. Θέλει
να κοιμηθεί κι αυτός, έστω για λίγα λεπτά.
Σήμερα, πολύ πρωί, μόλις είχε χαράξει, φορτωμένος
τις δύο κουβέρτες του επέστρεφε στην καλύβα του στον
καταυλισμό. Τη νύχτα κοιμάται, όπως οι περισσότεροι,
έξω. Είναι καλοκαίρι και προτιμούν τη δροσιά και τον κα-
θαρό αέρα. Και μετά ξέρουν πως στον καταυλισμό μπο-
ρεί να μπει η αστυνομία. Οι άνθρωποι που τους βοηθάνε,
από την Κίνηση Εσπερίας, τους έχουν από μέρες ενημε-
ρώσει πως έχει παρθεί απόφαση. Τον καταυλισμό θα τον
γκρεμίσουν. Γι’ αυτό κάθε τόσο έρχεται μέσα στη νύχτα
η αστυνομία και ψάχνει. Άλλοτε για ναρκωτικά και άλλο-
τε για όπλα. Άλλα παιδιά τα συλλαμβάνουν και άλλα τα
τρομοκρατούν. Τα απειλούν: «Μην ξαναπατήσετε στον
καταυλισμό».
Καθώς ο Αλή πήγαινε στον καταυλισμό, τον πήρε τη-
λέφωνο ο διοικητής:
– Θα έρθουμε για έλεγχο, να ’σαι κι εσύ μέσα να σε
πιάσουμε.
– Πάλι, κύριος Λεωνίδας; ξέφυγε αυθόρμητα του Αλή.
– Ρε, άι στο διάολο που αντιμιλάς. Κακοπερνάς, ρε
μαλάκα; Σάντουιτς, τυρόπιτες, μέχρι και κόκα κόλα σε
φιλεύουμε, έβαλε τις φωνές ο κύριος Λεωνίδας.
– Οκέι, κύριος Λεωνίδας, θα είμαι μέσα, συμφώνη-
σε.
Εκεί στον καταυλισμό βρήκε πολλούς Αφγανούς. Ήταν
κυκλωμένοι από αστυνομικούς. Ήταν παρών και ο ίδιος
ο κύριος Λεωνίδας. Κατάλαβε τον διοικητή να τον κοιτά
επίμονα. Ο ίδιος απέφυγε να τον κοιτάξει. Όσοι είχαν
ροζ κάρτα αφέθηκαν ελεύθεροι. Όσοι δεν είχαν οδηγή-
θηκαν στις κλούβες. Ο Αλή είχε μαζί του ροζ κάρτα, αλλά
δεν την έδειξε. Έμεινε να τον συλλάβουν. Τους οδήγησαν
στη Γενική Ασφάλεια κι εκεί τους μοίρασαν σε ομάδες.
Άλλους τους κράτησαν στην Εσπερία, άλλους τους έστει-
λαν σε άλλες πόλεις.
Κατά τις έντεκα η θερμοκρασία άρχισε να ανεβαίνει
και κάποιοι ξύπνησαν ιδρωμένοι. Ο Αλή δεν κατάλαβε αν
τον είχε πάρει ο ύπνος. Σκέφτεται, όμως, ότι πρέπει να
ανοίξει κουβέντα. Να ξεκαθαρίσει με τα παιδιά κάποια
πράγματα.
– Έι, Ανίφ, ξύπνησες; ρωτά τον πιο κοντινό του, που
τον βλέπει όρθιο να τρίβει τα μάτια του.
Ο Ανίφ κάτι μουρμουρίζει ενοχλημένος. Ο Αλή δεν
ακούει καθαρά τι λέει. Αλλά υποψιάζεται.
– Τι είπες, ρε, εγώ ρουφιάνος;
Ο Ανίφ συνεχίζει το ίδιο μουρμουρητό ενώ κάνει μια
χειρονομία. Να του δείξει πως δεν θέλει κουβέντες μαζί
του.
– Ρουφιάνος της αστυνομίας, είπες;
Ο Αλή θυμωμένος σηκώνεται από το κασόνι. Πλησιά-
ζει τον Ανίφ και τον πιάνει δυνατά από τους ώμους. Τον
τραντάζει με οργή. Χωρίς να μπορεί να συγκρατήσει την
ένταση της φωνής του λέει:
– Γιατί ρουφιάνος, ρε; Εμένα δεν μ’ έχει μαστιγώσει ο
Τατζίκος και ο Χατζάρος; Δεν με βασάνισε στην αλάνα
ο Ταλιμπάν; Εμένα, ρε καριόλη, δεν μου έχει γαμήσει τη
μάνα; Μπροστά στα μάτια μου;
Οι φωνές του ξυπνάνε τους κρατούμενους. Κάποιοι
δείχνουν να συμφωνούν με τον Ανίφ. Μερικοί νυσταγμέ-
νοι ζητούν ησυχία. Ο Αλή πισωπατάει και απευθύνεται
σε όλους:
– Γιατί είμαι ρουφιάνος; Εμένα στην Τουρκία δεν με
ξεβράκωσε ο χωροφύλακας; Δεν μου έχωσε το τουφέκι
του στον κώλο; Εδώ στην Ελλάδα δεν με χαστουκίζει ο
αστυνόμος; Δεν με κλoτσάει και με δέρνει όποτε γουστά-
ρει; Χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν; Γιατί; Μαζί
δεν κοιμόμαστε νηστικοί πάνω στο χώμα; Δεν μας βρίζουν
όλους κλέφτες; Βρωμιάρηδες και έμπορους ναρκωτικών;
Δεν μας αποφεύγουν, μην κολλήσουν αρρώστιες; Δεν μας
κλοτσάνε σαν τα σκυλιά; Δεν μας πετάνε από δω κι από
κει σαν τσουβάλια;
Κάθισε αποκαμωμένος στο κασόνι του. Είναι απελπι-
σμένος. Παρά την κοινή τους πορεία, την κοινή τους ζωή,
ξέρει πως όλοι είναι απέναντί του. Πρώτη φορά συνειδη-
τοποιεί πως δεν έχει φίλους. Για πρώτη φορά στη ζωή του
νιώθει μόνος. Πώς θα πορευτεί από δω και πέρα; Ποιοι
θα τον συντροφεύουν στη ζωή του; Δεν έχει κανέναν. Κι
αυτό του προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη μοναξιά. Ακόμη με-
γαλύτερη απελπισία.
Απελπισμένος κάνει μια τελευταία προσπάθεια. Σηκώ-
νεται όρθιος, κάνει μερικά βήματα προς το μέρος τους.
Απευθύνεται σε όλους:
– Γιατί; Επειδή μιλάω με τον κύριο Λεωνίδα; Εγώ το
διάλεξα; Εγώ το αποφάσισα; Αφού αυτό ήταν το κισμέτ:
να μάθω ελληνικά. Γι’ αυτό μιλάει μαζί μου. Αφού αυτό
έχει γράψει ο Αλλάχ εδώ πάνω, και χτυπά τα δυο του χέ-
ρια με δύναμη πάνω στο μέτωπό του.
Στέκεται για λίγο όρθιος. Σαν να μην ξέρει τι άλλο
πρέπει να τους πει. Μετά με αργά βήματα οπισθοχωρεί.
Επιστρέφει αμίλητος στο κασόνι του. Κάθεται και κουρα-
σμένος ψιθυρίζει:
– Αυτό είναι το δικό μου κισμέτ. Το δικό μου κισμέτ
παστουνβαλί.

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Οι πιλοτοφύλακες της Εσπερίας
Όταν το απόγευμα της Κυριακής, 16ης Νοέμβρη,
στην Εσπερία ξεκίνησε η βροχή, οι πρόσφυγες του κα-
ταυλισμού αναστατώθηκαν. Πριν από δεκαπέντε μέρες
το ρέμα του Γύφτου ή Διακονιάρη είχε πάλι φουσκώσει.
Φραγμένο από κλαδιά, σκουπίδια και ξύλα παρασυρμένα
από τις γύρω οικοδομές έσπασε το μικρό ανάχωμα. Τα
νερά υπερχείλισαν και γρήγορα ο καταυλισμός έγινε μια
μικρή λίμνη. Για μέρες οι περισσότερες από τις διακόσιες
καλύβες που ήταν στημένες κάτω από τα μεγάλα δέντρα
του πάρκου ήταν ακατοίκητες. Για να τις πλησιάσουν
έπρεπε να βραχούν μέχρι το γόνατο.
Έτσι, με τις πρώτες ψιχάλες της Κυριακής άρχισαν να
ελέγχουν τις πρόχειρες καλύβες τους και το χαμηλό ανά-
χωμα. Κυρίως ανησύχησαν αυτοί που είχαν στήσει καλύ-
βες δίπλα στο ρέμα.
Η Μετεωρολογική Υπηρεσία είχε από μέρες προβλέ-
ψει πως τη νύχτα της 16ης προς τη 17η Νοέμβρη ισχυρές
καταιγίδες θα πλήξουν τη Δυτική Ελλάδα. Μόνο που οι
πρόσφυγες δεν παρακολουθούν τα δελτία καιρού.
Οι κάτοικοι, όμως, των πολυκατοικιών γύρω από τον
καταυλισμό ήταν από μέρες ενημερωμένοι. Και είχαν
αναστατωθεί. Κυρίως αυτοί που κατοικούν στις νέες
πολυκατοικίες, με τις πιλοτές. Δεν ξεχνούσαν πως στην
προηγούμενη κακοκαιρία οι πιλοτές τους είχαν μετατρα-
πεί σε κέντρα προσωρινής διανυκτέρευσης. Αποφάσισαν,
λοιπόν, να κάνουν έκτακτες συνελεύσεις για να δουν πώς
θα περιφρουρήσουν τις πολυκατοικίες τους.
Την Παρασκευή, 14 Νοέμβρη, το απόγευμα, σχεδόν σε
όλες τις πολυκατοικίες της περιοχής έγιναν συνελεύσεις.
Πολλοί πρότειναν να περιφράξουν με κάποια μόνιμη πε-
ρίφραξη τις πιλοτές, αλλά η πρόταση σε καμία συνέλευση
δεν πλειοψήφησε. Κάποιοι ισχυρίστηκαν πως με την πε-
ρίφραξη θα αλλοιωθεί η αρχιτεκτονική των κτιρίων. Εξάλ-
λου και ο χρόνος δεν επαρκούσε. Ο βασικός όμως λόγος
ήταν πως η δαπάνη θα ήταν μεγάλη. Και συμφώνησαν
πως δεν είναι σωστό να χαλάσουν τόσα χρήματα μέσα
στην οικονομική κρίση. Έτσι οι συνελεύσεις αποφάσισαν
νυχτερινή περιφρούρηση – σκάντζα βάρδια.
Οι περισσότερες προτίμησαν τις τρεις νυχτερινές βάρ-
διες: 10-1, 1-4 και 4-7.
Τα ίδια αποφάσισαν και άλλες πολυκατοικίες, που δεν
είχαν πιλοτή, αλλά διέθεταν μεγάλα στέγαστρα και κά-
ποιες στεγασμένες εσοχές.
Ο Βαγγέλης Κολύρος σκεφτόταν από χρόνια να αγο-
ράσει ένα διαμέρισμα σε πολυκατοικία με πιλοτή στην
περιοχή.
Όταν απέκτησε το διαμέρισμα, ποιος να το φανταζό-
ταν ότι σύντομα θα υποχρεωνόταν να πληρώσει ένα τέ-
τοιο τίμημα: τις νύχτες του χειμώνα να μένει ξάγρυπνος
φύλακας της παγωμένης πιλοτής. Πολλές φορές το είχε
σκεφτεί: στάθηκε άτυχος στην αγορά του. Γιατί τον επό-
μενο κιόλας χρόνο μετά την αγορά οι Αφγανοί είχαν αρχί-
σει να συγκεντρώνονται στην Εσπερία και στο λιμάνι της.
Και η μεγάλη ζημιά έγινε όταν έστησαν τον καταυλισμό
τους. Μέχρι να συνηθίσει τη νέα κατάσταση, βασανίστη-
κε πολύ από την άτυχη επιλογή του. Τόσο μεγάλη πόλη,
τόσα προάστια και εξοχές, και αυτός πήγε και διάλεξε την
περιοχή του Γύφτου. Γαμώ την ατυχία μου.
Για εκείνη τη νύχτα της Κυριακής προς Δευτέρα, με
απόφαση της συνέλευσης, είναι ένας από τους τρεις
άγρυπνους φρουρούς της. Ένας πιλοτοφύλακας στην πιο
σκληρή βάρδια: 4-7 στην άγρια νύχτα.
Μέχρι τις τέσσερις, που άρχιζε η βάρδια του, δεν μπό-
ρεσε να κλείσει μάτι. Τριγύριζε μέσα στο σπίτι σαν δαι-
μονισμένος. Έπινε καφέδες να κρατηθεί και φρόντιζε τον
εξοπλισμό του: χοντρά ρούχα, διπλό μάλλινο σκουφί, δερ-
μάτινα γάντια, δυνατός φακός, ένα θερμός με καφέ, ένα
χορταστικό σάντουιτς, δύο πακέτα τσιγάρα, αναπτήρας
θυέλλης κι ένα χοντρό σκουπόξυλο, να το ’χει δίπλα του
για κάθε ενδεχόμενο. Κατά τις τέσσερις παρά, κατέβηκε
και παρέλαβε από τον προηγούμενο, που είχε φυλάξει το
νούμερο 1-4.
Το κύμα κακοκαιρίας είχε ξεκινήσει. Φυσούσε δαιμονι-
σμένα, ακούγονταν μπουμπουνητά, αστραπές αυλάκωναν
τον ουρανό και έπεφτε δυνατή βροχή. Η θερμοκρασία κα-
τέβαινε συνεχώς, και στα ψηλά σίγουρα είχε αρχίσει να
πέφτει χιόνι. Η πρώτη του φροντίδα ήταν να ανάψει όλα
τα φώτα και να κάνει έναν εξονυχιστικό έλεγχο.
Μετά την επιθεώρηση διάλεξε ένα ακρινό πεζούλι, απ’
όπου μπορούσε να ελέγχει την κατάσταση, και το έκανε
παρατηρητήριο. Κάθισε, με τα μάτια πάντα καρφωμένα
πάνω στους σκούρους όγκους των ψηλών δέντρων. Το
μυαλό του δούλευε πυρετωδώς.
Καλή η πιλοτή, αλλά θέλει θυσίες, σκεφτόταν. Παίζουν
τα παιδιά, καθόμαστε κι εμείς στα πεζούλια της το καλο-
καίρι και λέμε καμιά κουβέντα. Αλλά η πιλοτή κάνει την
πολυκατοικία γυναίκα με ανοιχτά φουστάνια. O καθένας
θέλει να χωθεί μέσα στα φουστάνια της, μέσα στα γυμνά
της μπούτια.
Η σκέψη αυτή τον γέμισε με οργή. Κοίταξε προς την
πλευρά του καταυλισμού. Μέσα στην άγρια νύχτα, οι σκι-
ές των ψηλών δέντρων φάνταζαν σαν πελώριοι γίγαντες
σε έναν ουρανό που κάθε τόσο φωτιζόταν από τις λάμ-
ψεις των αστραπόβροντων. Ο δυνατός αέρας τους κινού-
σε σαν να τους έσπρωχνε απειλητικά προς το μέρος του.
Τα βογκητά του ανέμου ήταν οι φοβερές κραυγές τους.
Ο Βαγγέλης ήταν σίγουρος πως ο άνεμος και η βροχή
σκέπαζαν τις συνομιλίες και τα σχέδια των μεταναστών.
Ήταν σίγουρος πως αυτή την ώρα συνωμοτούσαν ενα-
ντίον της πολυκατοικίας του. Μια ανησυχία τον κατέλαβε
και ενστικτωδώς έκανε τον σταυρό του. Άνοιξε το θερμός,
ήπιε μια γουλιά καφέ, άναψε ένα ακόμη τσιγάρο. Κάτι
από τα τρία – σταυρός, καφές, τσιγάρο – ή και τα τρία
κατάλαβε να τον οπλίζουν με δύναμη. Ένιωσε αποφασι-
σμένος να εκπληρώσει με επιτυχία τη νυχτερινή αποστο-
λή του.
Ταυτόχρονα με ένα ερωτικό σκίρτημα σκέφτηκε τη γυ-
ναίκα του, καθηγήτρια σε γυμνάσιο. Κοιμόταν μόνη στο
ζεστό τους κρεβάτι. Ασφαλή ήταν και τα δύο αγόρια τους,
δέκα και δώδεκα χρόνων, χωμένα κι αυτά στα ζεστά τους
παπλώματα.
Ευτυχώς, η Δευτέρα, 17 Νοέμβρη, είναι σχολική αργία,
και οι τρεις τους δεν θα σηκωθούν πρωί. Θα χορτάσουν,
τουλάχιστον αυτοί, ύπνο, σκέφτηκε με τρυφερότητα.
Αναγνώρισε πως με τη νυχτερινή προετοιμασία του
τους είχε κρατήσει ξάγρυπνους.
Αυτές τις μέρες η οικογένεια φιλοξενούσε την πεθερά
του, την κυρα-Κατερίνα, από τη Λευκάδα. Όταν το από-
γευμα η κυρα-Κατερίνα άκουσε την απόφαση της συνέ-
λευσης έδειξε ανήσυχη. Όλο κάτι μουρμούριζε, αλλά δεν
τολμούσε να το πει μπροστά του. Την άκουσε, όμως, που
κάτι ψιθύριζε στην κόρη της.
– Άμα βρέξει, είναι κρίμα από τον Θεό να μουσκεύουν
μέσα στο κρύο, έπιασε το αυτί του.
Ο Βαγγέλης την κοίταξε αγριεμένος, αλλά δεν έδωσε
συνέχεια. Τώρα που u964 το σκέφτεται θυμώνει:
– Αυτό έλειπε, να κάνουμε την πιλοτή ξενοδοχείο,
μουρμούρισε. Ήρθε από την Εγκλουβή να μας βάλει νό-
μους, η χωριάτα, που ακόμα δεν έχει βγάλει τη λευκαδίτι-
κη φουστάνα της.
Σηκώθηκε από την πεζούλα του και άρχισε να περπα-
τάει πίνοντας μικρές γουλιές καφέ και καπνίζοντας.
Όταν διέκρινε κάποιους σκούρους όγκους να πλησιά-
ζουν αλαφιάστηκε. Αυτόματα σηκώθηκε από το πεζούλι
που είχε κάνει παρατηρητήριο. Πήρε στα χέρια το χο-
ντρό σκουπόξυλο που είχε ακουμπήσει στον τοίχο. Με
τα πόδια ανοιχτά στάθηκε όρθιος κάτω από ένα φως, να
τον βλέπουν. Τρεις νεαροί πρόσφυγες, με βήματα αργά
και φοβισμένα, πλησίαζαν. Ήταν μουσκεμένοι, παρά τα
αυτοσχέδια αδιάβροχα που φορούσαν. Στάθηκαν αρκε-
τά μακριά του και με νοήματα ζήτησαν την άδειά του να
πλησιάσουν στον χώρο της πιλοτής.
– Μακριά από δω, μην πλησιάζετε, φώναξε ο Βαγγέ-
λης.
Οι τρεις μουσκεμένοι στάθηκαν ακίνητοι. Σκυφτοί, να
μην τους πάρει ο αέρας, που ανέμιζε τα πρόχειρα νάιλον
που είχαν για αδιάβροχα. Έδειξαν μια άκρη της πιλοτής.
Μετά σήκωσαν τα χέρια τους προς τον ουρανό. Προ-
σπαθούσαν να του εξηγήσουν με νοήματα πως θα έμεναν
μόνο όσο κρατούσε η βροχή.
– Είπαμε όχι, βόγκηξε ο Βαγγέλης προβάλλοντας το
σκουπόξυλο απειλητικά.
Κρατούσε, όμως, και μια πισινή, γιατί καταλάβαινε
πως οι Αφγανοί ήταν τρεις κι αυτός μόνος του.
Οι τρεις νεαροί κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, έκαναν
στροφή και χάθηκαν μέσα στη βροχή και στο σκοτάδι.
Οι σκιές τους εξαφανίστηκαν, αλλά τη θέση τους κατέ-
λαβαν άλλες απειλητικές σκιές. Κορμοί δέντρων, θάμνοι,
και αυτά τα ψηλά δέντρα του καταυλισμού. Οι αστραπές
σταμάτησαν, αλλά τα δέντρα συνέχιζαν να σείονται απει-
λητικά στο φόντο ενός ουρανού που φωτιζόταν χλομά
από τα φώτα της πόλης. Ο Βαγγέλης ανήσυχος κάθισε
στο πεζούλι βαριανασαίνοντας.
Από τη διπλανή πολυκατοικία ακούγονταν παρόμοιες
μονολεκτικές κραυγές. Και από την πάρα πέρα το ίδιο.
Έκανε σήματα με τον φακό του, και κάποιοι φακοί απά-
ντησαν από μακριά. Όλα έδειχναν πως η μάχη δίνεται
παντού. Πως όλοι οι πιλοτοφύλακες είναι στη θέση τους.
Άναψε πάλι τσιγάρο και στράγγιξε το θερμός στο στό-
μα του. Τέντωσε τα χέρια του, χτύπησε τα παγωμένα πό-
δια του στο δάπεδο και κραύγασε:
– Πιλοτή είναι, δεν είναι u956 μπουρδέλο, να κοιτάτε πώς
θα μπείτε. Η πιλοτή δεν είναι καμιά ξεβράκωτη.
Η κυρα-Κατερίνα είχε αντιληφθεί τι συνέβαινε και δια-
φωνούσε με αυτή τη μανία της γειτονιάς. Δεν μπορούσε
να καταλάβει γιατί δεν άφηναν τους πρόσφυγες να απα-
γκιάσουν στις πιλοτές. Λες και οι πρόσφυγες θα έμπαιναν
μέσα στα σπίτια και θα υποχρέωναν τους νοικοκυραίους
να τους στρώσουν τραπέζι και κρεβάτι.
Κάποια στιγμή μάλιστα, που ο γαμπρός της ήταν κλει-
σμένος στην τουαλέτα, το είπε στην κόρη της:
– Άμα βρέξει, είναι κρίμα από τον Θεό να μουσκεύουν
μέσα στο κρύο. Θα πουντιάσουν.
Η κόρη της κούνησε τους ώμους και είπε αδιάφορα:
– Ας κάθονταν στον τόπο τους και στα σπίτια τους,
μάνα. Δεν τους καλέσαμε.
– Κόρη μου, πρόσφυγας δεν γίνεσαι επειδή το θέλεις.
Να εύχεσαι μόνο να μη μας τύχει, μονολόγησε η κυ-
ρα-Κατερίνα.
Περισσότερο μιλούσε στον εαυτό της και λιγότερο
στην κόρη της.
Κατά τις πέντε το πρωί, ενώ η καταιγίδα μαινόταν,
η κυρα-Κατερίνα κατέβηκε στην πιλοτή. Κρατούσε μια
μάλλινη κουβέρτα στο ένα χέρι κι έναν δίσκο στο άλλο.
Πάνω στον δίσκο είχε δύο μεγάλες κούπες καυτό τσάι
που άχνιζε. Φορούσε τη λευκαδίτικη φουστάνα της, το
πανωφόρι της και από πάνω είχε ρίξει μια άλλη μάλλινη
κουβέρτα. Βρήκε τον γαμπρό της να κάθεται στο ακρινό
πεζούλι και να κοιτάζει προς την πλευρά του καταυλι-
σμού.
– Σου έφερα τσάι και μια κουβέρτα να τυλιχτείς, είπε
και του έδωσε το ρούχο και τη μία κούπα.
– Πιλοτοφύλακας κι εσύ, γριά, της είπε με φωνή μπερ-
δεμένη.
Φαινόταν νυσταγμένος και κουρασμένος.
Άρπαξε αμίλητος την κούπα και την κουβέρτα και τρα-
βήχτηκε στο βάθος, σε ένα άλλο προστατευμένο πεζούλι.
Σκέπασε τα πόδια του με την κουβέρτα και άρχισε με μι-
κρές γουλιές να πίνει το καυτό τσάι. Μόλις το τέλειωσε,
ακούμπησε το κεφάλι πίσω στον τοίχο προσπαθώντας να
κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά.
– Κοιμήσου λίγο, θα μείνω εγώ στο πόδι σου, του είπε
η γυναίκα.
– Εσύ; Θα τα καταφέρεις; απόρησε ο Βαγγέλης.
– Μην ανησυχείς. Εδώ θα ’μαι να πίνω το τσάι μου….
Αν δω κάτι, θα σου φωνάξω, τον καθησύχασε.
Ο Βαγγέλης την κοίταξε καχύποπτα. Η κούραση όμως
τον νίκησε. Τύλιξε καλά τη μάλλινη κουβέρτα γύρω από
το κορμί του, σταθεροποίησε το κεφάλι του κι έκλεισε τα
μάτια του.
Η καταιγίδα δεν έλεγε να κοπάσει. Αέρας και βροχή
συνέχιζαν με την ίδια ένταση.
Η κυρα-Κατερίνα κάθισε στο ακρινό πεζούλι. Ακού-
μπησε δίπλα της το τσάι και τύλιξε με την κουβέρτα τα
πόδια της. Με τα μάτια στραμμένα προς τον καταυλισμό
προσπαθούσε να μαντέψει τι γίνεται μέσα στο σκοτάδι.
– Άγρια βροχή, αλλά τη δουλειά της την κάνει. Χρήσι-
μη για την εποχή. Από αυτές που στο νησί τις θεωρούμε
ευλογία Θεού. Αλλά εδώ είναι κατάρα. Μουσκεύει άστε-
γους και απροστάτευτους. Κάνει τους ανθρώπους σκλη-
ρούς και αφιλόξενους, μονολόγησε.
Kοίταξε τους χαμηλούς θάμνους και μετά τα ψηλά δέ-
ντρα προς την πλευρά του καταυλισμού. Έγερναν από τη
δύναμη του αέρα και τα κλαδιά τους συστρέφονταν από-
τομα, με φόντο τη βροχή που λαμπύριζε από τον αμυδρό
δημοτικό φωτισμό του διπλανού δρόμου. Ανησύχησε, για-
τί κάτω από τα δέντρα καταλάβαινε πως υπήρχαν άνθρω-
ποι. Νέα παιδιά, μόνα, χωρίς μάνα να τα νοιαστεί, απρο-
στάτευτα. Τα ένιωθε που προσπαθούσαν να κολλήσουν
στους κορμούς των μεγάλων δέντρων, να προστατευτούν.
Νόμιζε πως άκουγε τις χαμηλόφωνες κουβέντες τους,
πως έβλεπε τα μαλλιά και τα πρόσωπά τους να στάζουν
από το νερό της βροχής. Τα φανταζόταν να σκύβουν δύο
δύο, τρία τρία, κάτω από κάτι νάιλον και κουβέρτες.
Ξαφνικά διέκρινε μέσα στο σκοτάδι έναν μικρό όγκο
να κινείται αργά προς το μέρος της. Αμέσως κατάλαβε.
Ήταν ένα παιδί, γύρω στα δεκατέσσερα με δεκαπέντε.
Παρά το πρόχειρο αδιάβροχο που φορούσε, ήταν βρεγ-
μένο και έτρεμε.
Έριξε μια ματιά στον γαμπρό της. Είχε κλειστά τα
μάτια και ροχάλιζε. Στράφηκε στο παιδί και του έκανε
νόημα να πλησιάσει. Το παιδί πήγε κοντά της τρομαγ-
μένο.
Η γυναίκα έφερε το δάχτυλο στα χείλη της, να του δεί-
ξει πως έπρεπε να κάνει ησυχία. Το παιδί, αμίλητο, πλη-
σίασε κι άλλο κοντά της. Μετά του έκανε νόημα να γο-
νατίσει. Το παιδί γονάτισε υπάκουα κοιτάζοντάς τη στα
μάτια. Του ζήτησε να κινηθεί αργά, και το παιδί μπουσου-
λώντας πλησίασε κι άλλο. Αποφασιστικά μάζεψε τα πό-
δια της και άπλωσε την κουβέρτα της μπροστά. Του έκα-
νε νόημα να ξαπλώσει. Το παιδί διστακτικά πλησίασε και
ξάπλωσε πάνω στη ζεστή μάλλινη κουβέρτα. Κουλουριά-
στηκε τρέμοντας. Η κυρα-Κατερίνα αυτή τη φορά άπλω-
σε τα πόδια της και τα πέρασε πάνω από το σώμα του
παιδιού. Το μάτι της έπεσε στην κούπα με το τσάι. u905 Ήταν
ακόμα ζεστό. Του έδωσε με προσοχή την κούπα. Μετά το
κάλυψε με τη φουστάνα της. Έριξε μία ακόμη ματιά στον
γαμπρό της και έσιαξε καλά τη φουστάνα. Την έστρωσε
με επιμέλεια, προσπαθώντας να καλύψει τελείως το παι-
δί, που κουλουριασμένο έπινε το ζεστό τσάι.

Ο ΞΕΝΟΣ. Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Ο ανεπιθύμητος Αμάρ
Αρχές Φλεβάρη του 2015, μια μέρα κρύα και βροχερή.
Ο δικηγόρος Βασίλης Παπαδάτος, του Δικηγορικού Συλ-
λόγου Κορίνθου, μόλις είχε πάρει στα χέρια την απόφαση
του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κορίνθου. Με την ομπρέ-
λα ανοιχτή και το μακρύ παλτό του να ανεμίζει έφυγε τρέ-
χοντας για το Κέντρο Κράτησης. Πρόκειται για το παλιό
Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων που έχει μετατραπεί
σε Κέντρο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών. Ο Παπαδάτος
γνώριζε ότι στο Κέντρο πεντακόσιοι περίπου μετανάστες
υπέφεραν. Και όχι μόνο από το κρύο και την κακή δια-
τροφή. Δεν θα έφευγε από το Κέντρο, αν δεν έπαιρνε τον
κρατούμενο μαζί του.
Έπειτα από πολλές γραφειοκρατικές διαδικασίες κα-
τέθεσε την απόφαση και αιτήθηκε την άμεση αποφυλάκι-
ση του κρατούμενου Αμάρ Μοχάμεντ. Αργά το μεσημέρι
ο διοικητής την υπέγραψε. Ο Παπαδάτος μαζί με τον
Αμάρ εγκατέλειψαν περιχαρείς το στρατόπεδο.
Ο Αμάρ, μετανάστης από την Αλγερία, ύστερα από
πολύμηνη κράτηση, ήταν επιτέλους ελεύθερος. «Μία ακό-
μη επιχείρηση αλληλεγγύης ολοκληρώθηκε», σκέφτηκε ο
Παπαδάτος. Ολοκληρώθηκε όμως; Και μέχρι πότε; Γνώ-
ριζε μέσες άκρες την ιστορία του Αλγερινού με τις πολλές
συλλήψεις.
Ο ίδιος δεν είχε συμμετάσχει στη σύνταξη της αίτησης
αντιρρήσεων. Ούτε είχε παρασταθεί στην εκδίκασή της.
Την υπόθεση είχε αναλάβει εξαρχής έμπειρος δικηγόρος
των Πατρών, που ήταν φίλος του.
Ο Κορίνθιος Βασίλης Παπαδάτος, ως φίλος και συνά-
δελφος, ανέλαβε να εκτελέσει την τελευταία φάση: την
επίδοση της απόφασης στο Κέντρο Κράτησης και τη δι-
εκδίκηση της άμεσης απελευθέρωσης του κρατούμενου.
Η περίπτωση του Αμάρ και κυρίως ο χειρισμός της του
είχαν κινήσει το ενδιαφέρον. Ήθελε να μάθει περισσό-
τερα για την υπόθεση. Σκεφτόταν πως ίσως το μετανα-
στευτικό στον καιρό της κρίσης αποτελούσε και γι’ αυτόν
μια επαγγελματική διέξοδο. Ήθελε πολύ να διαβάσει την
απόφαση, που περιείχε και τα επιχειρήματα της αίτησης.
Και ήταν ευκαιρία αυτό να γίνει παρουσία του Αμάρ, προ-
κειμένου να του ζητήσει και κάποιες διευκρινίσεις.
Έτσι, πριν τον οδηγήσει στο πρακτορείο των ΚΤΕΛ,
του πρότεινε να πάνε για φαγητό. Να του κάνει το τρα-
πέζι, όπως του διευκρίνισε. Ο Αμάρ άλλο που δεν ήθελε,
δήλωσε μάλιστα πολύ πεινασμένος.
Η βροχή είχε δυναμώσει, και με την προστασία της
ομπρέλας κατέφυγαν σε ένα εστιατόριο-ταβέρνα κοντά
στο Κέντρο Κράτησης. Πριν από χρόνια, όταν ακόμα
λειτουργούσε το Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων, το
εστιατόριο έκανε χρυσές δουλειές. Από το 2011, που οι
νεοσύλλεκτοι και οι καθημερινοί επισκέπτες τους εξαφα-
νίστηκαν, η ταβέρνα είναι σχεδόν πάντα άδεια. Ακόμη και
όταν το στρατόπεδο μετατράπηκε σε Κέντρο Ανεπιθύμη-
των Αλλοδαπών, η δουλειά δεν αυξήθηκε.
Βολεύτηκαν σε ένα απόμερο τραπέζι και ύστερα από
συνεννόηση έδωσαν την παραγγελία. Περιμένοντας να
εκτελεστεί, ο Βασίλης Παπαδάτος άνοιξε και άπλωσε
πάνω στο τραπέζι τα φωτοαντίγραφα της απόφασης.
– Θα διαβάσουμε μαζί την απόφαση, Αμάρ. Καταλα-
βαίνεις ελληνικά, έτσι;
– Καταλαβαίνω.
– Οκέι, αρχίζω: «Σύμφωνα με τις διατάξεις του νό-
μου 3907/2011, όταν εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας, ο
οποίος είναι ανεπιθύμητος στη χώρα και διαμένει παρά-
νομα σε ελληνικό έδαφος, εκδοθεί απόφαση επιστροφής
και διαπιστωθεί ότι συντρέχει κίνδυνος διαφυγής, ο αλ-
λοδαπός τίθεται σε κράτηση για την προετοιμασία της
επιστροφής του. Η κράτηση επιβάλλεται και διατηρείται
για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα διεκπεραί-
ωσης της διαδικασίας επιστροφής, το οποίο δεν δύναται
να υπερβαίνει το εξάμηνο. Υπάρχει δυνατότητα να παρα-
ταθεί και πέραν του εξαμήνου, για δώδεκα ακόμη μήνες,
ήτοι συνολικά για δεκαοκτώ μήνες κατ’ ανώτατο όριο».
Σταμάτησε και εξήγησε: Αυτό είναι το γενικό νομοθετικό
πλαίσιο. Το κατάλαβες; ρώτησε.
– Μπορείτε, κύριε Βασίλη, να διαβάζετε πρώτα μόνος
και μετά να το λέτε πιο απλά;
– Οκέι, Αμάρ. Θα συνεχίσω όπως θες.
Ο Παπαδάτος άρχισε να διαβάζει μόνος του την από-
φαση. Όταν τέλειωσε την ανάγνωση, στράφηκε στον
Αμάρ:
– Η απόφαση περιγράφει με λεπτομέρειες την περί-
πτωσή σου. Λοιπόν, σε συνέλαβαν στις 25.9.2012 στην
Πάτρα. Γιατί σε βρήκαν χωρίς διαβατήριο και άλλα
νόμιμα έγγραφα. Γιατί υπάρχει απαγόρευση εισόδου.
Γιατί είσαι ανεπιθύμητος στη χώρα, κ.λπ., κ.λπ. Με από-
φαση σε φυλάκισαν για έξι μήνες. Σε φυλάκισαν για να
ετοιμάσουν την απομάκρυνσή σου. Δηλαδή την απέλα-
σή σου πίσω στη χώρα σου. Στην Ελλάδα είσαι χαρα-
κτηρισμένος ανεπιθύμητος και φοβούνται μη διαφύγεις.
Όπως κατάλαβες, δεν κατάφεραν να σε απελάσουν. u915 Για-
τί δεν είναι εύκολο, γιατί στοιχίζει πολλά, δεν ξέρω να
σου πω. Σταμάτησε και τον ρώτησε: Έχεις κάνει αίτηση
ασύλου;
– Έχω, αλλά απορρίφθηκε. Σε Αλγερινούς δεν δίνουν
άσυλο.
– Συνεχίζω. Η κράτησή σου αυτή παρατάθηκε με άλ-
λες αποφάσεις. Μέχρι που συμπληρώθηκαν δεκαοχτώ
μήνες κράτησης. Μετά τους δεκαοχτώ μήνες και αφού
δεν κατάφεραν να σε απελάσουν, η αστυνομία σε ελευθέ-
ρωσε και σου έδωσε εξάμηνη αναβολή της απέλασης. Και
συνεχίζουμε: Στις 30.9.2014 σε συνέλαβαν πάλι στην Πά-
τρα. Εκδόθηκε νέα απόφαση για φυλάκιση. Διατάχτηκε
και πάλι η απέλασή σου. Γιατί μπήκες στην Ελλάδα χωρίς
νόμιμο διαβατήριο και χαρτιά. Γιατί είσαι ανεπιθύμητος.
Γιατί ισχύει απαγόρευση εισόδου, κ.λπ., κ.λπ. Η φυλάκι-
σή σου έγινε για να ετοιμαστεί η απέλασή σου. Και πάλι
με την ίδια αιτιολογία: Είσαι ανεπιθύμητος και υπάρχει
φόβος μήπως διαφύγεις. Όπως είδες, και πάλι δεν κατά-
φεραν να σε απελάσουν.
Σταμάτησε και κοίταξε τον Αμάρ, περιμένοντας τις
αντιδράσεις του.
– Με ελευθέρωσαν και μετά από έξι μήνες με συνέλα-
βαν ξανά. Με έστειλαν πάλι στην Κόρινθο. Κινδύνευα με
νέο δεκαοχτάμηνο, αλλά, ευτυχώς, βγαίνω σήμερα, στους
τέσσερις μήνες, είπε με ένα πικρό χαμόγελο.
– Τελειώνουμε, συνέχισε ο Παπαδάτος. Με την αί-
τηση ο δικηγόρος σου υποστηρίζει ότι η νέα φυλάκιση
αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης φυλάκισης. Και όσο
μένεις φυλακισμένος παραβιάζεται το ανώτατο όριο των
δεκαοχτώ μηνών. Αφού η προηγούμενη φυλάκιση έφτασε
τους δεκαοχτώ μήνες, εξαντλήθηκε το δεκαοχτάμηνο. Δεν
μπορεί να συνεχιστεί. Εφόσον μάλιστα δεν είναι δυνατή
η απέλασή σου. Το δικαστήριο δέχτηκε τα επιχειρήματα
του δικηγόρου και αποφάσισε: Ο κρατούμενος Αμάρ Μο-
χαμέντ του Αμίν, υπήκοος Αλγερίας, δηλαδή εσύ, πρέπει
να ελευθερωθείς. Τελειώσαμε.
– Όταν φοβήθηκα πως θα κάνω και δεύτερο δεκαο-
χτάμηνο, κύριε Βασίλη, τηλεφώνησα στα παιδιά της Κί-
νησης στην Πάτρα. Παρακάλεσα. Τους ζήτησα βοήθεια.
Και ευτυχώς…
Ήρθαν τα φαγητά, το τραπέζι γέμισε. Δύο μερίδες
αχνιστός μουσακάς, πατάτες τηγανητές, τζατζίκι, χωριά-
τικη σαλάτα με φέτα και ελιές, άφθονο άσπρο ψωμί. Για
τον εαυτό του ο δικηγόρος παράγγειλε ένα ποτήρι κρασί,
για τον Αμάρ μια κόκα κόλα. Τα μάτια του Αμάρ ζωήρε-
ψαν μπροστά στα ζεστά πιάτα, αλλά δίσταζε.
– Εμπρός, Αμάρ, ώρα για φαγητό.
Ο Αμάρ έτρωγε σκυφτός, με αργές κινήσεις, χωρίς κα-
μία λαιμαργία. Ο δικηγόρος δεν πεινούσε, έτρωγε μόνο
τον μουσακά του. Το μυαλό του είχε κολλήσει στην πε-
ρίπτωσή του Αλγερινού. Ήταν αδύνατος, σχεδόν υποσι-
τισμένος. Μελαχρινός, μαύρα μαλλιά και γένια πολλών
ημερών που είχαν αρχίσει κατά τόπους να γκριζάρουν.
Μαύρα μάτια, μεγάλα και έξυπνα. Η κούραση και η εξά-
ντληση, σωματική αλλά κυρίως ψυχική, ήταν εμφανής
στις κινήσεις του. Την ηλικία του δεν μπορούσε να την
υπολογίσει.
– Πόσων χρονών είσαι, Αμάρ;
– Είμαι τριάντα τεσσάρων, κύριε Βασίλη.
– Πότε και γιατί ήρθες στην Ελλάδα; τον ρώτησε.
Ο Αμάρ κατάπιε την μπουκιά του και ήπιε λίγο νερό,
να καθαρίσει τον λαιμό του.
– Έφυγα από Αλγερία είκοσι ενός χρονών. Το 2002.

Για δουλειά στο εξωτερικό. Η Αλγερία φτωχή χώρα.
Οι οικογένειες μεγάλες. Τα παιδιά πολλά. Είναι νόμος
εκεί. Κάποια παιδιά πρέπει να φεύγουν. Για δουλειά έξω,
να βοηθήσουν οικογένεια. Να παντρευτούν οι αδερφές.
Αυτός που έπρεπε να φύγει ήμουν εγώ. Έτσι αποφάσι-
σε οικογένεια. Κι εγώ μαζί. Οι αδερφές μου με αγαπούν
πολύ. Με φρόντιζαν πολύ. Τώρα περιμένουν από μένα.
Δεν μπορώ να τις απογοητεύσω.
Ο Αμάρ μιλούσε αργά, με μικρές προτάσεις. Ανάμε-
σα στις προτάσεις είχε μεγάλες σιωπές. Στις σιωπές του
έβλεπε εικόνες από την οικογένεια στην πατρίδα. Μι-
λούσε σαν να τις περιέγραφε στον δικηγόρο. Στο τέλος
μπήκε κι αυτός στις εικόνες. Περιστοιχιζόταν από τις
αδερφές του. Είχε επιστρέψει στο σπίτι του και αυτές τον
φρόντιζαν. Τον χτένιζαν, του έβαζαν αλοιφή στις πληγές.
Η πιο μεγάλη τον ξύριζε απαλά. Η πιο μικρή του έπλενε
τα πόδια με αλατόνερο, του έκοβε τα νύχια.
Ο δικηγόρος κατάλαβε ότι τον έχασε.
– Έι, Αμάρ. Πόσες αδερφές έχεις;
– Είμαστε τρία αδέρφια και έχουμε πέντε αδερφές.
– Πώς έφτασες μέχρι εδώ;
– Πρώτα πήγα στη Λιβύη. Εκεί δούλεψα δύο χρόνια.
Πάντρεψα τη μια αδερφή. Μετά έφυγα για Τουρκία. Εκεί
έμεινα έναν χρόνο. Δούλεψα σε οικοδομές. Πάντρεψα
την άλλη αδερφή. Στην Τουρκία έμαθα για Ελλάδα. Για
μεγάλα μεροκάματα. Δεν είχε αρχίσει ακόμα η κρίση. Πέ-
ρασα παράνομα. Έβρος, Αθήνα, Πάτρα. Τώρα είμαι στην
Ελλάδα περίπου έντεκα χρόνια.
– Έχεις σπίτι;
– Έχω σπίτι στην Πάτρα. Όχι στο κέντρο, πιο έξω,
Ζαρουχλαίικα. Δουλεύω. Όταν βρίσκω δουλειά. Λίγο,
αλλά το μεροκάματο είναι καλό, όχι όπως Αλγερία. Με
δέκα μεροκάματα τον μήνα μπορώ να βοηθάω οικογέ-
νεια. Μόνο χαρτιά δεν έχω. Το ξέρω, είμαι ανεπιθύμητος.
Κάθε μέρα κινδυνεύω. Μέχρι τώρα με έχουν πιάσει πέντε
φορές.
Είχε σταματήσει να τρώει. Κοιτούσε ψηλά στο ταβάνι.
Σιγά σιγά απομακρυνόταν από το τραπέζι. Έκλεισε τα
μάτια και ξανάρχισε πάλι να ταξιδεύει. Αυτή τη φορά δεν
ταξίδεψε στην πατρίδα, αλλά στα κρατητήρια και στις
φυλακές που τον είχαν κατά καιρούς οδηγήσει. Χειμώνας,
να τρέμει από το κρύο. Να παρακαλάει για ένα μπουφάν,
μια κουβέρτα. Και μετά καλοκαίρι. Να καίγεται κάτω
από τις λαμαρίνες. Να παρακαλάει για λίγο νερό, για μια
έξοδο από το καμίνι. Πεινασμένος. Να ψάχνει ανάμεσα
στους συγκρατούμενους για λίγο ψωμί.
Μέτρησε τους μήνες που είχε μείνει κρατούμενος.
Τόσο εδώ, τόσο εκεί.
Ο δικηγόρος είδε το πρόσωπο του Αμάρ να σφίγγεται,
να γεμίζει ρυτίδες. Κατάλαβε τις γκρίζες περιοχές των
μαλλιών του να φωτίζονται.
– Πάλι σε έχασα, Αμάρ. Πού ταξιδεύεις;
– Εδώ είμαι, κύριε Βασίλη. Την πρώτη φορά έμεινα πέ-
ντε μήνες στην Ασφάλεια. Μετά με άφησαν. Τη δεύτερη
μόνο τρεις μήνες. Με άφησαν. Την τρίτη έξι μήνες. Με
άφησαν. Την τέταρτη δεκαοχτώ μήνες εδώ στην Κόριν-
θο. Με άφησαν. Την τελευταία, τέσσερις, πάλι εδώ. Όλα
μαζί τρία χρόνια.
– Τώρα τι θέλεις;
– Ζέστη και φαγητό, απάντησε χαμογελώντας.
– Η οικογένεια σου λείπει;
– Ναι, λείπει.
– Θέλεις να επιστρέψεις;
– Θέλω. Έκλεισε πάλι τα μάτια και συμπλήρωσε: Αλλά
για μένα, κύριε Βασίλη, δεν υπάρχει επιστροφή.
– Και γιατί, παρακαλώ;
– Γιατί μέχρι τώρα δεν μπόρεσα να βοηθήσω όσο έπρε-
πε. Πότε μέσα, πότε έξω. Τρία χρόνια ήμουν φυλακή.
Έσκυψε στο πιάτο του, να τελειώσει το φαγητό του.
Τέλειωσε τον μουσακά του και σκούπισε καλά τη σάλτσα
με ένα κομμάτι ψίχα ψωμί. Ήπιε μισό ποτήρι νερό και
είπε: Τώρα, ύστερα από δέκα χρόνια Ελλάδα, θα κάνω
νέα αίτηση.
– Μα μόλις μου είπες πως δεν μπορείς ως Αλγερινός
να πάρεις άσυλο.
– Μπορώ να πάρω καθεστώς προστασίας για ειδικούς
λόγους. Άδεια παραμονής και άδεια εργασίας. Έχω πολ-
λά χαρτιά. Σταμάτησε για λίγο και άρχισε να αριθμεί με
τα δάχτυλα: Έχω σπίτι. Έχω ΑΦΜ. Έχω ΑΜΚΑ – από
τότε που είχα ροζ κάρτα. Γνωρίζω ελληνικά. Έχω κάνει
μαθήματα πολλά χρόνια. Στην Κίνηση της Πάτρας. Έχω
φίλους. Όλοι Έλληνες. Χορεύω στο χορευτικό του δήμου.
Χόρεψα ελληνικούς χορούς στη μεγάλη πλατεία. Παίζω
ποδόσφαιρο σε ομάδα. Έχω κανονικό δελτίο. Είμαι εθε-
λοντής μεταφραστής. Βοηθάω Ερυθρό Σταυρό και Κίνη-
ση. Με έχει καλέσει για μεταφραστή και το δικαστήριο.
Ξέρω, είμαι ανεπιθύμητος και χωρίς χαρτιά. Αλλά ο δι-
κηγόρος λέει πως είμαι… ενταγμένος. Ε-ντα-γμέ-νος. Ξέ-
ρεις, κύριε Βασίλη, τι παναπεί ε-ντα-γμέ-νος, ε;
– Ξέρω. Καταλαβαίνω πως θέλεις πολύ να μείνεις.
– Χωρίς προκοπή δεν θέλω να γυρίσω. Η οικογένεια
περιμένει. Έχω άλλες δύο αδερφές ακόμη ανύπαντρες.
– Και πότε λες να επιστρέψεις; Όταν γεράσεις;
– Όταν βγάλω χαρτιά και έχω κάποια λεφτά. Αλλιώς,
εδώ. Ανεπιθύμητος. Πότε μέσα, πότε έξω.
Έσφιξε τις γροθιές του και τα χείλη του. Έκλεισε τα
μάτια. Δίστασε, αλλά στο τέλος συμπλήρωσε αργά αργά:
– Όταν αλλάξει το κισμέτ. Το μακτούμπ, που λέμε στα
αραβικά. Αλλιώς, δεν υπάρχει επιστροφή.
Όταν αποφάγανε, ο δικηγόρος κάλεσε ένα ταξί και
συνόδευσε τον Αμάρ μέχρι το πρακτορείο των ΚΤΕΛ. Η
βροχή είχε δυναμώσει. Πρόσεξε πως το μπουφάν του
Αμάρ ήταν ελαφρύ για τον χειμώνα. Χώρια που φαινόταν
βρεγμένο. Παρατήρησε πως τα αθλητικά του παπούτσια
ήταν διαλυμένα.
Δεν μπορούσε όμως να του δώσει το μαύρο παλτό του,
ούτε να ανταλλάξουν παπούτσια. Χρήματα δεν του πε-
ρίσσευαν. Άνοιξε την τσάντα του και έβγαλε από μέσα
ένα ζευγάρι μάλλινα γάντια. Η γυναίκα του επιμένει να τα
έχει μαζί του, αλλά σπάνια τα φοράει.
Με τα γάντια στο χέρι πήγε στο γκισέ και έβγαλε το ει-
σιτήριο για την Πάτρα. Μαζί με το εισιτήριο έδωσε στον
Αμάρ και τα γάντια. Του έπιασε τα χέρια. Τον χαιρέτησε
και του ευχήθηκε:
– Ύστερα από όσα πέρασες, Αμάρ, καλό μακ… μακ…
πώς το λες. Καλό κισμέτ.
– Να αλλάξει. Πιστεύω πως σύντομα κάτι θα γίνει. Θα
αλλάξει. Δεν μπορεί να με έχει συνέχεια ανεπιθύμητο. Και
συμπλήρωσε: Καλό μακτούμπ και σ’ εσένα, κύριε Βασίλη.

Ζωγραφική: Κατερινα Χριστοπούλου

Πρώτες δημοσιεύσεις
Το διήγημα «Κισμέτ παστουνβαλί» δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Οροπέδιο, τεύχος 8, χειμώνας 2009-10, και στο ιστολόγιο του περιοδικού τον Σεπτέμβρη του 2012.
Το διήγημα «Οι πιλοτοφύλακες» περιέχεται στο συλλογικό
Ελα στη θέση μου, 20 διηγήματα για την αλληλεγγύη, εκδόσεις Ταξιδευτής, 2015.
Επίσης, μαζί με άλλα έξι από το ίδιο βιβλίο διαμορφώθηκαν στα εφτά μονόπρακτα της θεατρικής παράστασης Έλα στη θέση μου (Θέατρο Αγορά Πάτρας, χειμώνας 2016-2017).

ΡΟΜ ΖΟΡΙ ΤΕ ΑΒΕΣ, Τσιγγάνος δύσκολο να είσαι

 

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Πλησιάζει το Πάσχα του 2020 και η 25 χρονη τσιγγάνα Διονυσία είναι ανήσυχη. Βλέπει πως η ζωή τους γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Ο κορονοϊός κατέστρεψε όλες τις ευκολίες τους. Ο Ζαφείρης είναι άνεργος πάνω από ένα μήνα. Τα μαγαζιά είναι κλειστά, η πόλη ερήμωσε, άνθρωπος δεν κυκλοφορεί. Η ζητιανιά δεν δουλεύει πια. Τα έξι παιδιά της, όμως, συνεχίζουν να χρειάζονται φαγητό, τα ρούχα τους, τη φροντίδα τους. Κάθε τόσο ψιθυρίζει την αγαπημένη της φράση: Τσιγγάνα δύσκολο να είσαι, Ρομνί ζόρι τε αβές.
Τα παιδιά της είναι από δύο μέχρι εννιά χρονών. Κατά σειρά είναι ο Μανόλης, η Ζουμπουλία, o Ασημάκης, ο Άχμετ, η Εμμανουέλλα και η μεγάλη η Παγώνα. Οι δυο μεγάλες, Εμμανουέλλα και Παγώνα, πάνε σχολείο, αλλά τώρα είναι κλειστό.
Τις δυο μεγάλες τις έκανε με τον άντρα που παντρεύτηκε μικρή, έναν Αργύρη. Χώρισαν, όμως, νωρίς. Ήταν χωμένος στα ναρκωτικά μέχρι το λαιμό, τον έδιωξε η ίδια και γλύτωσε.
Η Διονυσία από μικρή ήξερε πως αρέσει στους άντρες, ποτέ της δεν είχε πρόβλημα. Έτσι γρήγορα κατέληξε στο Ζαφείρη. Είναι μαζί οκτώ χρόνια, ζουν κανονικά σαν αντρόγυνο, έκαναν και τέσσερα παιδιά. Μέχρι τώρα δεν είχε παράπονο από τη ζωή της. Τώρα, όμως με τον κορονοϊό όλα γίνονται δύσκολα.

Όταν ο άνεργος Ζαφείρης δέχτηκε το τηλεφώνημα του Ασημάκη Βασιλάρη άρχισε να ελπίζει σε κάποιο μεροκάματο. Μέχρι τις απαγορεύσεις έκανε σταθερά τρία μεροκάματα τη βδομάδα. Δούλευε σε ένα γέρο γεωργό στην Εγλυκάδα,  είχαν γνωριστεί από τότε που η οικογένεια έμενε στον καταυλισμό του Ριγανόκαμπου. Τώρα ο γέρος φοβάται τον κορονοϊό και σταμάτησε τη λαϊκή.
Τα τελευταία χρόνια, τρεις μέρες τη βδομάδα, ο Ζαφείρης ξυπνούσε από τα άγρια χαράματα, καβαλούσε το ποδήλατο και πήγαινε στην Εγλυκάδα. Φόρτωναν το αγροτικό και κατέβαιναν στη λαϊκή. Αργά το μεσημέρι επέστρεφαν στο κτήμα. Εκεί έκανε κάποιες δουλειές στα χωράφια και αργά το απόγευμα, ξεθεωμένος, γύριζε με το ποδήλατο σπίτι του. Πάντα με μια σακούλα λαχανικά και φρούτα, ό,τι είχε μείνει απούλητο στη λαϊκή.

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Ο Βασιλάρης είναι ένας δικός τους, στα 50 του, που τα καταφέρνει με διάφορα μεσιτικά και ζει μια χαρά. Ήταν Μεγάλη Δευτέρα το βράδυ που συναντήθηκε μαζί του στην πλατεία. Έκαναν βόλτες και συζητούσαν περπατώντας.
Δεν είπε πολλά, μπήκε κατ’ ευθείαν στο θέμα.
-Ξέρω την ανάγκη σου, Ζαφείρη, γι αυτό θα σου μιλήσω καθαρά. Έχω μια δουλειά για σένα και την Διονυσία, να βγάλετε εύκολα 2.000.
-Τι δουλειά, κυρ Ασημάκη;
-Ένας Ιρανός μετανάστης, καλοστεκούμενος, είναι χωρίς χαρτιά, παράνομος. Για να μπορέσει να πάρει  χαρτιά θέλει να κάνει ένα παιδί με Ελληνίδα.
-Κι εγώ τι μπορώ να κάνω;
-Να του δώκουμε τη Διονυσία.
-Τη γυναίκα μου; τα έχασε ο Ζαφείρης.
-Δική σου είναι και δική σου θα μείνει. Μην ανησυχείς. Μόνο το παιδί θα είναι δικό του, θα το γράψει δηλαδή για δικό του. Γιατί κι αυτό στο τέλος δικό σας θα μείνει. Είπαμε 2000 είναι αυτές.
Ο Ζαφείρης  προσπαθώντας να σταθμίσει τι σημαίνουν όλα αυτά, αντιπρότεινε.
-Γιατί να μην το κάνω εγώ με τη Διονυσία, και όταν  γεννηθεί το γράφουμε στο όνομά του. Έτσι είχαμε κάνει  με  εκείνον τον Αφγανό και του γράψαμε τον Άχμετ, αν θυμάσαι. Δώκαμε στο παιδί και το όνομά του.
-Όλα τα θυμάμαι, αλλά τώρα άλλαξαν τα πράγματα. Τώρα, Ζαφείρη, ζητάνε τεστ DNA. Κάνουν εξετάσεις σε πατέρα και παιδί και πρέπει να βγαίνει ότι είναι δικό του. Ο Ζαφείρης  έμεινε άφωνος, δεν ήξερε αν έπρεπε να σταματήσει την κουβέντα και να φύγει ή να συνεχίσει να μένει μαζί του. Ο Βασιλάρης συνέχισε.
-Θα πάρεις 1000 μόλις μείνει έγκυος και άλλα 1000 όταν το μωρό γραφτεί στο δημοτολόγιο. Το παιδί, είπαμε δικό σας και όνομα δικό σας, όποιο θέλετε.
Ο Ζαφείρης σκέφτηκε πως αν είχε τη δουλειά του και η ζητιανιά της οικογένειας πήγαινε καλά, θα τον έστελνε στο διάολο, αλλά τώρα; Δύσκολη η απόφαση. Ζήτησε λίγο χρόνο να το σκεφτεί και έφυγε ζαλισμένος, σαν να είχε σκοτεινιάσει ο κόσμος γύρω του. Στο μυαλό του στριφογύριζε μόνο η κουβέντα της Διονυσίας: Ρομ ζόρι τε αβές – τσιγγάνος δύσκολο να είσαι.

Ζωγραφική: Κατερινα Χριστοπούλου

Αποφάσισε να μην το κουβεντιάσει με τη Διονυσία πριν δοκιμάσει άλλες λύσεις. Φοβόταν την αντίδρασή της και δεν ήθελε να τα καταστρέψει όλα.
Τα τελευταία χρόνια έχουν φύγει από τον καταυλισμό, ζουν σε σπίτι και έχει αλλάξει η ζωή τους. Γλύτωσαν από τη λάσπη και τα ποντίκια. Με το επίδομα πολυτεκνίας έχουν νοικιάσει κανονικό σπίτι στην άκρη του παλιού προσφυγικού συνοικισμού. Στον συνοικισμό οι παλιοί ιδιοκτήτες σιγά – σιγά εγκαταλείπουν τα σπίτια τους να πιάσουν καλύτερο σπίτι. Και κάποιες οικογένειες Ρομά βρίσκουν εκεί καταφύγιο. Ο ιδιοκτήτης τους ζήτησε ολόκληρο το επίδομα που παίρνουν κάθε τρίμηνο. Ήταν η πρώτη οικογένεια που θα έμενε στο τετράγωνο, οι γείτονες αντιδρούσαν και αναγκάστηκαν να συμφωνήσουν.
Στην αρχή αντιμετώπισαν τον πόλεμο των μπαλαμών που δεν θέλουν τσιγγάνους στη γειτονιά τους. Ευτυχώς μέσα στο χρόνο νοικιάστηκαν κι άλλα δυο σπίτια σε τσιγγάνους και τώρα πια δεν είναι μόνοι τους.
Το νοίκι πληρώνεται από το επίδομα, και τα υπόλοιπα – φαγητό, ρούχα, ρεύμα, σχολικά κλπ – βγαίνουν από τα μεροκάματα του Ζαφείρη και τη ζητιανιά της Διονυσίας. Μέχρι τώρα τα κατάφερναν καλά.
Σκέφτεται τώρα που είναι άνεργος τι άλλη δουλειά μπορεί να κάνει, σπάει το κεφάλι του, αλλά δεν βρίσκει τίποτα.

Ξέρει ότι σε άλλες εποχές σαν  τσιγγάνος μπορούσε να κάνει πολλές δουλειές. Σιδεράς, γανωτής, αλμπάνης – πεταλωτής, καλαθοπλέκτης. Τώρα, όμως, μόνο η ζητιανιά μένει.  Και τη ζητιανιά δουλειά τη θεωρεί,  ο ίδιος δεν έχει πρόβλημα. Αλλά να, τον πειράζει όταν κάποιοι τον βρίζουν:  «να πας να δουλέψεις, ρε τεμπέλη». Σκέφτεται και καμιά μικροκλοπή, αλλά δεν θέλει να μπλέξει. Αν, όμως, είχε ένα δικό του φορτηγάκι να κάνει τον παλιατζή; Αλλά πως μπορεί να αγοράσει ένα φορτηγάκι μεταχειρισμένο που χρειάζεται 1500 και 2000;
Καμιά φορά σκέφτεται και ένα καλό κλειστό βανάκι,  να γίνει γυρολόγος, να  μπει στο πλανόδιο εμπόριο που έχει καλά λεφτά.  Αλλά βανάκι δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να αποκτήσει και αμέσως το ξεχνάει.
Τη Μεγάλη Τρίτη το βράδυ ο Ζαφείρης ανακοίνωσε στη Διονυσία πως δεν βρίσκει δουλειά και θα αναλάβει να οργανώσουν καλύτερα τη ζητιανιά. Παρά το λίγο κόσμο που κυκλοφορεί θα βγαίνουν όλοι, μαζί και οι δυο μεγάλες που τώρα δεν έχουν σχολείο. Όταν το είπε στα παιδιά, αυτά αντέδρασαν με ξεφωνητά χαράς, το είδαν για παιχνίδι.

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Μεγάλη Τετάρτη από το πρωί πήρε την οικογένεια και κατέβηκαν στην κεντρική πλατεία. Όλη την οικογένεια. Την Διονυσία με το  μικρό Μανόλη στην αγκαλιά την έστησε στη μια γωνία. Τη μικρή Ζουμπουλία με τη μεγάλη Παγώνα σε άλλη. Και τα μεσαία, Ασημάκης – Άχμετ – Εμμανουέλλα, τα άφησε να γυρίζουν στην πλατεία, ελεύθεροι σκοπευτές. Τα συμβούλεψε να μην ξεχνιούνται και πιάνουν το παιχνίδι. Όταν βλέπουν άνθρωπο θα τον πλησιάζουν και θα του λένε κλαψιάρικα, κύριε πεινάμε δώσε να πάρουμε ψωμάκι. Περισσότερο, όμως, στηριζόταν στην Παγώνα που καταλάβαινε. Και στη Διονυσία με το μωρό.
Ο ίδιος ντράπηκε να στηθεί. Γιατί αν στηνόταν ήταν σίγουρο πως θα την άκουγε.

Αποφάσισε να παρακολουθήσει από μακριά την Παγώνα. Πρόσεξε πως οι λίγοι που κυκλοφορούσαν είχαν κρυμμένα τα πρόσωπά τους. Φορούσαν μάσκες, σαν γιατροί στο νοσοκομείο. Μετά απόφευγαν τα κορίτσια και δεν τα πλησίαζαν. Αλλά είδε πως η Παγώνα του δεν κώλωνε και χάρηκε. Αφού αυτοί την απόφευγαν, τους πλησίαζε η ίδια. Οταν περνούσε άνθρωπος τον έπαιρνε από δίπλα. Ο Ζαφείρης ήταν ενθουσιασμένος. Να μην κουράζεται αυτό το κορίτσι και κυρίως να μην απογοητεύεται. Θυμήθηκε μικρός που ζητιάνευε ο ίδιος, τέτοιος ήταν.
Είδε μια ηλικιωμένη κυρία κοντή, με μαγκούρα. Σχεδόν στο ύψος της Παγώνας, περπατούσε αργά – αργά. Και την Παγώνα να την πλησιάζει χοροπηδώντας . Η γριά φορούσε και μάσκα. Η Παγώνα της μιλούσε σαν να τη γνώριζε από παλιά. Καταλάβαινε τι της έλεγε. Κυρία πεινάω, δώσε κάτι και τέτοια. Και ήταν σίγουρος πως θα τα έλεγε κλαίγοντας, αυτό το κορίτσι είναι γεννημένο για ζητιανιά. Και ξαφνικά βλέπει τη γριά να αγριεύει, να σηκώνει τη μαγκούρα να τη κτυπά, και μετά να τη σπρώχνει μακριά. Δεν καλοκατάλαβε αν και πόσο το κορίτσι τραυματίστηκε. Το μυαλό του θόλωσε, σκέφτηκε να ορμήσει να το προστατέψει, αλλά δίστασε, μην τα κάνει χειρότερα. Ησύχασε όταν είδε πως η Παγώνα δεν χαμπάριασε τίποτα. Αμέσως διπλάρωσε έναν γέρο. Αλλά και κει έγιναν σχεδόν τα ίδια.
Το Ζαφείρη τον έζωσαν τα φίδια. Πάει η ζητιανιά, σκέφτηκε, τέλειωσε.
Το μεσημέρι η Παγώνα γύρισε ντροπιασμένη. Σχεδόν με άδεια χέρια. Είχε μαζέψει κάτι ελάχιστα. Τα μικρά τίποτα. Μόνο η Διονυσία με το μωρό, κάτι λίγα.
Όταν έκανε ταμείο απογοητεύτηκε. Κατάλαβε ότι με τη ζητιανιά δεν γίνεται τίποτα όσο υπάρχει αυτός ο καταραμένος κορονοϊός.
Αποφάσισε να μιλήσει στη Διονυσία και να συζητήσουν την πρόταση του Βασιλάρη. Ήξερε πως θα είναι μια δύσκολη συζήτηση. Θυμήθηκε πάλι το Ρομ ζόρι τε αβές – τσιγγάνος δύσκολο να είσαι.

Η Διονυσία πρόπερσι που γέννησε το έκτο παιδί της είχε σχέδιο να κάνει στείρωση, κι ας ήταν 23 χρονών. Δεν ήθελε με τίποτα έβδομο παιδί. Αλλά δεν τα κατάφερε. Ο γιατρός, είπε, πως δεν γινόταν. Θα γεννούσε φυσιολογικά και δεν είχε νόημα να της κάνει στείρωση, δηλαδή καισαρική τομή. Αλλά ούτε και ο ίδιος είχε χρόνο, είχε κι άλλες γέννες. Γέννησε εύκολα μόνο με τη μαία, ο γιατρός έριξε μόνο μια ματιά. Την έδιωξε και όταν παραπονέθηκε της είπε να τον επισκεφτεί μετά από τρεις τέσσερις  μήνες.  Σε πέντε μήνες η Διονυσία τον αναζήτησε αλλά δεν τον βρήκε. Κι όταν είπε στο τμήμα πως θέλει να κάνει στείρωση, δεν αντέχει άλλα παιδιά, την κορόιδευαν και γελούσαν. Της ζητούσαν χαρτιά από γιατρούς και ψυχολόγους και της μιλούσαν για προφυλακτικά, για σπιράλ και άλλα. Απογοητεύτηκε και εγκατέλειψε το σχέδιό της στείρωσης.
Συζήτησε, όμως,  με το Ζαφείρη το ζήτημα και τα συμφώνησαν. Όχι άλλο παιδί. Δεν θα την πλησιάζει εκτός κι έχει στα χέρια του προφυλακτικό. Δυο ολόκληρα χρόνια το κράτησαν και απόφυγαν το έβδομο παιδί. Και τώρα ο ίδιος ο Ζαφείρης της προτείνει έβδομο. Όχι δικό του αλλά με  έναν Ιρανό που θα τους πληρώσει 2000. Παράξενη πρόταση.
Με τον Ιρανό, είπε ο Ζαφείρης  θα είναι αλλιώς. Δεν πάει μαζί του  να το ευχαριστηθεί, ούτε γιατί τον αγαπάει. Δεν πάει με την καρδιά της αλλά μόνο με το σώμα της. Πηγαίνει  για μια σωματική δουλειά. Γιατί η οικογένεια είναι σε ανάγκη. Γιατί της το ζητάει ο Ζαφείρης. Να δώκει το κορμί της, μόνο το κορμί της, σε αυτόν τον άγνωστο άντρα, να βγάλουν κάποια χρήματα τώρα στα δύσκολα. Αν καταφέρουν να τα φυλάξουν θα πάρει ένα φορτηγάκι, να κάνει τον παλιατζή. Άσε που τις Κυριακές η οικογένεια θα πηγαίνει βόλτα και το καλοκαίρι θα κάνουν και τα θαλασσινά μπάνια τους. Το σκέφτηκε η Διονυσία και είπε ναι. Να βοηθήσει το σπίτι, να μπορέσει ο Ζαφείρης να αγοράσει το φορτηγάκι. Αλλά υπήρχε και άλλος ένας λόγος, πολύ προσωπικός. Ήθελε και η ίδια να σπάσει τη ρουτίνα της ζωής της. Να δοκιμάσει κάτι άλλο. Κάτι αβέρτουρλι, κάτι διαφορετικό, κι ας φαίνεται ζόρι.

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Η Διονυσία πριν πάει στον Ιρανό, τον γνώρισε σπίτι της. Την Δευτέρα του Πάσχα τον έφερε ο ίδιος ο Ζαφείρης και ήπιαν καφέ. Κουβεντιάσανε και οι τρεις στα ελληνικά,  ο Ιρανός τα μιλάει καλά. Ονομάζεται Γκασπάρ. Είναι ψηλός, ωραίος και ευγενικός άντρας. Είναι και σκουρόχρωμος σαν Ρομά. Το παιδί που θα γεννηθεί δεν θα ξεχωρίζει από τα άλλα της, άσε που θα του βάλουν και χριστιανικό όνομα.
Γνωρίζει καλά, τους είπε, τη γλώσσα φαρσί και τη γλώσσα παστούν. Μιλιούνται σε πολλές χώρες της Ανατολής. Ο Ζαφείρης και η Διονυσία αντιμετώπισαν με αδιαφορία την πληροφορία,  πρώτη φορά   άκουγαν τέτοιες γλώσσες. Εντυπωσιάστηκαν, όμως, όταν ο Γκασπάρ τους εξήγησε ότι  με  αυτές,  εδώ στην Ελλάδα, δουλεύει διερμηνέας. Τον χρησιμοποιούν, είπε,  μετανάστες, αστυνομία, δικαστήρια, δημόσιες υπηρεσίες. Τον κοιτούσαν με θαυμασμό και απορία, αλλά  δεν ρώτησαν  περισσότερα.

Τους ενημέρωσε ότι μένει σε μια μικρή γκαρσονιέρα στην οδό Τριών Ναυάρχων, τους έδωσε και τον αριθμό. Στο τέλος έκλεισαν και το ραντεβού. Κυριακή του Θωμά το απόγευμα, ώρα 6, στην γκαρσονιέρα του.

Το Σάββατο το απόγευμα, όταν ο Ζαφείρης έλειπε από το σπίτι, η Διονυσία μπανιαρίστηκε. Δεν ήθελε να βρίσκεται και αυτός σπίτι, καταλάβαινε πως θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Το απόγευμα της Κυριακής, που ο Ζαφείρης ήταν σπίτι και την έβλεπε, αποφάσισε να ντυθεί πρόχειρα και παραδοσιακά. Φόρεσε την μακριά μαύρη φουστάνα της κι έδεσε ένα κίτρινο μαντίλι στα μαλλιά. Δεν έβαψε τα μάτια και τα χείλη της όπως συνήθιζε.  Όλα για χάρη του Ζαφείρη που παρακολουθούσε τις ετοιμασίες της αμίλητος και ανταριασμένος. Του άφησε τα παιδιά κι έφυγε για το ραντεβού.
Η πόλη ήταν έρημη, αλλά σε ολόκληρη τη διαδρομή από τον προσφυγικό συνοικισμό μέχρι την Τριών Ναυάρχων, τα άνθια από τις νεραντζιές και τα νεαρά βλαστάρια  από τις βαγιές μοσχομύριζαν μεθυστικά.

Όταν γύρισε σπίτι δεν είπε πολλά, ούτε ο Ζαφείρης ζήτησε να μάθει. Καλά πέρασα, σκεφτόταν η Διονυσία. Όχι τόσο στο κρεβάτι, όσο στην κουβέντα. Συζήτησαν αρκετά και αυτό της άρεσε.
Έμαθε ότι είναι παντρεμένος με τρία παιδιά. Ότι θέλει χαρτιά να μπορέσει να φέρει την οικογένεια στην Ελλάδα. Και ότι η γυναίκα του τα ξέρει όλα και συμφώνησε μαζί του, αφού μόνον αυτός ο δρόμος υπάρχει.
Μετά από 15 μέρες η περίοδος ήρθε κανονικά, δεν είχε μείνει έγκυος. Σε 10 μέρες πήγε για δεύτερη συνάντηση. Ούτε στη δεύτερη τα κατάφεραν.

Ο Ζαφείρης άρχισε να ανησυχεί και να νευριάζει. Όταν η Διονυσία ξεκίνησε να πάει για τρίτη φορά, ο Ζαφείρης έχασε την ψυχραιμία του. Φοβήθηκε, νόμιζε ότι της αρέσει ο Ιρανός. Άσε που η συμφωνία πρόβλεπε πως στο διάστημα αυτό δεν πρέπει να  την αγγίζει. Γιατί το παιδί πρέπει  να είναι 100 τα 100 του Ιρανού. Πάνω στο θυμό του της ζήτησε ακόμη και να ακυρώσει τη συμφωνία. Αλλά μετά, το ξανασκέφτηκε. Αφού το κακό έγινε δυο φορές τι νόημα θα είχε;

Η Διονυσία έμεινε έγκυος με την τρίτη φορά. Ηρέμησε και ο Ζαφείρης, το μαρτύριό του σαν να πήρε ένα τέλος. Πήρε και τα  1000 και τώρα ψάχνει τις μάντρες για μεταχειρισμένο φορτηγάκι.
Και η Διονυσία είναι πιο ήρεμη. Σαν αυτό το μωρό που έχει μέσα της να την άλλαξε. Γιατί καταλαβαίνει πως αυτή τη φορά έχει ένα διαφορετικό μωρό στη μήτρα της. Και είναι διαφορετικό. Γιατί το έπιασε με έναν άντρα διαφορετικό. Δεν το θέλει, αλλά πολλές φορές συγκρίνει τον Γκασπάρ με τον Ζαφείρη της. Όταν ο Ζαφείρης βρίσκεται σπίτι, και τον κοιτάζει, παρατηρεί τους τρόπους, τις κουβέντες του, και τότε βλέπει τη διαφορά και την πιάνει κάτι σαν παράπονο. Δεν του έχει πει τίποτα, δεν είναι και χαζή, τέτοια δεν λέγονται. Τα βράδια που ξαπλώνουν, και ο Ζαφείρης απλώνει χέρι πάνω της, η Διονυσία αργά και σταθερά του πιάνει το χέρι.
-Το μωρό είναι ξένο, του λέει. Γιαμπαζίο μπεμπέκο και σταθερά απομακρύνει το χέρι του από πάνω της. Και όταν ο Ζαφείρης γυρίζει θυμωμένος από την άλλη μεριά, του χαϊδεύει το χέρι που μόλις απομάκρυνε από πάνω της και του ψιθυρίζει: Ρομ ζόρι τε αβές. Τσιγγάνος δύσκολο να είσαι.

ΡΟΜΑΝΙ ΤΣΟΡΙΠΕ – Τσιγγάνικη φτώχεια στις μέρες του κορονοϊού

Moving out.
Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Το πρωί της 23ης Μάρτη, ημέρα Δευτέρα, η Κυριακή ξύπνησε τα τέσσερα μεγαλύτερα  παιδιά της. Παρά τον χειμωνιάτικο καιρό, έπρεπε να βγουν στους δρόμους για δουλειά. Να μαζέψουν λίγα χρήματα  να φάνε και να αγοράσουν καινούρια φιάλη που από χτες έχει αδειάσει. Μετά τα παιδιά προσπάθησε να ξυπνήσει το Χρήστο, που διαμαρτυρήθηκε.
-Άσε, μωρή, να κοιμηθώ.
-Ξύπνα τεμπέλη, παλιοκχαντινό. Σήκω μπεκρούλιακα.
Ο Χρήστος δεν ήταν πάντα τεμπέλης. Ούτε έπινε κάθε βράδυ. Παλιότερα είχε ένα μικρό φορτηγάκι datsun, και έκανε τον παλιατζή. Μάζευε παλιά σίδερα, χαρτόκουτα, χαλασμένες ηλεκτρικές συσκευές, ό,τι έβρισκε. Τα έδινε για ανακύκλωση και κάτι έβγαζε. Τον τελευταίο χρόνο, όμως, το φορτηγάκι κατέρρευσε. Δεν κατάφερε να το επισκευάσει και το εγκατέλειψε.  Είναι κάτι που δεν το θέλει, αλλά το έχει αποδεχτεί. Για να βοηθήσει την οικογένεια, δεν έχει άλλο δρόμο από τη διακονιά. Ίσως και κάποιες  μικροκλοπές. Αλλά αυτές τις φοβάται. Αν κάτι στραβώσει θα αφήσει την Κυριακή μονάχη, με έξι, και σε λίγο επτά, μικρά παιδιά.  Πίνει, λοιπόν,  Κάθε βράδυ, έχει δίπλα του μια πλαστική μπουκάλα κρασί και το πίνει λίγο λίγο. Μόνο έτσι, λέει,  μπορεί να  κοιμηθεί.

Η εγκυμονούσα Κυριακή αποτελεί την κεφαλή της οικογένειας. Η οικογένεια αποτελείται από αυτήν, το  Χρήστο και 6 μικρά παιδιά: Από ενός έτους μέχρι την Κωνσταντίνα 10 χρονών. Η Κωνσταντίνα, που βρίσκεται στα όρια παιδικής – εφηβικής ηλικίας είναι η πολύτιμη βοηθός της στη φροντίδα των μικρών αλλά και στη ζητιανιά.

Το βράδυ της 22ας του Μάρτη η οικογένεια κοιμήθηκε σε μια αποθήκη στην γειτονιά τους την Αγυιά. Τους την παραχώρησε μετά από παρακάλια μια ηλικιωμένη κυρία που τους «γνώριζε». Λυπήθηκε την Κυριακή που είναι έγκυος και μάλιστα σε προχωρημένη εγκυμοσύνη.
Όταν τα παιδιά σηκώθηκαν η Κυριακή τα ένιψε με λίγο νερό από ένα πλαστικό δοχείο και σήκωσε με τη βία το Χρήστο. Αυτή τη φορά του έριξε κάμποσο νερό στο πρόσωπο, φωνάζοντας.
-Ξύπνα κχαντινό, έι ματό – μπεκρούλιακα.
Όταν επί τέλους ο Χρήστος σηκώθηκε, έκρυψαν το μικρό νοικοκυριό τους σε μια γωνιά  να μην πολυφαίνεται, φόρτωσαν τα δυο μωρά, ακόμη κοιμισμένα,  στο καροτσάκι και ξεκίνησαν.

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Φυσούσε ένας κρύος βοριάς που τους πάγωνε. Η Κυριακή σκέπασε τα μωρά όσο καλύτερα μπορούσε και έδωσε το σύνθημα να ταχύνουν το βήμα να ζεσταθούν. Η Κωνσταντίνα μαζί με  τα τρία αδέλφάκια της  άρχισαν να τρέχουν, παίζοντας κυνηγητό.  Τα παιδιά έφυγαν μπροστά και η  Κυριακή ανήσυχη, μην πεταχτεί ξαφνικά κανένα αυτοκίνητο, τους έβαλε τις φωνές. Τότε πρόσεξε πως οι δρόμοι ήταν σχεδόν έρημοι. Αλλά και η πλατεία όταν έφτασαν, ήταν σχεδόν άδεια.
-Τι τρέχει σήμερα, ρε Χρήστο; Γιατί τόση ερημιά;
-Είναι πρωί. Φαγώθηκες να μας ξυπνήσεις νωρίς, γκρίνιαξε αυτός. Η Κυριακή δεν μίλησε. Ξέρει ότι δεν είναι πρωί. Κάτι άλλο συμβαίνει.
Όπως κάθε μέρα έστειλε τα τρία μεγαλύτερα στις γωνίες της πλατείες και η οικογένεια στήθηκε υπομονετικά. Όταν το μεσημέρι έγινε ταμείο, η οικογένεια ίσα που δεν έκλαψε. Δεν είχαν μαζέψει ούτε δυο ευρώ. Ακόμη και η Κωνσταντίνα, που συνήθως μαζεύει τα περισσότερα, ήρθε με άδεια χέρια. Πώς θα φάνε; Πώς θα γεμίσουν τη φιάλη;
Ήταν η 23η του Μάρτη 2020. Από τις 6 το πρωί είχε  επιβληθεί γενικό απαγορευτικό  στην κυκλοφορία και σε κάθε  εμπορική δραστηριότητα.  Αλλά κανείς δεν είχε φροντίσει να ενημερώσει για αυτό την Κυριακή και το Χρήστο.
Κατά το απόγευμα η Κυριακή κτύπησε το κουδούνι της κ. Ιωάννας και μίλησαν στο θυροτηλέφωνο.
-Η Κυριακή είμαι.
-Τι κάνεις, βρε Κυριακή;
Η κυρία Ιωάννα τα τελευταία χρόνια φροντίζει και συμβουλεύει την οικογένεια.
-Μωρέ, κυρά Ιωάννα, γιατί είναι άδειοι οι δρόμοι; Πού χαθήκαν οι ανθρώποι; Μην είναι φευγάτοι για τίποτα διακοπές;
-Α, δεν το ξέρεις; Είμαστε όλοι κλεισμένοι στα σπίτια μας.
-Γιατί, τι πάθατε;
-Κυκλοφορεί μια αρρώστια, ένας κορονοϊός. Πρέπει να αποφεύγουμε ο ένας τον άλλον να μην κολλήσουμε.
-Μέχρι πότε;
-Μέχρι… μέχρι οι γιατροί να βρουν το φάρμακο.
-Και πότε θα γίνει αυτό;
-Τι να σου πω. Μπορεί να πάρει και δυο και τρεις μήνες.
-Μήνες; Οχού, και πώς θα ζήσουμε; Πάει χαθήκαμε. Μωρέ κυρά Ιωάννα, σήμερα διακονιά όλη μέρα… τσοριπέ, τίποτα σου λέω. Πεινάνε τα παιδιά.
-Καλά περίμενε κάτω. Θα βγω στο μπαλκόνι.
-Νάσαι καλά, ούτε η μάννα μου.
Η κυρία Ιωάννα βγήκε στο μπαλκόνι του 2ου ορόφου με μια πλαστική σακούλα. Με ένα χοντρό σπάγκο την κατέβασε, φωνάζοντας.
-Μέσα έχω πέντε ευρώ και ένα σαπούνι. Να πλένετε τα χέρια σας.
Η Κυριακή ρώτησε εκείνο που την ενδιέφερε.
-Πού μπορώ να διακονέψω, κυρά Ιωάννα; Πού λες να είναι οι ανθρώποι;
-Έξω από τα σούπερ μάρκετ, οπωσδήποτε. Και Παρασκευή βράδυ – Κυριακή πρωί στις εκκλησίες. Να σε ρωτήσω, βρήκατε σπίτι;
-Σ’ ένα χαμοκέλι μείναμε το βράδυ.
-Να ψάξεις να βρεις σπίτι.
-Τώρα δεν γίνεται. Όταν πάρουμε το επίδομα.

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Η οικογένεια τα τελευταία χρόνια παίρνει ένα επίδομα πολυτέκνων 1200 ευρώ το τρίμηνο. Με αυτό το επίδομα άλλαξε η ζωή τους. Άφησαν τον καταυλισμό των Ρομά στο Ρηγανόκαμπο και την ξύλινη καλύβα τους  και από τότε ζουν σε κανονικό σπίτι. Έχουν αλλάξει πολλά σπίτια. Στο τελευταίο, έκαναν τη συμφωνία να δίνουν 900 το τρίμηνο. Πριν ένα μήνα που πληρώθηκαν, η Κυριακή αποφάσισε να μην δώσει όλα τα νοίκια και να αγοράσει στα τρία μεγάλα παιδιά παπούτσια, ρούχα και σχολικά είδη. Την είχε απειλήσει η δασκάλα πως θα τα έδιωχνε από το σχολείο. Αλλά  τα παιδιά έπρεπε να συνεχίσουν το  σχολείο για να συνεχίσει και το επίδομα. Το απότελεσμα ήταν τα  νοίκια να μην πληρωθούν. Η Κυριακή ξόδεψε κάποια παραπάνω, άρπαξε και ο Χρήστος 400, ήθελε να επισκευάσει το φορτηγάκι, είπε. Ο ιδιοκτήτης αγρίεψε,  έβγαλε από τον εισαγγελέα απόφαση έξωσης και τους έδιωξε. Πρόλαβαν και πήραν μαζί τους μόνο τα απαραίτητα. Μερικές κουβέρτες και το μαγειρείο τους: το πετρογκάζ με τη φιάλη και κάτι κατσαρολικά που τα φόρτωσαν σε ένα καροτσάκι. Σε ένα άλλο φόρτωσαν τα δυο μικρά παιδιά που δεν περπατούν ακόμη καλά. Θα νοικιάσουν νέο σπίτι μετά από δυο μήνες, όταν πληρωθούν το νέο επίδομα.

Την Παρασκευή 27 Μάρτη το βράδυ, η Κυριακή στήθηκε από νωρίς έξω από την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου της Αγυιάς, με ένα  μωρό στην αγκαλιά. Έκανε κρύο και πάγωνε. Περπατούσε από γωνιά σε γωνιά να ζεσταθεί, περιμένοντας να ανοίξει η εκκλησία. Αλλά η εκκλησία  δεν άνοιξε.
Απελπισμένη ξανακτύπησε το κουδούνι.
-Μωρέ κυρά Ιωάννα, γιατί η εκκλησία είναι κλειστή;
-Ξέρεις, δεν έχει χαιρετισμούς.
-Την Κυριακή, τη Μεγάλη βδομάδα, θα ανοίξει;
-Ούτε, όλες οι εκκλησίες θα είναι κλειστές.
-Και τι θα κάνω, πώς θα ζήσουμε;
-Κοίτα, Κυριακή, πρέπει να αποφεύγετε τον κόσμο. Όλοι κινδυνεύουμε από τον κορονοϊό.
-Γι’ αυτό δεν κατεβαίνεις κάτω να μας μιλήσεις όπως παλιά;
-Γι αυτό. Να μένεις μέσα στο σπίτι περισσότερο, να προστατέψεις τα παιδιά σου και το μωρό που θα γεννήσεις.
-Τι σπίτι, στο δρόμο είμαστε.
-Όπου και να είστε, μην το παίρνετε  αψήφιστα. Να φοβάστε  τον κορονοϊό.
-Εγώ την πείνα φοβάμαι, κυρά Ιωάννα, όχι τον κορονοϊό.
-Να πλένετε τα χέρια σας με το σαπούνι.
-Πού; Σάμπως έχω τρεχούμενο νερό;
-Στις βρύσες του δήμου. Όπου βρίσκεις  βρύση, να πλένετε όλοι τα χέρια σας.
-Καλά, κυρά Ιωάννα.
Η κυρία Ιωάννα αναλογίστηκε την κατάστασή της οικογένειας και  έκανε στην Κυριακή  μια πρόταση.
-Τι λες, δεν πας στον ξενώνα αστέγων του Δήμου; Εκεί θα μπορείς να πλένεις τα παιδιά, να πλυθείς και συ, στην κατάσταση που είσαι. Θέλεις να κάνω ένα τηλεφώνημα, να δούμε τι γίνεται;
Η Κυριακή συμφώνησε. Έδειξε πως της φάνηκε καλή ιδέα.
-Ναι, για κάνε το.
Επί τόπου η κυρία Ιωάννα πήρε τηλέφωνο τον αντιδήμαρχο. Του εξήγησε πως έξι παιδιά κοιμούνται στο δρόμο κι αυτός ανταποκρίθηκε, δίνοντας και τις σχετικές οδηγίες. Και η κυρία Ιωάννα ανακοίνωσε περιχαρής στην Κυριακή.
-Κυριακή, τα κανόνισα όλα. Ξεκίνα τώρα αμέσως. Είναι εκεί ο κοινωνικός λειτουργός και σε περιμένει.
Η Κυριακή πάγωσε.
-Κοινωνικός λειτουργός είπες;
-Ναι, τι έπαθες;
-Κυρά Ιωάννα, τον φοβάμαι. Θα μου πάρει τα παιδιά να τα πάει σε κανά ίδρυμα. Αυτά τα παιδιά είναι όλη μου η ζωή. Αν μου τα πάρει, γιατί να ζω… Ίσα που δεν έκλαιγε.
-Να τους πεις ότι έχεις βρει σπίτι και σε μια βδομάδα θα μπεις μέσα. Να με πάρει τηλέφωνο να το βεβαιώσω. Κατάλαβες;
-Καλά, θα δω.

Η Κυριακή δεν πήγε στον ξενώνα. Η  οικογένεια συνεχίζει να κοιμάται από δω κι από κει  και να γυρίζει στους δρόμους ζητιανεύοντας. Δεν την πειράζει, άλλωστε ο καιρός ζέστανε, μπήκε πια η Άνοιξη,  Εκείνο που την στεναχωρεί είναι πως οι ελάχιστοι άνθρωποι που κυκλοφορούν αποφεύγουν και να τους κοιτάξουν. Άσε που φορούν συνέχεια μάσκες. Με αποτέλεσμα η είσπραξη κάθε  μέρας να είναι ένα τίποτα. Δεν φτάνει ούτε για ψωμί. Πρώτη φορά συμβαίνει κάτι τέτοιο. Μέχρι τώρα δεν είχαν ζήσει τόση  φτώχεια. Η μόνη τους ελπίδα τώρα είναι οι κάδοι των μεγάλων σούπερ μάρκετ. Εκεί πετούν ληγμένα τρόφιμα και χαλασμένα φρούτα. Αλλά και στους κάδους αυτές τις μέρες  μαζεύονται πολλοί, τσιγγάνοι και μετανάστες.

Ξανακτύπησε το κουδούνι.
-Κυρά Ιωάννα, στεκόμουν έξω από το σούπερ μάρκετ και μου ζήτησαν χαρτί. Μας βάλανε πρόστιμο 150 σε μένα και 150 στο Χρήστο. Τι πράματα είναι αυτά; Πρώτη φορά τα βλέπω.
-Μην ανησυχείς, μωρέ Κυριακή, δεν πρόκειται να το πληρώσεις, της είπε να την καθησυχάσει.
-Άκουγα όλα τα χρόνια να λένε φτώχεια, φτώχεια, φτώχεια. Αλλά εμείς ποτέ δεν την καταλάβαμε. Τώρα καταλαβαίνω τι θα πει ρομανί τσοριπέ.
-Πώς το είπες;
-Λέω, τι θα πει τσιγγάνικη φτώχεια. Έχεις τίποτα; Έχω τα παιδιά νηστικά.

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Τη Μεγάλη Τετάρτη το βράδυ η μικρή Κωνσταντίνα φρόντισε να  βάλει τα αδέρφια της για ύπνο. Η μάννα της από το πρωί βρίσκεται στο νοσοκομείο να γεννήσει. Ευτυχώς είχε φροντίσει και δεν τους άφησε στο δρόμο, τους βρήκε ένα παλιό σπίτι. Παρακάλεσε μια καλή κυρία και αυτή τους επέτρεψε να μείνουν για λίγες μέρες. Είναι χωρίς ρεύμα και χωρίς νερό, αλλά είναι σπίτι.
Σκέφτεται τη μάννα της που αύριο μεθαύριο θα επιστρέψει με το νέο μωρό. Θα είναι για την Κωνσταντίνα το καλύτερο πασχαλιάτικο δώρο.  Νοιώθει να πλημμυρίζει από χαρά που θα έχουν μαζί τους ένα μικρό, μικρούλικο μωράκι, σαν παιχνίδι. Η μάννα της θα το βυζαίνει, και αυτή μετά, χορτάτο,  θα το παίρνει στην  αγκαλιά  της και θα το νανουρίζει. Ανησυχεί, όμως, γιατί άκουσε μερικά πράγματα που δεν της αρέσουν.
Μια μέρα το αυτί της έπιασε τη μάνα της που έλεγε  στην κυρία Ιωάννα.
-Το θες, μωρέ κυρά Ιωάννα, να στο χαρίσω; Δεν θα τα καταφέρω.
Δεν κατάλαβε  τι απάντησε η κυρά Ιωάννα, αλλά από μέσα της ευχήθηκε να μην το θέλει.
Ούτε ο πατέρας συμφωνεί με κάτι τέτοιο. Τον άκουσε μια νύχτα να λέει στη μάνα της.
-Μην το δώσεις. Έχω κάτι καλύτερο.
-Τι σκέφτεσαι, μωρε Χρήστο;
-Μου ζήτησε ένας Αφγανός να το γράψει στο όνομά του, να πάρει χαρτιά. Πληρώνει μέχρι και και 500.
Και η μάννα της τού είπε.
-Αυτός θα θέλει να του δώκουμε όνομα αφγανικό: Ιμπραήμ, Αλή, Μωχαμέτ και τέτοια. Εγώ θέλω να του δώκουμε χριστιανικό όνομα. Αν δέχεται χριστιανικό, να το κουβεντιάσουμε.
Η Κωνσταντίνα καταλαβαίνει τι σημαίνει να το δώσει χάρισμα  στην κυρά Ιωάννα. Αλλά να το γράψει στον Αφγανό δεν το καταλαβαίνει. Και ό,τι δεν καταλαβαίνει τη φοβίζει. Αν το γράψει ο Αφγανός και του δώσει αφγανικό όνομα, το μωρό θα μιλάει και αφγανικά. Τότε τι μωρό δικό τους θάναι; Όπως τα σκέφτεται καταλήγει πως είναι καλύτερο να το κρατήσει η  κυρία, παρά να το γράψει ο Αφγανός. Αν δεχτεί η κυρία, θα μπορεί κι αυτή να μπαίνει ελεύθερα στο σπίτι της. Τι μεγάλη αδελφή του θα είναι; Όχι σαν τώρα που η κυρία τους κάνει την καλή, αλλά δεν τους αφήνει να περάσουν την πόρτα της.

Ένα ροχαλητό του πατέρα της την επανέφερε στην πραγματικότητα. Τον είδε να κοιμάται βαριά και σκέφτηκε πως πρέπει να είναι μεθυσμένος από το κρασί. Δεν ανησυχεί. Ξέρει πως όταν  ξυπνήσει θάναι μια χαρά.

Η Κωνσταντίνα ξέρει πως πρέπει να φροντίσει την οικογένεια. Τα παιδιά πεινάνε. Και η ίδια δεν αισθάνεται καλά, χτες το βράδυ δεν έφαγαν τίποτα. Δεν τη φοβίζει η ζητιανιά. Όταν η μάνα της δεν είναι καλά ή κάποιο από τα αδέλφια της είναι άρρωστο και το πηγαίνει στο νοσοκομείο, βγαίνει μόνη της. Εκεί γύρω, στη γειτονιά τους, την Αγυιά. Έτσι και σήμερα ετοιμάζεται να βγει, να πιάσει δουλειά. Σκέφτεται να πάρει μαζί της και το καροτσάκι με το μωρό. Ίσως με το μωρό να πάει καλύτερα η δουλειά.
Δεν φοβάται που θα γυρίζει μόνη της στους δρόμους. Απ’ εναντίας της αρέσει. Είναι μια ευκαιρία να μιλάει με ανθρώπους, να τους κάνει σκέρτσα και χορευτικές φιγούρες και να τους καταφέρνει να της δίνουν κάτι.
Εκείνο που φοβάται η μικρή «Εσμεράλδα της Αγυιάς» είναι κάτι άλλο. Κάποιοι, για να της  δώσουν κάτι, την τσιμπάνε στα μικρά της στήθη και την πονάνε. Έτσι έγινε την προηγούμενη φορά. Όταν το είπε στη μάννα της αυτή γέλασε.
-Ε, δεν έγινε και τίποτα. Αύριο θα γίνεις γυναίκα και όλο και κάποιος θα στα πιλατεύει.
-Μα γιατί; απόρησε η Κωνσταντίνα.
-Ο Θεός γιατί μας δίνει βυζιά νομίζεις; Μόνο για να βυζαίνουμε τα μωρά; Άντε πήγαινε τώρα και μη φοβάσαι, την καθησύχασε.

Μεγάλη Τετάρτη πρωί και η  Κωνσταντίνα σπρώχνοντας  το καροτσάκι με το μωρό  βγήκε στο δρόμο.  Ξέρει ότι θα κυκλοφορούν  λίγοι ανθρώποι, αλλά  είναι αισιόδοξη. Αυτοί οι λίγοι που θα συναντήσει κάτι θα δώσουν. Έχει τον τρόπο της και θα τους καταφέρει. Έστω και ένα δεκάλεπτο. Αν είναι τυχερή, θα βρεθούν και κάποιοι να δώσουν παραπάνω, μπορεί και ένα ευρώ. Θα μαζέψει σίγουρα μέχρι το μεσημέρι πέντε έξι ευρώ, μπορεί και παραπάνω. Θα ψωνίσει ψωμί, ντομάτες και κάμποσες  φέτες τυρί να φάνε. Αν μαζέψει περισσότερα, θα αγοράσει και μια μπουκάλα κρασί. Να την κάνει δώρο στον πατέρα της.

Σ.Ν. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ: Γιατί σ’ εμένα;: Μια παρουσίαση

Σ.Ν. Φιλιππίδης
Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης
Τομέας Νεοελληνικών Σπουδών

 

Η συλλογή διηγημάτων Γιατί σε μένα; διαπνέεται από μια ευρύτερη θεματική συνοχή: το αντικείμενο όλων των διηγημάτων είναι η περίοδος της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα ή ορθότερα, ο αντίκτυπος που έχει η οικονομική κρίση. Αυτό θέλει να επισημάνει και ο τίτλος Γιατί σ’ εμένα; (Γιατί δηλαδή να συμβεί σε μένα αυτή η τραγική ανατροπή της τύχης μου, η ζωή μου να έρθει τα απάνω κάτω;) Η ποικιλία ωστόσο των χαρακτήρων της πρώτης ενότητας — πρώην δημοσιογράφοι, μια ηθοποιός, καταστηματάρχες και επιχειρηματίες, ένας αντικέρ, όλοι νυν άνεργοι και με χρέη, άντρες και γυναίκες, ηλικιωμένοι, μεσήλικες, νέοι — στοχεύει στο να δείξει ότι το πρόβλημα δεν είναι ατομικό, αλλά συλλογικό.
Εκτός από ένα διήγημα που διαδραματίζεται στην Κόρινθο, όλα τα πλασματικά γεγονότα της αφήγησης εκτυλίσσονται στην φανταστική πόλη της «Εσπερίας» (η οποία χαρακτηρίζεται ως «μεσαία πόλη της Δυτικής Ελλάδας» και που μάλλον είναι η Πάτρα) ή σε περιοχές γύρω της. Η επιλογή τού συγγραφέα όχι μόνο να μην χρησιμοποιήσει το πραγματικό όνομα της πόλης, αλλά ακόμα και να αποφύγει τη συνήθη τακτική των ρεαλιστών συγγραφέων να χρησιμοποιούν ονόματα τοποθεσιών, οδών, μνημείων, κλπ. προς επίτευξη της αληθοφάνειας, δείχνει ότι στόχος του είναι να παρουσιάσει την κρίση ως πανελλαδική.
Είναι σαφής η πρόθεση του συγγραφέα να κάνει πολιτική πεζογραφία αριστερής κριτικής τοποθέτησης όχι μόνο από αυτά που βάζει τους χαρακτήρες του να λένε, αλλά και από την επιλογή της ρεαλιστικής αναπαράστασης και των εκτενών διαλογικών μερών. Τα διηγήματά του ωστόσο δεν καταλήγουν να είναι προπαγανδιστικά κείμενα, αλλ’ αντιθέτως ο πολιτικός προβληματισμός και —κυρίως— η ανθρωπιστική διάσταση που εντόνως αυτά αποπνέουν, ανατρέπουν την πρόθεση τού συγγραφέα ή —εάν θέλετε— την ενισχύουν.

Θα ήθελα να επιμείνω σε αυτό το τελευταίο σημείο διευκρινίζοντάς το περαιτέρω. Ο Χριστόπουλος δεν προτείνει έτοιμες λύσεις στα κοινωνικά προβλήματα. Αφήνει κάποτε τους χαρακτήρες του να υπερασπίζονται πολιτικές απόψεις, προς τις οποίες προφανώς αντιτίθεται, δίχως ο ίδιος να αρθρώνει εύκολο αντιρρητικό λόγο (βλέπε —λόγου χάριν— τις συζητήσεις με τον Μωυσή Βενετόπουλο στην αντίστοιχη ενότητα). Και, όταν επισημαίνεται από κάποιους άνεργους ότι η ελληνική ή η ευρωπαϊκή πολιτική οδήγησε την Ελλάδα στην κρίση, περισσότερο εκφράζονται διαπιστώσεις και επισημαίνονται αλήθειες παρά υποδεικνύονται πολιτικές λύσεις. Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστόπουλος είναι αληθινός ρεαλιστής και όχι ένας συγγραφέας με ξύλινο λόγο.
Όπου η ανθρωπιστική διάσταση βρίσκεται στο προσκήνιο, ενώ η οικονομική κρίση αποβαίνει έμμεσος στόχος, είναι —κατά τη γνώμη μου— το καλύτερο σημείο των διηγημάτων. Θα φέρω για παράδειγμα διηγήματα που αναφέρονται σε πρόσφυγες, τους «ανεπιθύμητους». Είναι όλα γραμμένα σε τρίτο πρόσωπο, ο αφηγητής δηλαδή στέκεται στο βάθος.
Το πρώτο, «Τα χαμογελαστά κορίτσια», έχει ως ηρωίδες δύο Ρουμάνες, την Σίλβια και την Νάντια. Η Σίλβια χρωστά ακόμα χρήματα στους λαθρέμπορους που την έφεραν στην Ελλάδατο 1996, είναι άνεργη και εκείνοι την πιέζουν. Η φίλη της, που εργάζεται σε μπαρ, αδυνατεί να την βοηθήσει, γιατί με την κρίση το αφεντικό της τής έχει μειώσει απελπιστικά το μισθό. Η διήγηση επικεντρώνεται στη λεπτομερή εξήγηση του πώς η Νάντια κατέληξε να παίρνει ψίχουλα. Η απελπισία της μοίρας των δύο γυναικών που ήρθαν στην Ελλάδα για μια καλύτερη τύχη, βγαίνει αφενός μέσα από τη διήγηση της Νάντιας για τη βαθμιαία οικονομική κατάπτωσή της κι από τη σημασία που έχει ένα χαμόγελο που μπορεί ή δεν μπορεί να εκφράσει, όταν σερβίρει πελάτες· και αφετέρου, μέσα από την αδυναμία της Σίλβιας να βρει ένα γέρο ή μια γριά που θα έχουν ανάγκη περίθαλψης από μια φτηνή «λαθρομετανάστρια».
Το δεύτερο, «Κισμέτ παστουνβαλί», αναφέρεται στον Αλή, έναν Αφγανό περιστασιακό διερμηνέα της αστυνομίας της «Εσπερίας», που οι συμπατριώτες του θεωρούν προδότη («ρουφιάνο»), ενώ ο ίδιος —όπως ισχυρίζεται— προσπαθεί πάντα να βοηθήσει («—Δεν κάνω κακό. Καλό κάνω»). Η απελπισία του είναι η μοναξιά του, η πλήρης αποξένωση από τους συμπατριώτες του, την οποία αντιλαμβάνεται ως μοίρα του, «κισμέτ».
Θα ήθελα να συζητήσω ένα τουλάχιστον διήγημα από την πρώτη ενότητα, για να δείξω τη ρεαλιστική τεχνική τού Χριστόπουλου. Στο διήγημα «Είχα την επένδυση έτοιμη», ο κύριος χαρακτήρας είναι ένας 35ετής επιχειρηματίας που χρεοκόπησε. Ο συγγραφέας θέλει να μας παρουσιάσει το πώς βλέπει την κρίση ένας χρεοκοπημένος επιχειρηματίας. Αυτό ίσως θα μπορούσε να αναπαρασταθεί με ένα μονόλογο.  Κάτι τέτοιο, όμως, ούτε ενδιαφέρον θα είχε ως αφήγηση, ούτε αληθοφάνεια. Επιπλέον, θέλει να παρουσιάσει και τη δική του άποψη ως συγγραφέας, τουλάχιστον δευτερευόντως.
Ο επιχειρηματίας (Νίκος το όνομά του) εξηγεί ότι χρεοκόπησε εξαιτίας των υψηλών μισθών τού προσωπικού και των εργατικών διεκδικήσεων που μια αριστερή κυβέρνηση στηρίζει, αλλά η χαριστική βολή υπήρξε το ότι τού έβαλαν ένα υπέρογκο πρόστιμο για φορολογικές παραβάσεις· ότι εν συνεχεία, ενώ του είχε εγκριθεί η λήψη δανείου για την επιβίωση της επιχείρησης, και αυτό το σχέδιο ναυάγησε εξαιτίας των capital controls. Στον μονόλογό του καταφέρεται εναντίον της κυβέρνησης για τους υψηλούς μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, τα ωράρια κλπ., που κάνουν τους μισθοδοτούμενους του ιδιωτικού τομέα να έχουν παρόμοιες απαιτήσεις.
Στον μονόλογο αυτό δεν υπάρχει ούτε από το μέρος τού επιχειρηματία, ούτε από το μέρος τού φίλου του αναφορά, στο ότι και οι ιδιωτικοί υπάλληλοι και εργάτες πρέπει να ζουν σε ανθρώπινες συνθήκες· δεν υπάρχει αναφορά ότι εκείνοι οι οποίοι είχαν σπίτια, αυτοκίνητα, κότερα, καταθέσεις στο εσωτερικό, και κάποτε καταθέσεις και σπίτια στο εξωτερικό ήταν πάντα οι επιχειρηματίες και ποτέ οι εργάτες και οι υπάλληλοί τους. Ο Χριστόπουλος θέλει να αφήσει τον χρεοκοπημένο επιχειρηματία να μιλήσει, να παρουσιάσει τα γεγονότα της κρίσης από τη δική του σκοπιά. Θέλει εν ολίγοις «να μπει στο πετσί» του επιχειρηματία και να «μιλήσει» με τη φωνή εκείνου.
Αυτό είναι ρεαλισμός: δεν αφήνεις την ιδεολογία σου να καθορίζει την όραση της αναπαράστασης, αλλά «φωτογραφίζεις αντικειμενικά την εξωτερική πραγματικότητα». (Εννοείται ότι η «φωτογραφία» είναι πλασματική αναπαράσταση και όχι αναπαράσταση μιας ήδη υπάρχουσας πραγματικότητας.) Η φωνή τού αφηγητή-συγγραφέα παρεμβαίνει διακριτικά: αυτός πίνει τσάι, ο επιχειρηματίας —αν και χρεοκοπημένος και άνεργος— ουίσκι. Η φωνή αυτή επανέρχεται στο τέλος με την παράγραφο-κατακλείδα τού διηγήματος, που αξίζει να παραθέσω:
«Πλήρωσα το τσάι μου κι έφυγα με ένα ασήκωτο βάρος στο στήθος. Δεν ήθελα να ακούσω άλλο και δεν με ενδιέφερε η κατάληξη της συζήτησης. Δεν ήξερα αν ένιωθα έτσι από τον κυνισμό και την απελπισία τού Νίκου. Ή μήπως από τις ενοχές μου; Έπαιρνα μια ικανοποιητική σύνταξη. Και πια, χωρίς το άγχος και τα ρίσκα της δουλειάς, μπορούσα να ζω αξιοπρεπώς.»
Αυτό μόνο ένας ρεαλιστής συγγραφέας θα το έκανε: η ιδεολογία τού συγγραφέα-αφηγητή είναι διαμετρικά αντίθετη προς την ιδεολογία τού επιχειρηματία. Και όμως τον συμπονά ως άνθρωπος, ενώ συγχρόνως απορρίπτει τον κυνισμό του. Και το χειρότερο: μπορεί να έρθει στη θέση του και να διαπιστώσει την ορθότητα κάποιων από τα επιχειρήματά του. Και κυρίως να δει πού βρίσκεται εκείνος και πού βρίσκεται αυτός. Εάν εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με «πολυφωνική» αφήγηση αλά Ντοστογιέβσκι, έχουμε να κάνουμε με «ρεαλιστικό ανθρωπισμό».

Ο Χριστόπουλος αναπαριστά όλες τις δυνατές περιπτώσεις ανατροπής της τύχης λόγω της οικονομικής κρίσης. Αναδεικνύει τις επιπτώσεις της πολυετούς ανεργίας. Περιγράφει τις επιπτώσεις της στον ψυχισμό, στη σκέψη των χαρακτήρων του. Καταγράφει τις ελάχιστες πιθανότητες εξόδου από την κρίση που οι ήρωές του έχουν· κυρίως αναπαριστά την απελπισία τους, το αδιέξοδο. Ο στόχος μιας τέτοιας πεζογραφίας είναι να συγ-κινήσει τους αναγνώστες, να τους κάνει να συνειδητοποιήσουν τι βιώνουν οι άνεργοι, οι ανήμποροι, να τους κάνει να ταυτιστούν με εκείνους· επιπλέον, να παρακινήσει τους αναγνώστες όχι μόνο να σκεφτούν με μεγαλύτερη ευαισθησία το τί συμβαίνει γύρω τους, αλλά και να ενεργήσουν, τουλάχιστον όσοι από αυτούς είναι σε θέση να κάνουν κάτι, μικρό ή μεγάλο.

Το κείμενο γράφτηκε για την παρουσίαση του βιβλίου που έγινε στο βιβλιοπωλείο ΠΟΛΥΕΔΡΟ της Πάτρας την 25η Ιουνίου 2019

ΓΙΑΤΙ ΣΕ ΜΕΝΑ; ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΠΟΛΥΕΔΡΟΥ την Τρίτη 25 Ιουνίου, 8 30 μμ

 

 

Μετά την αναβολή της παρουσίασης (την Τρίτη 11 Ιουνίου),  το βιβλίο  παρουσιάζεται  την  Τρίτη 25 Ιουνίου, 8 30 μμ. στον ίδιο χώρο (Πολύεδρο) και με τους ίδιους ομιλητές.

 

Πώς αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες όσοι  έχουν πληγεί από την κρίση; Ο άνεργος, ο άστεγος, ο  μετανάστης, ο χρεωμένος  επαγγελματίας, ο ανάπηρος, ο ηλικιωμένος, ο μοναχικός, ο ανέραστος; Αλλά και οι απογοητευμένοι από την «πρώτη φορά αριστερά»; Τι τρόπους μηχανεύονται για να αντισταθούν, να αποδράσουν, να επιβιώσουν και τι δικαιολογίες εφευρίσκουν όταν υποκύπτουν;

Στα 32 διηγήματα ο συγγραφέας  επιδιώκει να αποτυπώσει τα αθέατα αντανακλαστικά μιας κοινωνίας σε κρίση. Καταστάσεις και κυρίως πρόσωπα, θύματα και θύτες.

 

Από τη συλλογή των 32 διηγημάτων αναρτώ δύο:

1. ΠΩΣ ΝΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕΙ   

(Το διήγημα  γράφτηκε για τους μαθητές Β1, Β2, Γ1, Γ2 του Πειραματικού Γυμνασίου Καστριτσίου στα πλαίσια λογοτεχνικού εργαστηρίου. Διαβάστηκε από το συγγραφέα στις 27/4/2015.   Το εργαστήρι οργάνωσαν οι  φιλόλογοι  Μαίρη Σιδηρά, Αγγελική Αργυρίου και Κατερίνα Πλακούδα.) 

 

Το μεσημέρι της Μεγάλης Δευτέρας περίμενε από τη
Θεσσαλονίκη τον Θέμη, τον δεκατριάχρονο γιο του.

Τη νύχτα της Κυριακής των Βαΐων κοιμήθηκε στον ξενώνα
φιλοξενίας. Δικαιούται να κοιμάται εκεί μια φορά
τον μήνα, και είχε κανονίσει να κοιμηθεί την παραμονή
της συνάντησής τους. Το πρωί έκανε μπάνιo – είχε να
πλυθεί είκοσι μέρες – και έβγαλε από τον σάκο του τα
πιο καθαρά του ρούχα. Ήπιε καφέ και πήρε πρωινό στην
τραπεζαρία.

Κατά τις έντεκα, χωρίς τον σάκο του, βγήκε από τον
ξενώνα. Κάτω από έναν ζεστό απριλιάτικο ήλιο ξεκίνησε
με τα πόδια για τον σταθμό των ΚΤΕΛ. Είχε αρκετό χρόνο
μέχρι την άφιξη του γιου του και περπατούσε αργά. Ήταν
ευκαιρία να σκεφτεί, να επανεκτιμήσει τις αποφάσεις του
και τις συνέπειές τους.

Η καμπάνα κάποιας κοντινής εκκλησίας του θυμίζει
συνέχεια πως βρισκόμαστε στη Μεγάλη Εβδομάδα. Τα
περισσότερα καταστήματα είναι φωτισμένα και, παρά  την κρίση,

η κίνηση δείχνει να έχει ζωηρέψει. Μια μητέρα
σέρνει από το χέρι δύο δεκάχρονα, μάλλον τρέχει να τους
ψωνίσει. Ένας νεαρός πατέρας με μια μπάλα στο ένα
χέρι κρατά με το άλλο τον πεντάχρονο γιο του. Βαδίζουν
γελώντας και κουβεντιάζοντας. Μάλλον πηγαίνουν στην
παιδική χαρά. Μια τσιγγάνα με ένα μωρό στην αγκαλιά
τον παίρνει από πίσω, κάτι του μουρμουρίζει. Ούτε που
την ακούει.

Πάντα οι μέρες αυτές του φέρνουν μια μελαγχολία.
Αυτό το πρωινό όμως αισθάνεται κάτι πολύ παραπάνω

– αισθάνεται καταραμένος. Μπαίνει στον τρίτο χρόνο
της ανεργίας και, αντί να το έχει συνηθίσει, το βάρος στο
στήθος του μεγαλώνει σταθερά, όπως σταθερά μεγαλώνει
και ο γιος του.
Ντρέπεται να δει τη μάνα του και έχει ξεκόψει από το
πατρικό. Ο πατέρας του έχει πεθάνει – ευτυχώς, να μη
δει την κατάντια του. Ξέκοψε και από κάτι θειάδες. Στην
πρώην γυναίκα του, που με τον νέο της σύζυγο και τον
Θέμη μένουν στη Θεσσαλονίκη, έχει δύο χρόνια να στείλει
διατροφή για τον γιο του, όπως έχει αποφασίσει το
δικαστήριο. Ευτυχώς, η πρώην το πήρε απόφαση και δεν
τον ενοχλεί πια. Από τον γιο του όμως πώς να ξεκόψει;

Συνεχίζει με κάποια σοφίσματα να τον βλέπει τρεις
φορές τον χρόνο· κάποια πενθήμερα, Πάσχα και Χριστούγεννα,
και ένα δεκαήμερο το καλοκαίρι, σύνολο δηλαδή
είκοσι μέρες. Τα προηγούμενα Χριστούγεννα για να
τον φιλοξενήσει είχε στήσει ολόκληρο θέατρο. Ζήτησε τη

Ζωγραφική:  Κατερίνα Χριστοπούλου

βοήθεια μιας παλιάς του φίλης. Έκαναν το ζευγάρι, και
η καλή φίλη πρόσφερε φιλοξενία και στους δύο. Αυτή τη
φορά όμως, όσο κι αν προσπάθησε, δεν μπόρεσε να βρει
μια λύση. Λες και οι φίλοι και οι φίλες έχουν εξαφανιστεί,
λες και η μάνα του έχει κι αυτή πεθάνει. Όλα είναι στη
θέση τους και όλοι δηλώνουν πρόθυμοι να βάλουν ένα χεράκι,
αλλά αυτός δεν θέλει βοήθεια από κανέναν. Το μόνο
που θέλει είναι να εξαφανιστεί.

Τις τελευταίες μέρες αυτό ακριβώς το ζήτημα τον απασχολεί:
πώς να εξαφανιστεί από τη ζωή του γιου του.

Όσο κι αν του είναι δύσκολο, πρέπει να βρει έναν τρόπο
να καταφέρει να θέσει το σχέδιό του σε εφαρμογή.
Και ο Θέμης πρέπει να το πάρει απόφαση ότι δεν έχει
πατέρα. Αυτό μάλιστα πρέπει να γίνει άμεσα, πριν συμβεί
το μοιραίο, πριν δηλαδή το παιδί καταλάβει τι συμβαίνει.
Πιστεύει πως έτσι θα μπορέσει να απαλλαγεί από την
ντροπή που νιώθει απέναντι στον γιο του. Και πως τότε
το βάρος στο στήθος θα μειωθεί.

Αν βέβαια κάποτε τα πράγματα αλλάξουν, τότε θα εμφανιστεί
και πάλι. Αλλά τότε δεν θα είναι άνεργος και
άστεγος.

Είχε σκεφτεί να του πει ψέματα, ότι θα έφευγε για
Κρήτη, ότι δήθεν βρήκε εκεί κάποια δουλειά. Ίσως στην
Κρήτη με τα πολλά τουριστικά κυκλώματα, αν αποφάσιζε
να πάει, θα μπορούσε να επιβιώσει. Φοβάται όμως πως ο
Θέμης θα του ζητήσει το καλοκαίρι να τον επισκεφθεί και
να κάνουν μαζί διακοπές. Τελικά κατέληξε να του πει πως

θα πάει στη Γερμανία. Να δουλέψει για δύο τρία χρόνια,
που μπορεί να γίνουν και πέντε. Θα του υποσχεθεί πως
θα του τηλεφωνεί όσο πιο συχνά γίνεται. Μόνο που θα
πρέπει να του τηλεφωνεί από σταθερό ή κινητό με απόκρυψη,
να μην καταλάβει το παιδί ότι ο πατέρας του βρίσκεται
στην Ελλάδα.

Κι όλα αυτά πρέπει να του τα πει ψύχραιμα και πειστικά.
Χωρίς η φωνή του να σπάσει.

Περπατά με αργό βήμα προς τον σταθμό των ΚΤΕΛ
χωρίς να βιάζεται. Ο Θέμης θα φτάσει κατά τις δύο. Έρχεται
να μείνει μαζί του μέχρι το Μεγάλο Σάββατο και
να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη να κάνει Πάσχα με τη
μάνα του. Παρά τους φόβους και τις αμφιβολίες του, το
έχει αποφασίσει. Θα του ανακοινώσει πως το ίδιο βράδυ
θα φύγει ξαφνικά για τη Γερμανία. Θα του πει πως έλαβε
μια επείγουσα πρόσκληση που δεν σηκώνει αναβολή.
Θα του δικαιολογηθεί πως δεν τον ενημέρωσε γιατί είχε
μεγάλη ανάγκη να βρεθούνε, έστω και για μερικές ώρες.
Τον έχει πονέσει, θα του πει. Και αργά το απόγευμα θα
τον βάλει πάλι στο λεωφορείο για το ταξίδι της επιστροφής.
Ελπίζει μόνο ο Θέμης να έχει μαζί του λίγα χρήματα.

Όταν είδε τον γιο του να κατεβαίνει από το λεωφορείο
η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά. Αυτό το παλικάρι
ήταν μόνο δεκατριών χρονών; Μοιάζει πραγματικό
αντράκι.

Αγκαλιάστηκαν ζεστά. Φορτώθηκε το σακίδιο του γιου
του και, κάτω από τον ήλιο που έκαιγε σαν να ήταν καλοκαίρι,
άρχισαν να περπατούν προς το καφενείο του σταθμού.
Κάτω από τη μεγάλη λεύκα είχε εντοπίσει κάποια
τραπεζάκια άδεια. Μακριά από τους λιγοστούς θαμώνες,
να είναι μόνοι τους. Έπιασε τον γιο του από το χέρι να
τον οδηγήσει σε ένα μοναχικό τραπέζι ενώ σκεφτόταν
πώς να ξεκινήσει το παραμύθι του.

Ξαφνικά ο Θέμης τού έσφιξε το χέρι και τον υποχρέωσε
να σταματήσει.

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

– Πατέρα, δεν χρειάζεται να κρύβεσαι, του είπε με
σταθερή φωνή.
– Τι εννοείς; ρώτησε ανήσυχος.
– Ξέρω τις δυσκολίες σου και σου προτείνω να ανέβουμε
μαζί στη Θεσσαλονίκη.
– Να κάνουμε τι;
– Μένω μόνος στο υπόγειο του διώροφου. Το έχω όλο
για πάρτη μου. Θα μένουμε μαζί. Θα με βοηθάς στα μαθήματα.
Θα φροντίζεις και τον κήπο. Μπορείς, αν θέλεις,
να κάνεις και κάποια μεροκάματα στη γειτονιά. Μέχρι να
βρεις κάτι καλύτερο. Τι λες; Το έχω συζητήσει με τη μαμά
και τον άντρα της. Δεν έχουν αντίρρηση.
Αμίλητος και ταραγμένος, με τα βήματά του να τρέμουν,
κατάφερε να οδηγήσει τον γιο του στο μοναχικό
τραπεζάκι. Κάθισαν, και, όταν συνήλθε, άρχισε να σκέφτεται
την πρότασή του. Έπρεπε να ξεκινήσει τη ζωή του
από την αρχή και να τη στήσει πάνω στην αλήθεια. Πάνω

στις επιλογές που είχε. Και ο Θέμης του πρόσφερε μία
σίγουρη επιλογή.

Κάτω από τον ίσκιο της λεύκας για πρώτη φορά συζήτησαν
όχι σαν πατέρας με γιο, αλλά σαν δυο άντρες.
Ύστερα από λίγο τα συμφώνησαν. Να βαδίσουν μαζί τον
ίδιο δρόμο για όσο χρειαστεί.

Το απόγευμα πήγαν μαζί στο κέντρο φιλοξενίας και
πήρε τον σάκο του. Μετά μπήκαν στο λεωφορείο για
Θεσσαλονίκη. Ευτυχώς, ο Θέμης είχε χρήματα και για τα
δύο εισιτήρια.

 

2. Οι ΠΙΛΟΤΟΦΥΛΑΚΕΣ ΤΗΣ ΕΣΠΕΡΙΑΣ

(Το διήγημα  σε μια πρώτη μορφή περιέχεται στο συλλογικό Έλα στη θέση μου, 20 διηγήματα για την αλληλεγγύη,  εκδόσεις Ταξιδευτής, 2015 και Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης Αγίας Παρασκευής. Η  παρούσα μορφή του  έχει διαμορφωθεί  από το συγγραφέα και επιμεληθεί από τον εκδότη

Όταν το απόγευμα της Κυριακής, 16ης Νοέμβρη,
στην Εσπερία ξεκίνησε η βροχή, οι πρόσφυγες του καταυλισμού
αναστατώθηκαν. Πριν από δεκαπέντε μέρες
το ρέμα του Γύφτου ή Διακονιάρη είχε πάλι φουσκώσει.
Φραγμένο από κλαδιά, σκουπίδια και ξύλα παρασυρμένα
από τις γύρω οικοδομές έσπασε το μικρό ανάχωμα. Τα
νερά υπερχείλισαν και γρήγορα ο καταυλισμός έγινε μια
μικρή λίμνη. Για μέρες οι περισσότερες από τις διακόσιες
καλύβες που ήταν στημένες κάτω από τα μεγάλα δέντρα
του πάρκου ήταν ακατοίκητες. Για να τις πλησιάσουν
έπρεπε να βραχούν μέχρι το γόνατο.

Έτσι, με τις πρώτες ψιχάλες της Κυριακής άρχισαν να
ελέγχουν τις πρόχειρες καλύβες τους και το χαμηλό ανάχωμα.
Κυρίως ανησύχησαν αυτοί που είχαν στήσει καλύβες
δίπλα στο ρέμα.

Η Μετεωρολογική Υπηρεσία είχε από μέρες προβλέψει
πως τη νύχτα της 16ης προς τη 17η Νοέμβρη ισχυρές
καταιγίδες θα πλήξουν τη Δυτική Ελλάδα. Μόνο που οι
πρόσφυγες δεν παρακολουθούν τα δελτία καιρού.
Οι κάτοικοι, όμως, των πολυκατοικιών γύρω από τον
καταυλισμό ήταν από μέρες ενημερωμένοι. Και είχαν
αναστατωθεί. Κυρίως αυτοί που κατοικούν στις νέες
πολυκατοικίες, με τις πιλοτές. Δεν ξεχνούσαν πως στην
προηγούμενη κακοκαιρία οι πιλοτές τους είχαν μετατραπεί
σε κέντρα προσωρινής διανυκτέρευσης. Αποφάσισαν,
λοιπόν, να κάνουν έκτακτες συνελεύσεις για να δουν πώς
θα περιφρουρήσουν τις πολυκατοικίες τους.

Την Παρασκευή, 14 Νοέμβρη, το απόγευμα, σχεδόν σε
όλες τις πολυκατοικίες της περιοχής έγιναν συνελεύσεις.
Πολλοί πρότειναν να περιφράξουν με κάποια μόνιμη περίφραξη
τις πιλοτές, αλλά η πρόταση σε καμία συνέλευση
δεν πλειοψήφησε. Κάποιοι ισχυρίστηκαν πως με την περίφραξη
θα αλλοιωθεί η αρχιτεκτονική των κτιρίων. Εξάλλου
και ο χρόνος δεν επαρκούσε. Ο βασικός όμως λόγος
ήταν πως η δαπάνη θα ήταν μεγάλη. Και συμφώνησαν
πως δεν είναι σωστό να χαλάσουν τόσα χρήματα μέσα
στην οικονομική κρίση. Έτσι οι συνελεύσεις αποφάσισαν
νυχτερινή περιφρούρηση – σκάντζα βάρδια.
Οι περισσότερες προτίμησαν τις τρεις νυχτερινές βάρδιες:
10-1, 1-4 και 4-7.
Τα ίδια αποφάσισαν και άλλες πολυκατοικίες, που δεν
είχαν πιλοτή, αλλά διέθεταν μεγάλα στέγαστρα και κάποιες
στεγασμένες εσοχές.

Ο Βαγγέλης Κολύρος σκεφτόταν από χρόνια να αγοράσει
ένα διαμέρισμα σε πολυκατοικία με πιλοτή στην
περιοχή. Όταν απέκτησε το διαμέρισμα, ποιος να το φανταζόταν
ότι σύντομα θα υποχρεωνόταν να πληρώσει ένα τέτοιο
τίμημα: τις νύχτες του χειμώνα να μένει ξάγρυπνος
φύλακας της παγωμένης πιλοτής. Πολλές φορές το είχε
σκεφτεί: στάθηκε άτυχος στην αγορά του. Γιατί τον επόμενο
κιόλας χρόνο μετά την αγορά οι Αφγανοί είχαν αρχίσει
να συγκεντρώνονται στην Εσπερία και στο λιμάνι της.
Και η μεγάλη ζημιά έγινε όταν έστησαν τον καταυλισμό
τους. Μέχρι να συνηθίσει τη νέα κατάσταση, βασανίστηκε
πολύ από την άτυχη επιλογή του. Τόσο μεγάλη πόλη,
τόσα προάστια και εξοχές, και αυτός πήγε και διάλεξε την
περιοχή του Γύφτου. Γαμώ την ατυχία μου.

Για εκείνη τη νύχτα της Κυριακής προς Δευτέρα, με
απόφαση της συνέλευσης, είναι ένας από τους τρεις
άγρυπνους φρουρούς της. Ένας πιλοτοφύλακας στην πιο
σκληρή βάρδια: 4-7 στην άγρια νύχτα.
Μέχρι τις τέσσερις, που άρχιζε η βάρδια του, δεν μπόρεσε
να κλείσει μάτι. Τριγύριζε μέσα στο σπίτι σαν δαιμονισμένος.
Έπινε καφέδες να κρατηθεί και φρόντιζε τον
εξοπλισμό του: χοντρά ρούχα, διπλό μάλλινο σκουφί, δερμάτινα
γάντια, δυνατός φακός, ένα θερμός με καφέ, ένα
χορταστικό σάντουιτς, δύο πακέτα τσιγάρα, αναπτήρας
θυέλλης κι ένα χοντρό σκουπόξυλο, να το ’χει δίπλα του
για κάθε ενδεχόμενο. Κατά τις τέσσερις παρά, κατέβηκε
και παρέλαβε από τον προηγούμενο, που είχε φυλάξει το
νούμερο 1-4.

Το κύμα κακοκαιρίας είχε ξεκινήσει. Φυσούσε δαιμονισμένα,
ακούγονταν μπουμπουνητά, αστραπές αυλάκωναν
τον ουρανό και έπεφτε δυνατή βροχή. Η θερμοκρασία κατέβαινε
συνεχώς, και στα ψηλά σίγουρα είχε αρχίσει να
πέφτει χιόνι. Η πρώτη του φροντίδα ήταν να ανάψει όλα
τα φώτα και να κάνει έναν εξονυχιστικό έλεγχο.
Μετά την επιθεώρηση διάλεξε ένα ακρινό πεζούλι, απ’
όπου μπορούσε να ελέγχει την κατάσταση, και το έκανε
παρατηρητήριο. Κάθισε, με τα μάτια πάντα καρφωμένα
πάνω στους σκούρους όγκους των ψηλών δέντρων. Το
μυαλό του δούλευε πυρετωδώς.

Καλή η πιλοτή, αλλά θέλει θυσίες, σκεφτόταν. Παίζουν
τα παιδιά, καθόμαστε κι εμείς στα πεζούλια της το καλοκαίρι
και λέμε καμιά κουβέντα. Αλλά η πιλοτή κάνει την
πολυκατοικία γυναίκα με ανοιχτά φουστάνια. O καθένας
θέλει να χωθεί μέσα στα φουστάνια της, μέσα στα γυμνά
της μπούτια.

Η σκέψη αυτή τον γέμισε με οργή. Κοίταξε προς την
πλευρά του καταυλισμού. Μέσα στην άγρια νύχτα, οι σκιές
των ψηλών δέντρων φάνταζαν σαν πελώριοι γίγαντες
σε έναν ουρανό που κάθε τόσο φωτιζόταν από τις λάμψεις
των αστραπόβροντων. Ο δυνατός αέρας τους κινούσε
σαν να τους έσπρωχνε απειλητικά προς το μέρος του.
Τα βογκητά του ανέμου ήταν οι φοβερές κραυγές τους.

Ο Βαγγέλης ήταν σίγουρος πως ο άνεμος και η βροχή
σκέπαζαν τις συνομιλίες και τα σχέδια των μεταναστών.
Ήταν σίγουρος πως αυτή την ώρα συνωμοτούσαν εναντίον
της πολυκατοικίας του. Μια ανησυχία τον κατέλαβε
και ενστικτωδώς έκανε τον σταυρό του. Άνοιξε το θερμός,
ήπιε μια γουλιά καφέ, άναψε ένα ακόμη τσιγάρο. Κάτι
από τα τρία – σταυρός, καφές, τσιγάρο – ή και τα τρία
κατάλαβε να τον οπλίζουν με δύναμη. Ένιωσε αποφασισμένος
να εκπληρώσει με επιτυχία τη νυχτερινή αποστολή του.

Ταυτόχρονα με ένα ερωτικό σκίρτημα σκέφτηκε τη γυναίκα
του, καθηγήτρια σε γυμνάσιο. Κοιμόταν μόνη στο
ζεστό τους κρεβάτι. Ασφαλή ήταν και τα δύο αγόρια τους,
δέκα και δώδεκα χρόνων, χωμένα κι αυτά στα ζεστά τους
παπλώματα.

Ευτυχώς, η Δευτέρα, 17 Νοέμβρη, είναι σχολική αργία,
και οι τρεις τους δεν θα σηκωθούν πρωί. Θα χορτάσουν,
τουλάχιστον αυτοί, ύπνο, σκέφτηκε με τρυφερότητα.
Αναγνώρισε πως με τη νυχτερινή προετοιμασία του
τους είχε κρατήσει ξάγρυπνους.
Αυτές τις μέρες η οικογένεια φιλοξενούσε την πεθερά
του, την κυρα-Κατερίνα, από τη Λευκάδα. Όταν το απόγευμα
η κυρα-Κατερίνα άκουσε την απόφαση της συνέλευσης
έδειξε ανήσυχη. Όλο κάτι μουρμούριζε, αλλά δεν
τολμούσε να το πει μπροστά του. Την άκουσε, όμως, που
κάτι ψιθύριζε στην κόρη της.
– Άμα βρέξει, είναι κρίμα από τον Θεό να μουσκεύουν
μέσα στο κρύο, έπιασε το αυτί του.
Ο Βαγγέλης την κοίταξε αγριεμένος, αλλά δεν έδωσε
συνέχεια. Τώρα που το σκέφτεται θυμώνει:
– Αυτό έλειπε, να κάνουμε την πιλοτή ξενοδοχείο,
μουρμούρισε. Ήρθε από την Εγκλουβή να μας βάλει νόμους,
η χωριάτα, που ακόμα δεν έχει βγάλει τη λευκαδίτικη
φουστάνα της.

Σηκώθηκε από την πεζούλα του και άρχισε να περπατάει
πίνοντας μικρές γουλιές καφέ και καπνίζοντας.
Όταν διέκρινε κάποιους σκούρους όγκους να πλησιάζουν
αλαφιάστηκε. Αυτόματα σηκώθηκε από το πεζούλι
που είχε κάνει παρατηρητήριο. Πήρε στα χέρια το χοντρό
σκουπόξυλο που είχε ακουμπήσει στον τοίχο. Με
τα πόδια ανοιχτά στάθηκε όρθιος κάτω από ένα φως, να
τον βλέπουν. Τρεις νεαροί πρόσφυγες, με βήματα αργά
και φοβισμένα, πλησίαζαν. Ήταν μουσκεμένοι, παρά τα
αυτοσχέδια αδιάβροχα που φορούσαν. Στάθηκαν αρκετά
μακριά του και με νοήματα ζήτησαν την άδειά του να
πλησιάσουν στον χώρο της πιλοτής.
– Μακριά από δω, μην πλησιάζετε, φώναξε ο Βαγγέλης.

Οι τρεις μουσκεμένοι στάθηκαν ακίνητοι. Σκυφτοί, να
μην τους πάρει ο αέρας, που ανέμιζε τα πρόχειρα νάιλον
που είχαν για αδιάβροχα. Έδειξαν μια άκρη της πιλοτής.
Μετά σήκωσαν τα χέρια τους προς τον ουρανό. Προσπαθούσαν
να του εξηγήσουν με νοήματα πως θα έμεναν
μόνο όσο κρατούσε η βροχή.
– Είπαμε όχι, βόγκηξε ο Βαγγέλης προβάλλοντας το
σκουπόξυλο απειλητικά.

Κρατούσε, όμως, και μια πισινή, γιατί καταλάβαινε
πως οι Αφγανοί ήταν τρεις κι αυτός μόνος του.
Οι τρεις νεαροί κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, έκαναν
στροφή και χάθηκαν μέσα στη βροχή και στο σκοτάδι.
Οι σκιές τους εξαφανίστηκαν, αλλά τη θέση τους κατέλαβαν
άλλες απειλητικές σκιές. Κορμοί δέντρων, θάμνοι,
και αυτά τα ψηλά δέντρα του καταυλισμού. Οι αστραπές
σταμάτησαν, αλλά τα δέντρα συνέχιζαν να σείονται απειλητικά
στο φόντο ενός ουρανού που φωτιζόταν χλομά
από τα φώτα της πόλης. Ο Βαγγέλης ανήσυχος κάθισε
στο πεζούλι βαριανασαίνοντας.

 

 

 

 

 

Από τη διπλανή πολυκατοικία ακούγονταν παρόμοιες
μονολεκτικές κραυγές. Και από την πάρα πέρα το ίδιο.
Έκανε σήματα με τον φακό του, και κάποιοι φακοί απάντησαν
από μακριά. Όλα έδειχναν πως η μάχη δίνεται
παντού. Πως όλοι οι πιλοτοφύλακες είναι στη θέση τους.
Άναψε πάλι τσιγάρο και στράγγιξε το θερμός στο στόμα
του. Τέντωσε τα χέρια του, χτύπησε τα παγωμένα πόδια
του στο δάπεδο και κραύγασε:
– Πιλοτή είναι, δεν είναι μπουρδέλο, να κοιτάτε πώς
θα μπείτε. Η πιλοτή δεν είναι καμιά ξεβράκωτη.
Η κυρα-Κατερίνα είχε αντιληφθεί τι συνέβαινε και διαφωνούσε
με αυτή τη μανία της γειτονιάς. Δεν μπορούσε
να καταλάβει γιατί δεν άφηναν τους πρόσφυγες να απαγκιάσουν
στις πιλοτές. Λες και οι πρόσφυγες θα έμπαιναν
μέσα στα σπίτια και θα υποχρέωναν τους νοικοκυραίους
να τους στρώσουν τραπέζι και κρεβάτι.
Κάποια στιγμή μάλιστα, που ο γαμπρός της ήταν κλεισμένος
στην τουαλέτα, το είπε στην κόρη της:
– Άμα βρέξει, είναι κρίμα από τον Θεό να μουσκεύουν
μέσα στο κρύο. Θα πουντιάσουν.
Η κόρη της κούνησε τους ώμους και είπε αδιάφορα:
– Ας κάθονταν στον τόπο τους και στα σπίτια τους,
μάνα. Δεν τους καλέσαμε.
– Κόρη μου, πρόσφυγας δεν γίνεσαι επειδή το θέλεις.
Να εύχεσαι μόνο να μη μας τύχει, μονολόγησε η κυρα-
Κατερίνα. Περισσότερο μιλούσε στον εαυτό της και λιγότερο
στην κόρη της.

Κατά τις πέντε το πρωί, ενώ η καταιγίδα μαινόταν,
η κυρα-Κατερίνα κατέβηκε στην πιλοτή. Κρατούσε μια
μάλλινη κουβέρτα στο ένα χέρι κι έναν δίσκο στο άλλο.
Πάνω στον δίσκο είχε δύο μεγάλες κούπες καυτό τσάι
που άχνιζε. Φορούσε τη λευκαδίτικη φουστάνα της, το
πανωφόρι της και από πάνω είχε ρίξει μια άλλη μάλλινη
κουβέρτα. Βρήκε τον γαμπρό της να κάθεται στο ακρινό
πεζούλι και να κοιτάζει προς την πλευρά του καταυλισμού.
– Σου έφερα τσάι και μια κουβέρτα να τυλιχτείς, είπε
και του έδωσε το ρούχο και τη μία κούπα.
– Πιλοτοφύλακας κι εσύ, γριά, της είπε με φωνή μπερδεμένη.
Φαινόταν νυσταγμένος και κουρασμένος.
Άρπαξε αμίλητος την κούπα και την κουβέρτα και τραβήχτηκε
στο βάθος, σε ένα άλλο προστατευμένο πεζούλι.
Σκέπασε τα πόδια του με την κουβέρτα και άρχισε με μικρές
γουλιές να πίνει το καυτό τσάι. Μόλις το τέλειωσε,
ακούμπησε το κεφάλι πίσω στον τοίχο προσπαθώντας να
κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά.
– Κοιμήσου λίγο, θα μείνω εγώ στο πόδι σου, του είπε
η γυναίκα.
– Εσύ; Θα τα καταφέρεις; απόρησε ο Βαγγέλης.
– Μην ανησυχείς. Εδώ θα ’μαι να πίνω το τσάι μου….
-Αν δω κάτι, θα σου φωνάξω, τον καθησύχασε.

Ο Βαγγέλης την κοίταξε καχύποπτα. Η κούραση όμως
τον νίκησε. Τύλιξε καλά τη μάλλινη κουβέρτα γύρω από
το κορμί του, σταθεροποίησε το κεφάλι του κι έκλεισε τα
μάτια του. Η καταιγίδα δεν έλεγε να κοπάσει. Αέρας και βροχή
συνέχιζαν με την ίδια ένταση.

Η κυρα-Κατερίνα κάθισε στο ακρινό πεζούλι. Ακούμπησε
δίπλα της το τσάι και τύλιξε με την κουβέρτα τα
πόδια της. Με τα μάτια στραμμένα προς τον καταυλισμό
προσπαθούσε να μαντέψει τι γίνεται μέσα στο σκοτάδι.
– Άγρια βροχή, αλλά τη δουλειά της την κάνει. Χρήσιμη
για την εποχή. Από αυτές που στο νησί τις θεωρούμε
ευλογία Θεού. Αλλά εδώ είναι κατάρα. Μουσκεύει άστεγους
και απροστάτευτους. Κάνει τους ανθρώπους σκληρούς
και αφιλόξενους, μονολόγησε.

Kοίταξε τους χαμηλούς θάμνους και μετά τα ψηλά δέντρα
προς την πλευρά του καταυλισμού. Έγερναν από τη
δύναμη του αέρα και τα κλαδιά τους συστρέφονταν απότομα,
με φόντο τη βροχή που λαμπύριζε από τον αμυδρό
δημοτικό φωτισμό του διπλανού δρόμου. Ανησύχησε, γιατί
κάτω από τα δέντρα καταλάβαινε πως υπήρχαν άνθρωποι.
Νέα παιδιά, μόνα, χωρίς μάνα να τα νοιαστεί, απροστάτευτα.
Τα ένιωθε που προσπαθούσαν να κολλήσουν
στους κορμούς των μεγάλων δέντρων, να προστατευτούν.
Νόμιζε πως άκουγε τις χαμηλόφωνες κουβέντες τους,
πως έβλεπε τα μαλλιά και τα πρόσωπά τους να στάζουν
από το νερό της βροχής. Τα φανταζόταν να σκύβουν δύο
δύο, τρία τρία, κάτω από κάτι νάιλον και κουβέρτες.

Ξαφνικά διέκρινε μέσα στο σκοτάδι έναν μικρό όγκο
να κινείται αργά προς το μέρος της. Αμέσως κατάλαβε.
Ήταν ένα παιδί, γύρω στα δεκατέσσερα με δεκαπέντε.
Παρά το πρόχειρο αδιάβροχο που φορούσε, ήταν βρεγμένο
και έτρεμε.

Έριξε μια ματιά στον γαμπρό της. Είχε κλειστά τα
μάτια και ροχάλιζε. Στράφηκε στο παιδί και του έκανε
νόημα να πλησιάσει. Το παιδί πήγε κοντά της τρομαγμένο.
Η γυναίκα έφερε το δάχτυλο στα χείλη της, να του δείξει
πως έπρεπε να κάνει ησυχία. Το παιδί, αμίλητο, πλησίασε
κι άλλο κοντά της. Μετά του έκανε νόημα να γονατίσει.
Το παιδί γονάτισε υπάκουα κοιτάζοντάς τη στα
μάτια. Του ζήτησε να κινηθεί αργά, και το παιδί μπουσουλώντας
πλησίασε κι άλλο. Αποφασιστικά μάζεψε τα πόδια
της και άπλωσε την κουβέρτα της μπροστά. Του έκανε
νόημα να ξαπλώσει. Το παιδί διστακτικά πλησίασε και
ξάπλωσε πάνω στη ζεστή μάλλινη κουβέρτα. Κουλουριάστηκε
τρέμοντας. Η κυρα-Κατερίνα αυτή τη φορά άπλωσε
τα πόδια της και τα πέρασε πάνω από το σώμα του
παιδιού. Το μάτι της έπεσε στην κούπα με το τσάι. Ήταν
ακόμα ζεστό. Του έδωσε με προσοχή την κούπα. Μετά το
κάλυψε με τη φουστάνα της.

Έριξε μία ακόμη ματιά στον γαμπρό  της και έσιαξε καλά τη φουστάνα.

Την έστρωσε με επιμέλεια, προσπαθώντας να καλύψει τελείως το παιδί,
που κουλουριασμένο έπινε το ζεστό τσάι.

 

ΚΙ ΕΣΥ ΕΛΛΗΝΑΣ, ΡΕ; Ένα μυθιστόρημα για τους εθνισμούς και την εθνογένεση στα Βαλκάνια. 6η έκδοση.

 

Ένα μυθιστόρημα για τους εθνισμούς και την εθνογένεση στα Βαλκάνια και στην Ανατολία, στο γύρισμα του 19ου προς τον 20ον αιώνα. Για τους εθνισμούς που μεταλλάχτηκαν σε άγριους εθνικισμούς και οδήγησαν σε εμφύλιους και εθνικούς πολέμους, σε εθνοκαθάρσεις και γενοκτονίες.

Στο Α’ και Β’ μέρος, μέσα από μια πολυπρόσωπη μυθοπλασία, εκτεταμένη χρονικά και γεωγραφικά (Μακεδονία, Ανατολία) αναβιώνουν τα δεινά απλών ανθρώπων από τους αιματηρούς εθνικούς ανταγωνισμούς, αλλά και την καταρρέουσα Οθωμανική αυτοκρατορία . Οι Νεότουρκοι αντιμετωπίζουν κάθε διεκδίκηση με σκληρότητα, όταν μάλιστα σχετίζεται με το μικρό νεοελληνικό κράτος: Γραικοί, Ρωμιοί, Βλάχοι, Αρβανίτες, γίνατε όλοι Έλληνες.

 

Οι χαρακτήρες γίνονται παίγνιο της Ιστορίας και τελικά τα τραγικά θύματά της. Συνθλίβονται από τις πολιτικές των Μεγάλων δυνάμεων, την πολιτική συγκυρία, αλλά και το τυχαίο. Από όλους τους παράγοντες που τελικά κινούν την Ιστορία.
Στο Γ’ μέρος  το χθες συνδέεται με το σήμερα. Ένας Κούρδος «λαθρομετανάστης»,  στην Πάτρα του 2002, αναζητά συγγενείς από την Ανατολία του 1922. Όταν τους συναντά, αντιμετωπίζεται με χλεύη: Κούρδοι, Αλβανοί, Αφγανοί, γίνατε όλοι Έλληνες.

Το μυθιστόρημα Κι εσύ Έλληνας ρε, εκδόθηκε το 2005.
Σήμερα μετά από πέντε συνεχείς ανατυπώσεις, επανεκδίδεται με νέο εξώφυλλο και νέα τιμή.

 

ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ:

Δ. Ρούμπουλα, Εθνος, 4-2-2006
Το τρίτο λογοτεχνικό εγχείρημα του Β. Χριστόπουλου είναι πολύ φιλόδοξο. Καταπιάνεται με μια τεράστια ιστορική περίοσο. Από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τις μέρες μας, παρακολουθώντας απλούς ανθρώπους, τσακισμένους από τους εθνισμούς και τους εθνικισμούς…. Βιβλίο συγκινητικό, με γερή πλοκή και αβίαστη γλώσσα που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη έως το, κάπως μετέωρο, τέλος.

 

Μ. Πράτσικας, Εθνικός Κήρυξ Πατρών, 4-2-2006
Ο Β.Χ. προσφέρει στον αναγνώστη του βιβλίου το μηνυματικό από έναν ίσως δεύτερο Ρήγα Φεραίο. Ο πρώτος ήταν τα Βαλκάνια και το βροντερό θούριο για τα κοινά και αναστάσιμα της ελευθερίας. Ο Ρήγας Φεραίος του Β.Χ. καταγράφει … την δακρυροούσα μνήμη. Όσα δηλαδή κατόρθωσε να περιμαζέψει από την έμπνευση της ευαγγελίζουσας πληροφορίας για τα δεινά των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Μια κατάρα που συνεχίζει να στροβιλίζεται στην εγκληματική σιωπή του παρελθόντος.

 

Σ.Π. Σκαρτσής, Ημέρα Πατρών 10-5-2006
Είναι ένα βιβλίο που μέσα από μια άνετη αφήγηση, δίνει το πανόραμα της διαμόρφωσης των βαλκανικών κρατών και λαών τον τελευταίο αιώνα….
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του βιβλίου, ως τις μικρές λεπτομέρειες της γλώσσας, είναι η ποιότητα του ύφους του.

 

Γ. Ξενάριος, Περιοδικό Διαβαζω, Οκτώβριος 2006
Ο Χριστόπουλος προσπαθεί να ανασυστήσει με χειρουργική ακρίβεια, το χρόνο, το χώρο και τον καθ’ ημέρα βίον ανθρώπων διαφορετικής εθνικότητας και καταγωγής…. Από τις πρώτες σελίδες περνούν οι διάφορες πόλεις, με τις εθνικές επιμειξίες τους, και μέσα απ’ αυτές διυλίζονται και οι ήρωές τους…Δεν λείπουν οι αρετές του παραδοσιακού μυθιστορήματος από το βιβλίο του πατρινού συγγραφέα, η ιστορική έρευνα και τεκμηρίωση είναι πλουσιότατες, οι χαρακτήρες – ιδίως στο πρώτο μέρος- αναδεικνύονται πειστικοί και η πλοκή συμπαγής…

 

http://anagnostria.blogspot.com/2007/

Κλείνω την τελευταία (459η) σελίδα του μυθιστορήματος του Βασίλειου Χριστόπουλου «ΚΙ ΕΣΥ ΈΛΛΗΝΑΣ, ΡΕ;» (Κέδρος 2005), αφού για τρεις συνεχείς ώρες δεν σήκωσα κεφάλι από το τελευταίο του μέρος και για ώρα πολλή δεν μπορώ να κάνω ή να σκεφτώ τίποτε άλλο. Η σκέψη μου ανατρέχει ξανά και ξανά σε χρόνους ταραγμένους, σε πρόσωπα και τόπους, σε γεγονότα ιστορικά που σφράγισαν τη μοίρα του Ελληνισμού αλλά και άλλων λαών (Αρμένιων, Κούρδων, Βούλγαρων, Σέρβων κ.ά.) που ζούσαν στη μεγάλη κάποτε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Θλίψη και καημός, μελαγχολία που επιτείνεται από τη φουρτουνιασμένη πλάι μου θάλασσα του Σεπτέμβρη.

 

http://koulpaspot3.blogspot.com/2009/07/blog-post.html

Το αγόρασα χωρίς να ξέρω το συγγραφέα. Το κάνω τελευταία.. με ιντρίγκαρε ο τίτλος.. διάβασα το οπισθόφυλλο.. διάβασα μερικές σειρές τυχαία εδώ κι εκεί..
Ακολουθεί την ιστορία δύο οικογενειών από το τέλος του προπερασμένου αιώνα ως σήμερα.. για μυθιστόρημα.. είναι πολύ πιο ζωντανό και πιστευτό από την επίσημη ιστορία..

ABDULLA, η ζωντανή ιστορία του προσφυγικού της Πάτρας

Ξανασυνάντησα τον Muhssin Ahmend Αbdullah (Μιχάλη για τους φίλους του στην Πάτρα) μετά από τρία χρόνια. Ήταν η Καθαρή Δευτέρα του 2018. Συμμετείχα σε μια δράση στο εργοστάσιο του Λαδόπουλου, βοηθώντας foodkid και doc mobile που πρόσφεραν γεύμα και ιατρική φροντίδα σε 200 μετανάστες. Στεκόταν παρατηρητής μιας σειράς πεινασμένων που περίμεναν υπομονετικά τη διανομή. Νόμιζα πως επιτηρεί ή έχει κάποιο καθήκον. Σκέφτηκα πως είναι πια στα 55 του. Τον πλησίασα.
-Έι, Αμπντουλά, χαθήκαμε.
-Γεια σου, Βασίλη.
Αγκαλιαστήκαμε θερμά.
-Τι κάνεις εδώ; Δουλεύεις σε καμιά ΜΚΟ;
-Όχι ακόμη, γέλασε.
-Μήπως είσαι εθελοντής;
Γέλασε θλιμμένα και παρέμεινε αμίλητος.
-Τι κάνεις, λοιπόν, εδώ;
-Εδώ μένω. Εδώ είναι το σπίτι μου.
-Πού;  Στο εργοστάσιο;
-Ναι, εδώ μέσα, στο εργοστάσιο.

Έμεινα άφωνος. Ήμουν απόλυτα σίγουρος πως είχε σπίτι και εργάζεται. Πως είναι δηλαδή νόμιμος, με χαρτιά. Πως μπορεί να εργαστεί ασφαλισμένος ή να απολαμβάνει τα βοηθήματα που λαμβάνουν οι άνεργοι. Θυμόμουν ότι είχε κάνει αίτηση ασύλου από το 2002. Πίστευα πως δεν χρειαζόταν πια τη βοήθειά μου και γι αυτό είχαμε χαθεί.

Η διανομή του φαγητού συνεχιζόταν. Ο Αbdullah κι εγώ παρατηρούσαμε αμίλητοι και χωρίς καμιά διάθεση συμμετοχής. Βυθισμένοι και οι δυο στις αναμνήσεις μας. Προσωπικά σκεφτόμουν την πρώτη μας γνωριμία στο μακρινό 2001. Έμενε με τους άλλους Κούρδους πρόσφυγες στον πρώτο καταυλισμό που είχε στηθεί στο παλιό μηχανοστάσιο του ΟΣΕ στον Άγιο Διονύση. Ζούσε σε ένα εγκαταλελειμμένο βαγόνι μαζί με δέκα ακόμη πατριώτες του.

Οι πρώτοι Κούρδοι είχαν εγκατασταθεί εκεί από το 1996. Το Γενάρη 1998 όταν είχαν φτάσει τους 300, έγινε μια υποχρεωτική μεταφορά σε Κέντρο φιλοξενίας στην Περαχώρα Λουτρακίου. Αλλά γρήγορα το Κέντρο ερημώθηκε και οι πρόσφυγες εμφανίστηκαν και πάλι στην Πάτρα. Δειλά δειλά εγκαταστάθηκαν ξανά στα παλιά βαγόνια του Άγιου Διονύση.

Πάνω: Κούρδοι πρόσφυγες στον Άγιο Διονύση
Κάτω: Η μεταφορά τους στην Περαχώρα το 1998

Τον συνάντησα σε μια επίσκεψή μου που σκοπό είχε να συγκεντρώσω κάποιες πληροφορίες. Είχα ξεκινήσει τότε το ιστορικό μυθιστόρημα «Κι εσύ Έλληνας, ρε;» και αναζητούσα Κούρδους πρόσφυγες να μιλήσω μαζί τους. Ήθελα να μάθω πώς γίνεται το ταξίδι από το Κουρδιστάν μέχρι την Πάτρα. Πώς μετακινούνται, ποιοι είναι οι κίνδυνοι, ποιο το κόστος κλπ.
Βρήκα μια παρέα να μαγειρεύει σε ένα αυτοσχέδιο μαγειρείο. Έναν γκαζοντενεκέ που στο κάτω μέρος έκαιγε φωτιά από μικρά ξύλα και πάνω του έβραζε μια κατσαρόλα. Ο Abdullah ήταν ο μόνος από την παρέα του που ανταποκρίθηκε, όταν εξήγησα τι ζητώ. Ήταν τέλη Αυγούστου με καύσωνα 38 βαθμών.

Μικροί Κούρδοι στον  Άγιο  Διονύση

Βρεθήκαμε πολλές φορές. Και από τότε συνδέθηκα μαζί του με μια στενή φιλία, που αυτά τα 18 περίπου χρόνια (2001-2018), παρά τα κενά, συντηρείται ακόμη.
Τον έπαιρνα από τα βαγόνια και πηγαίναμε άλλοτε στο λιμάνι και άλλοτε στην πλατεία Όλγας. Να αποφύγουμε όσο μπορούσαμε τον καύσωνα. Με 2 μπουκάλια νερό και αναψυκτικά, κάποιες φορές και βραδινό φαγητό, κάποια πίτσα συνήθως. Δεν ήθελε περισσότερα και αρνιόταν να καθίσουμε σε μαγαζί.
-Την άλλη φορά θα πάμε σε ταβέρνα, προετοίμαζα το έδαφος.
-Θα πάμε όταν θα μπορώ να πληρώνω κι εγώ.
Δεν επέμενα, άλλωστε εκείνα τα χρόνια δεν έπινε οινόπνευμα.

Κατά τις πολύωρες συζητήσεις μας μου διηγήθηκε σταθμούς από την ενδιαφέρουσα για μένα ζωή του. Ήταν τότε 38 χρονών. Είχε γεννηθεί  το 1963 στο Ιρακινό Κουρδιστάν (περιοχή Κιρκούκ)  και είναι Κουρδικής εθνότητας.
Η ζωή του τα  τελευταία 20 χρόνια ήταν  ταραχώδης. Πρώτα στην πατρίδα του, στο Κουρδιστάν του Βόρειου Ιράκ. Στρατιώτης και μετά φυλακισμένος του Σαντάμ για 10 χρόνια. δικασμένος σε  πολύχρονη φυλάκιση για  αντίσταση κατά του καθεστώτος.   Όταν εξέτισε τη ποινή του αποφάσισε να φύγει. Η απόφασή του ήταν μια συνειδητή επιλογή που τον έσπρωχνε προς Ελλάδα και Ευρώπη. Όπου έβρισκε γη να ριζώσει, να ζήσει σαν ελεύθερος άνθρωπος.

Έφυγε από το Κιρκούκ με 1000 δολάρια και έναν φίλο του. Διέσχισε την ορεινή περιοχή μέχρι τα σύνορα Ιραν – Ιράκ, άλλοτε με άλογα, άλλοτε με τα πόδια και σπάνια με φορτηγό. Απ’ εκεί πέρασαν στα σύνορα της Τουρκίας. Με λεωφορεία μέσω της περιοχής Βαν  έφτασε στην Άγκυρα. Και από την Άγκυρα στη Κωνσταντινούπολη. Μετά άρχισε η πορεία προς την Ελλάδα. Κυκλώματα, λαθρέμποροι και τα σχετικά. Με πλεούμενο πέρασε σε έρημη ελληνική ακτή. Ο φίλος του εντοπίστηκε και απελάθηκε στην Τουρκία. Ο Αbdullah συνέχισε και κρυμμένος σε φορτηγό έφτασε στην Αθήνα. Έμεινε 1 μήνα και μετά αποφάσισε να κατεβεί στην Πάτρα. Διάρκεια ταξιδιού 6 μήνες. Κόστος 950 δολ. Εδώ άρχισε η προσφυγική του περιπέτεια.

Από τότε με μικρά διαλείμματα ζει συνεχώς στην Πάτρα. Βλεπόμασταν, χανόμασταν, ξαναβρισκόμασταν, κάπου κάπου τηλεφωνιόμασταν. Ανάλογα με τις ευκαιρίες εργασίας που είχε κατά καιρούς διέμεινε σε ενοικιαζόμενα σπίτια με ρεύμα και νερό. Άλλοτε πάλι φιλοξενήθηκε από φίλους του ή χρησιμοποίησε εγκαταλειμμένες αποθήκες μαζί με άλλους συμπατριώτες του. Κατά καιρούς πέρασε και από όλους τους καταυλισμούς που λειτούργησαν στην Πάτρα και έστησε την πρόχειρη καλύβα του.
Στο διάστημα 2012-2013 του είχα προσφέρει κι εγώ φιλοξενία σε ένα μικρό διαμέρισμα που διέθετα στα Ζαρουχλέικα. Τότε είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί και το όνομα Μιχάλης. Του το έδωσε μια περιπτερού, γιατί δυσκολευόταν να προφέρει το Αbdullah. Στη διάρκεια της φιλοξενίας  είχα καταλάβει πόσο πολυτεχνίτης και πολυπράγμων είναι. Μάθαινε εύκολα ξένες γλώσσες και πια γνώριζε  καλά τα ελληνικά καθώς και αρκετές άλλες της Μέσης Ανατολής. Στα Ζαρουχλέικα, αλλά και όπου αλλού έζησε, σε διαμέρισμα, σε εγκαταλελειμμένο σπίτι, σε αποθήκη ή εργοστάσιο, ήταν αποδεκτός και αγαπητός από την γειτονιά.

Ο Αμπντουλά μαζί με το Βασίλη Χριστόπουλο και την Ιωάννα Αραμπατζή

-Θέλεις να πάμε δεις το σπίτι μου; Μίλησε πρώτος ο Αbdullah. Τον κοίταξα μετά από πολύ χρόνο σιωπής και αμηχανίας. Κατάλαβα ότι ήθελε πολύ.
Ανεβοκατεβήκαμε σιδερένιες σκάλες, περάσαμε κάτω από μηχανές, πηδήσαμε αυλάκια απορροής και φτάσαμε σε ένα τοίχο από φύλλα αμιαντοτσιμέντου (τύπου ΕΛΛΕΝΙΤ). Μια αυτοσχέδια πόρτα με έλα λουκέτο άνοιξε και βρεθήκαμε στο ενδιαίτημά του, διαστάσεων 3*4. Περιβαλλόταν παντού από φύλλα αμιαντοτσοιμέντου. Σε μια γωνιά το κρεβάτι, στην άλλη ένα παλιό τραπέζι – γραφείο. Απέναντι η γωνιά της μαγειρικής με ένα πετρογκάζ πάνω σε ένα μικρό τραπέζι και μια κατσαρόλα με φρεσκομαγειρεμένο φαγητό. Μύριζε βραστό κουνουπίδι.
-Έχω και ντους.
Με πήγε δίπλα. Ένα καζάνι νερό που γέμιζε από μια βάνα.
-Πώς σου φαίνεται; ρώτησε.
Κάτι ήθελα να του πω για την επικινδυνότητα του αμιάντου. Στην Ελλάδα είναι από χρόνια απαγορευμένo για οικοδομικό υλικό. Απελευθερώνει  με ευκολία τις καρκινογόνες και  για αυτό  επικίνδυνες ίνες αμιάντου στον αέρα. Αλλά τι να του πω;
-Καλό, καλό είναι, μουρμούρισα.
Επιστρέψαμε στο προαύλιο. Δεν άντεξα να υποκρίνομαι άλλο.
-Πώς ξέπεσες έτσι, ρε Αbdullah;
-Μέχρι το 2012 είχα ακόμη τη ροζ κάρτα. Με την κάρτα δούλευα, είχα νοικιάσει σπίτι. Αλλά …. η αίτηση ασύλου απορρίφθηκε. Δεν το έμαθα αμέσως. Έκανα προσφυγή με καθυστέρηση, εμμμ..
-Εκ-πρόθεσμα, να λες.
-Ναι, εκ-πρόθεσμα, και είμαι έξι χρόνια χωρίς χαρτιά. Χωρίς ΑΦΜ, ΑΜΚΑ.
-Και δεν φοβάσαι μην σε συλλάβουν;
-Δεν φοβάμαι. Οι αστυνομικοί με γνωρίζουν μετά τόσα χρόνια, δεν με ενοχλούν. Με καλούν και στο δικαστήριο για μεταφραστή. Έχω και δικαστές φίλους.
-Και τόσοι φίλοι γιατί δεν σε βοηθάνε να πάρεις χαρτιά; μίλησα αγανακτισμένος.
-Λένε δεν μπορούν, δεν τους αφήνει ο νόμος.
-Νομίζω πως δεν θέλουν. Σε κρατούν σε ομηρεία, να κάνουν τις δουλειές τους, ψιθύρισα.
-Δεν κατάλαβα τι παναπεί ομηρεία;
-Ξέχνα το. Και πώς τη βγάζεις;
-Έχω Έλληνες φίλους, με υποστηρίζουν. Μου δίνουν μικροδουλειές.
-Από μόνιμη δουλειά; Σταθερό μεροκάματο;
-Έχω βρει δουλειά στη ΒΙΠΕ, με καλό μισθό. Αλλά μου λείπουν τα χαρτιά. Χωρίς χαρτιά δεν μπορούν να με προσλάβουν.
-Είκοσι χρόνια και είσαι χωρίς χαρτιά; Πώς τα κατάφερες ρε Αbdullah; Τι έκανες όλα αυτά τα χρόνια; μου ξέφυγε.
-Παρακολουθούσα το προσφυγικό. Τις περισσότερες φορές με καλούσαν και για διερμηνέα. Έχω κρατήσει και σημειώσεις. Μιλούσε σοβαρά. Τον κοίταξα με απορία.
-Τι σημειώσεις;
Έβγαλε από μια τσέπη παντελονιού ένα δεφτέρι. Μου το άνοιξε.
-Να, κοίτα και μόνος σου.

Το πήρα και με περιέργεια το ξεφύλλισα. Αλλού με αγγλικά, αλλού με ελληνικά ένα αναλυτικό χρονολόγιο: Οι διάφοροι καταυλισμοί, οι διώξεις, οι ομάδες προσφύγων κατά εθνικότητα, τα ατυχήματα, οι θάνατοι… Ντράπηκα. Αυτό που τόσα χρόνια   δεν έκανα εγώ, αυτό που δεν έκανε κάποιος δημοσιογράφος, το έκανε ο χωρίς χαρτιά Αbdullah.
-Για ποιο λόγο έκανες όλη αυτή τη δουλειά;
-Ξέρω κι εγώ;
-Μπορώ να βγάλω μια φωτοτυπία.
-Πάρτο και μου το δίνεις όταν ξαναβρεθούμε, απάντησε με γενναιοδωρία και συμπλήρωσε: Έχω και φωτογραφίες αν ενδιαφέρεσαι.
-Tραβούσες όλα αυτά τα χρόνια και φωτογραφίες; Μα τι σκεφτόσουν;
-Να, σκεφτόμουν πώς μπορεί κάποτε να γράψω ένα βιβλίο. Σαν κι εσένα, μου χαμογέλασε.

Από τις πολλές πληροφορίες του Αbdullah αντέγραψα κατά χρονολογική σειρά κάποια γεγονότα- σταθμούς του προσφυγικού ζητήματος.  Είναι αυτά που πολλοί Πατρινοί, αλληλέγγυοι και πολέμιοι, τα θυμόμαστε χωρίς να είμαστε σίγουροι για το πότε έγιναν.  Από τις φωτογραφίες διάλεξε μερικές από τον καταυλισμό του Αγίου Ανδρέα.  Δεν ήθελα να κάνω κατάχρηση της εμπιστοσύνης του. Άλλωστε ο καταυλισμός του Μειλίχου είναι πια πολυ – φωτογραφημένος.

1995: Δημιουργείται ο πρώτος καταυλισμός στο παλιό μηχανοστάσιο του ΟΣΕ στον Αγιο Διονύση με Κούρδους πρόσφυγες από Τουρκία. Ζουν σε εγκαταλελειμμένα βαγόνια. Ο πληθυσμός δεν ξεπερνά τους 300 και είναι άντρες, γυναίκες και παιδιά
1998: Μετά από αντιδράσεις κατοίκων της περιοχής αποφασίζεται η μεταφορά τους σε κατασκηνώσεις στην Περαχώρα Λουτρακίου. Μετά από λίγους μήνες επανέρχονται.
1998: Άρχισε η εγκατάσταση Κούρδων και Αφγανών δίπλα στο Μείλιχο ποταμό. Δημιουργείται ο δεύτερος καταυλισμός. Καταφθάνουν και άλλοι Κούρδοι από το Βόρειο Ιρακ.
2 Νοεμβρίου 1999: Φωτιά στο πλοίο «Superfast III» ενώ πλέει ανοιχτά των ακτών Μεσολογγίου. Πεθαίνουν (από ασφυξία) 14 Κούρδοι που είχαν κρυφτεί σε φορτηγά.Η φωτιά έπιασε στο γκαράζ. Οι επιβάτες και το πλήρωμα επιβιβάστηκαν με ασφάλεια στις σωστικές βάρκες και παρελήφθησαν από παραπλέοντα πλοία. Το πλοίο έφτασε, την άλλη μέρα, στην Πάτρα. Κατά την εκφόρτωση αποκαλύφθηκαν οι 14 νεκροί νεκροί μετανάστες. Τις κηδείες ανέλαβαν  πολίτες: η Θεώνη Σακελλάρη, ο οικολόγος Βλάσης Βελλόπουλος και ο τότε νομαρχιακός σύμβουλος Γιάννης Γασπαρινάτος. Ο ομαδικός τάφος τους βρίσκεται στο Α’ Νεκροταφείο.
2001: Κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Αφγανιστάν φτάνουν στην Πάτρα Αφγανοί πρόσφυγες. Γρήγορα θα γίνουν η κύρια ομάδα στον καταυλισμό του Μειλίχου. Ταυτόχρονα έρχονται Σομαλοί και Σουδανοί.
2003: ο πρώτος καταυλισμός (αυτός στο μηχανοστάσιο ΟΣΕ Αγιου Διονυσίου) εκκενώνεται. Η ζωή του κράτησε 7 χρόνια.
2007: Δημιουργείται η Κίνηση Υπεράσπισης Προσφύγων και Μεταναστών/τριών Πάτρας. 

Ταυτόχρονα λειτουργούν στην Πάτρα και τοπικές ομάδες από κεντρικές  συλλογικότητες:

ΚΕΕΡΦΑ (Κίνηση Ενωμένοι ενάντια στο Ρατσισμό και τη Φασιστική Απειλή), Κίνηση ΑΠΕΛΑΣΤΕ ΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ,  Αντιεξουσιαστικές Ομάδες  κλπ.  

Και οι τρεις ομάδες  τροφοδοτούν  τον καταυλισμό Μειλίχου με τρόφιμα και ρούχα, προσφέρουν πρώτες βοήθειες υγείας, υποστηρίζουν  διαδικασίες νοσοκομειακής περίθαλψης και αιτήσεων ασύλου, διεκδικούν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης κλπ.
2007: Δημιουργείται ο σύλλογος «Η Πόλις Εάλω» από κατοίκους και καταστηματάρχες της περιοχής του καταυλισμού Μειλίχου. Πρόεδρος είναι  η  Αγγελλική Κολυροπούλου,  και  «επίλεκτα»  μέλη ο επιχειρηματίας Λάγιος και το ζεύγος Λαϊνιώτη.  Με δημοσιεύματα, διαδηλώσεις και καθημερινές εκπομπές σε τοπικά ΜΜΕ κατηγορούν τους πρόσφυγες με σκοπό  την κατεδάφιση του καταυλισμού. 
2008: Σομαλοί, Σουδανοί αλλά και Κούρδοι εγκαθίστανται στο μηχανοστάσιο του Αγίου Ανδρέα και ζουν σε εγκαταλελειμμένα τραίνα. Εκεί δημιουργούν τον τρίτο καταυλισμό. Όταν η αστυνομία τους ενοχλεί βρίσκουν καταφύγιο στο χώρο πάρκινκ της Ακτής Δυμαίων.
Γενάρης 2008:  Αρχίζουν οι συσκέψεις για κατεδάφιση του καταυλισμού Μειλίχου και απομάκρυνση των μεταναστών. Περιπολίες της αστυνομίας (έτσι ώστε οι μετανάστες να περιοριστούν στον χώρο του καταυλισμού και να μην πλησιάζουν το λιμάνι). Απειλές και συλλήψεις. Όσοι συλλαμβάνονται μεταφέρονται με λεωφορεία στο τμήμα αλλοδαπών της Αττικής κι από κει στο Λαύριο ή στη Θράκη. Τα μέτρα προκαλούν την αντίδραση κομμάτων και οργανώσεων: “πογκρόμ κατά νέων παιδιών καταδιωγμένων από την πατρίδα τους”.
Το τότε νομαρχιακό συμβούλιο με ψήφισμά του ζητά: “την εφαρμογή των νόμων και την άμεση μεταφορά των μεταναστών σε χώρους φύλαξης”.

Στο πλαίσιο αυτό μετανάστες και αλληλέγγυοι κινητοποιούνται:
22/01/2008: Η πρώτη πορεία μεταναστών και αλληλέγγυων – αντιεξουσιαστών  προς το  κέντρο της πόλης.  
19/02/2008:
Νέα πορεία μεταναστών με ενεργότερη συμμετοχή αλληλέγγυων – αντιρατσιστών.

Τέλος Αυγούστου 2008: Πραγματοποιείται το No Border Patras. Για ένα τριήμερο ο καταυλισμός ανασαίνει. Πορείες, ενημερώσεις, μουσικές εκδηλώσεις. Κατασκευάζονται και κάποια έργα υποδομής (τουαλέτες, ντους).
Οκτώβρης 2008: Συζητήσεις για δημιουργία μόνιμου σταθμού υποδοχής προσφύγων. Γίνεται σύσκεψη στο Υπουργείο Εσωτερικών, με δήμαρχο (Ανδρέα Φούρα), νομάρχη (Δημήτρη Κατσικόπουλο) κλπ. Αποφασίζεται η διάλυση του καταυλισμού και η κατασκευή χώρου υποδοχής εκτός Πατρών.
Νοέμβρης 2008: Το Υπουργείο Εσωτερικών ανακοινώνει το νέο χώρο: Οικόπεδο 40 στρεμμάτων στο Δρέπανο του δήμου Ρίου, 15 χιλιόμετρα περίπου μακριά από την Πάτρα. Στην απόφαση αντιτίθενται οι κάτοικοι και ο δήμαρχος Ρίου, Χρήστος Λιακόπουλος.
2008: Ιστορικές έχουν μείνει οι αντιρατσιστικές διαδηλώσεις μεταναστών,  αλληλέγγυων, αντιεξουσιαστών προς το κέντρο της πόλης.

21 Γενάρη 2009: Πυρκαγιά καταστρέφει καλύβες , απειλεί ζωές των μεταναστών αλλά και ζωές και περιουσίες των δίπλα πολυκατοικιών. Το 2009 δείχνει να είναι η τελευταία χρονιά του καταυλισμού.
12 Ιούλη 2009: Νομαρχία και Αστυνομία προχωρούν στην κατεδάφιση και στη συνέχεια στην  πυρπόληση του καταυλισμού Μειλίχου.  Λειτούργησε πάνω από 10 χρόνια. Ο πληθυσμός του έφτασε  τα 1000  με 1500 άτομα.

9 Ιουνίου 2010: Εκκενώνονται τα βαγόνια στον Άγιο Ανδρέα. (Ο Προαστιακός Σιδηρόδρομος της Πάτρας ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2010).

Μετά το 2010 Πρόσφυγες και  μετανάστες βρίσκουν καταφύγιο στα εργοστάσια Πειραϊκή – Πατραϊκή, Αβεξ και Λαδόπουλου. Η Π-Π  εκκενώθηκε το Μάη του 2012 μετά τη δολοφονία του 30χρονου Αθ. Λαζανά από τρεις Αφγανούς και τα επεισόδια που ακολούθησαν.

15 Μάη 2018: Εκκενώνονται  τα δυο τελευταία εργοστάσια  (ΑΒΕΞ και Λαδόπουλου) και 600 άτομα οδηγούνται  στο Κέντρο Κράτησης  Κορίνθου. Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις, όσοι δεν είχαν κάνει αίτηση ασύλου έμειναν στο Κέντρο. Οι υπόλοιποι  (παιδιά και αιτούντες άσυλο) μοιράστηκαν σε Κέντρα φιλοξενίας.

Η Πόλις εάλω:
Πάνω: Συγκέντρωση διαμαρτυρίας.  Κάτω: Ο δήμαρχος Α. Φούρας στη συγκέντρωση. 

Ο Αbdullah – Μιχάλης μετά από 20 χρόνια είναι χωρίς χαρτιά, χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι. Έζησε, όμως, από κοντά όλα τα γεγονότα. Και, το σπουδαιότερο, τα κατέγραψε. Όχι μόνο αποτελεί τη ζωντανή ιστορία του προσφυγικού της Πάτρας, αλλά και τον πρώτο ιστοριογράφο της.

Φωτογραφίες από αυτοσχέδιους καταυλισμούς στα βαγόνια του ΟΣΕ στον Άγιο Ανδρέα και στο parking της Ακτής Δυμαίων:

Φωτογραφίες από τον καταυλισμό στην οδό Ευρώτα (χείμαρρος Μείλιχος), στο λινκ:

KΑΤΑΥΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΕΥΡΩΤΑ (ΜΕΙΛΙΧΟΥ)

Φωτογραφίες από την διαχρονική προσφυγιά στο λινκ:

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ του Τεμπέλη Καραγκιόζη και ο παπα- Διαμάντης (θέατρο σκιών)

 

PAPADIAMANDIS-cropped_photo_a4ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
ΤΟΥ ΤΕΜΠΕΛΗ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ
ΚΑΙ Ο ΠΑΠΑ – ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Θέατρο σκιών
Στηριγμένο στο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη,
Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη.
(Κωμωδία σε 7 σκηνές)

     ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΣΚΗΝΗ 1η
Η οικογένεια πετάει τον Καραγκιόζη έξω από την καλύβα (πέφτει με γδούπο).
Αγλαΐα: Έξω, έξω από το σπίτι, παλιό τεμπέλη, παλιοακαμάτη…. Έρχονται Χριστούγεννα και δεν έφερες ένα μεροκάματο στο σπίτι. Μαύρα Χριστούγεννα θα κάνουμε κι εφέτος.
Μπιριγκόγκος: Πατέλα, τεπέλη, να πας να βεις δουγιά.
Αγλαΐα: Αν δεν βρεις μια γαλοπούλα για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι να μην ξαναπατήσεις σπίτι.
Κοπρίτης: Ρε, πατέρα, άι στο διάλο τεμπελχανά.
Καραγκιόζης: Ρε, τον πατέρα σας διώχνετε.., Που σας μεγάλωσα, σας ανάθρεψα, σας έκανα άντρες… Και σεις, αχάριστα, σηκώνετε χέρι πάνω μου, δεν ντρέπεστε…
Κολλητήρι: Νηστικούς μας άφηνες, ρε.
Καραγκ.: Δεν σας τάϊζα, ρε Κολλητήρι; Και του πουλιού το γάλα σας έφερνα…
Κολλητήρι: Πότε μας έφερες γάλα, ρε;
Καραγκ.: Αφού το πουλί δεν βγάζει γάλα, εγώ φταίω; Αν έβγαζε θα το κράταγα για μένα;
Αγλαΐα: Καραγκιόζη, σπίτι δεν ξαναμπαίνεις αν δεν φέρεις γαλοπούλα για τα Χριστούγεννα. Πήγαινε να κάνεις κάνα μεροκάματο, μετά να την ψωνίσεις και φώναξε να την ελέγξουμε. Τότε μόνο θα μπεις στο σπίτι.
ΚΑΡΑΓΚΙΖΗΣ_karagΚαραγκ.: (απομακρύνεται)
Κάνε παιδιά να σε σέβονται… Πού να βρω μεροκάματο, ρε παιδιά, μέσα στην κρίση; Εδώ χάνουν τη δουλειά τους αυτοί που θέλουν να δουλεύουν και θα δουλέψω εγώ που δεν θέλω; Πού στο διάολο να πάω για δουλειά; Να πάω να μαζέψω ελιές; Υγρασία μεγάλη. Να πάω κάτω στα μαγαζιά, δίπλα στη θάλασσα, η δουλειά βαριά και υγρασία. Ρευματισμοί, κρυώματα. Να πάω στα δέρματα, στα τομάρια; Το δικό μου το τομάρι δεν το σκέφτομαι; Μετά είναι μεροκάματο αυτό που δίνουν σήμερα τα αφεντικά; Σε πληρώνουν για τρεις ώρες και σε κρατάνε οκτώ κι εννιά.
Βλέπω κι άλλους που δουλεύουν, πώς προκόψανε. Δουλεύει ο πατέρας, δουλεύει ο γιος, το κορίτσι στη μοδίστρα και στο κομμωτήριο και δεν μπορούν να βγάλουν το νοίκι τους. Δουλεύουν για το μπακάλη, για το μανάβη, το τσαγκάρη, τον έμπορο και για το νοίκι της γριάς Στρατίνας, ανάθεμά την. Συνεχίστε την ανάγνωση του «ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ του Τεμπέλη Καραγκιόζη και ο παπα- Διαμάντης (θέατρο σκιών)»