«Δεν είναι τούτο τ’ άδικο», της Φωτεινής Μυλωνά – Ραϊδη. Η παρουσίαση του βασίλειου χριστόπουλου στο Πολύεδρο.

Την Τετάρτη 21 Σεπτέμβρη στις 8 το βράδυ, στο Πολύεδρο της Πάτρας, έγινε η παρουσίαση του βιβλίου της Φ. Μυλωνά-Ραϊδη, «Δεν είναι τούτο τ’ άδικο». Μίλησαν: Κωνσταντίνος Σακαρέλος, Βασίλειος Χριστόπουλος και η συγγραφέας.

Παραθέτω ολόκληρη την ομιλία μου:

Ο τόπος που εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα της Φωτεινής είναι το Μεσολόγγι και το Κρίκελλο Ευρυτανίας. Και ο χρόνος είναι η 8ετία 1939 με 1947:
Πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα για την κατοχή, την αντίσταση και τον εμφύλιο στην ελληνική επαρχία. Με αντιπροσωπευτικούς χαρακτήρες από όλο το κοινωνικό και πολιτικό φάσμα. Από τη μια αστοί, εισοδηματίες γης, δημόσιοι υπάλληλοι, βολεμένοι κατά κανόνα και συντηρητικοί. Από την άλλοι άνθρωποι λαϊκοί, μέλη της εργατικής τάξης. Και ανάμεσά τους ο συμβολαιογράφος, ο διανοούμενος Άκης, που τραβά δική του πορεία.

Τα μεγάλα γεγονότα περιγράφονται μέσα από τις μικροϊστορίες απλών ανθρώπων και όχι από τη δράση κάποιων κεντρικών πρωταγωνιστών της εποχής. Η παρουσία του Άρη για παράδειγμα προβάλει μέσα από τις αφηγήσεις απλών ανταρτών και όχι από πράξεις του ίδιου του πρωτοκαπετάνιου.
Έτσι η κατοχή, η αντίσταση, ο εμφύλιος και τα μεγάλα γεγονότα δίνονται από τη σκοπιά των από κάτω, των απλών μελών της κοινωνίας. Άλλοι συμμετέχουν στην αντίσταση με προσωπικό και οικογενειακό ρίσκο, άλλοι συνεργάζονται με τον κατακτητή και άλλοι κερδίζουν με τα μαύρα εμπόρια. Με τον τρόπο αυτό η αφήγηση γίνεται αληθοφανής, συναρπαστική αλλά και τραγική.

Οι 4 κεντρικοί χαρακτήρες, είναι 4 Μεσολογγίτες μέσης ηλικίας: ο Σάββας, ο Κλεάνθης, ο Λαυρέντης και ο Άκης.
Ας τους δούμε συνοπτικά:

Ο Σάββας: Γύρω από την οικογένειά του, τη μάνα του Παύλαινα, τις 4 αδελφές του και τη νέα γυναίκα του Ερατώ, εκτυλίσσεται η κεντρική ιστορία. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, υπακούοντας στις κοινωνικές επιταγές της εποχής, εγκαταλείπει τις σπουδές του προκειμένου να πάρει τη θέση του «προστάτη» της οικογένειας. Με σκοπό να παντρέψει τις αδελφές και να φροντίσει την μεγάλη πατρική περιουσία σε ζώα και κτήματα.
Ο δεύτερος χαρακτήρας είναι ο Κλεάνθης, παιδικός φίλος του Σάββα. Αποτελεί πρότυπό για το Σάββα, που επηρεάζει κι ελέγχει απόλυτα τη ζωή του. Ο Κλεάνθης είναι γιος ζάμπλουτου, επώνυμου μεγαλοδικηγόρου.
Ο τρίτος χαρακτήρας είναι ο Λαυρέντης, ανώτερος δημόσιος υπάλληλος και θαυμαστής του Κλεάνθη. Μνησίκακος και σφόδρα επικριτικός, σαν χαρακτήρας, απόρροια της μετρημένης ζωής, στην οποία τον υποχρεώνει το δημοσιοϋπαλληλίκι.
Ο Άκης, είναι ο τέταρτος χαρακτήρας. Είναι ο μόνος σπουδαγμένος της παρέας, συμβολαιογράφος στο επάγγελμα. Φερτός από Αθήνα με άγνωστο παρελθόν. Ο Άκης είναι άνθρωπος γλυκόλογος, εχέμυθος, συναινετικός.

Οι συναντήσεις τους γίνονται στη μία από τις δυο λέσχες της πόλης του Μεσολογγίου, εκεί όπου συχνάζουν άνθρωποι μιας οικονομικής και κοινωνικής επιφάνειας, αλλά και μόρφωσης. Στην άλλη μαζεύονται άνθρωποι από τα κατώτερα στρώματα, φτωχοί και εξαθλιωμένοι.

Ο Φόρης, ο πρώτος γαμπρός του Σάββα, που ήδη αναφέραμε, είναι δάσκαλος και κρυφοκομμουνιστής. Στην πορεία της εξέλιξης είναι το πρόσωπο που ανατρέπει όλη την ηρεμία της επαρχιακής ζωής του Σάββα, αλλά φέρνει και πολιτικές ανατροπές στην εξέλιξη. Δεν παντρεύεται μόνο την αδερφή του, τη Σταθούλα, αλλά πυροδοτεί και μια σειρά από γεγονότα. Ο Φόρης σπούδασε δάσκαλος με τις πλάτες του παπα της πόλης στην Ιερατική Σχολή του Μεσολογγίου που λειτούργησε από το 1924 μέχρι το 1929.
Η Σταθούλα, η πρώτη αδερφή του Σάββα, που παντρεύτηκε το Φόρη,
απαίτησε και πήρε μια γενναία προίκα σε κτήματα και λίρες.
Ο δεύτερος γαμπρός του Σάββα, ο Παντελής, δημιουργεί και αυτός κοινωνικές ανατροπές. Ο Παντελής είναι προσφυγόπουλο απ’ τη Μικρασία. Είναι σκάπουλος, ελεύθερος δηλαδή ψαράς στο επάγγελμα.
Ο Παντελής επιφέρει δεύτερο πλήγμα στον Σάββα, αφαιρώντας του, ένα ακόμη0 μέρος της πατρικής περιουσίας.
Ο Σάββας, «ρημαγμένος» οικονομικά αποφασίζει να παντρευτεί, προσβλέποντας στην προίκα του γάμου του,
Η νύφη είναι η νεαρή Ερατώ, κόρη μυλωνά από το Κρίκελλο.
Η κατάσταση στο σπίτι είναι δύσκολη για την Ερατώ που ασφυκτιά μέσα σ’ αυτό.

Αυτοί είναι οι βασικοί χαρακτήρες του μυθιστορήματος.
Βέβαια, όπως είπαμε, υπάρχουν κι άλλοι συμπληρωματικοί. Στο σύνολο των χαρακτήρων είναι φανερές οι κοινωνικές και ταξικές θέσεις και αντιλήψεις τους.

Μετά την έκβαση του πολέμου, και την κατάρρευση του Μετώπου,
απογοητευμένοι οι γαμπροί του Σάββα και τα αδέρφια της Ερατώς επιστρέφουν από το Μέτωπο στα σπίτια τους. Αναζητούν εστίες λυτρωτικής κι αποτελεσματικής αντίστασης στους κατακτητές. Πρώτη απ’ όλους, η μεγάλη αδερφή του Σάββα οργανώνεται στην Εθνική Αλληλεγγύη, με κύρια έγνοια τα παιδιά, που λιμοκτονούν γύρω της.
Ο αδερφός της Ερατώς και ο, ο κρυπτοκομμουνιστής Φόρης εντάσσονται στον ΕΛΑΣ της περιοχής παίρνοντας μέρος σε διάφορα σαμποτάζ.
Από τους 4 φίλους, οι 3 συμβιβάζονται με την κατοχική κατάσταση και τους κατακτητές.
Μόνο ο συμβολαιογράφος Άκης δεν εφησυχάζει. Πηγαίνει στην Αθήνα, συναντά παλιούς απόστρατους αξιωματικούς και κατατάσσεται στον ΕΔΕΣ.

Ο πόλεμος τελειώνει, αλλά όχι τα βάσανα των ανθρώπων ούτε και οι ιστορίες της Φωτεινής. Δεκεμβριανά, Βάρκιζα, Εμφύλιος. Στην περιοχή οργιάζουν οι παρακρατικοί.

Από ένα τέτοιο λιντσάρισμα παρακρατικών παραλίγο να πεθάνει ο Φόρης. Νύχτα, μόλις βγαίνει από το Νοσοκομείο, φεύγουν με τη Σταθούλα και τα παιδιά για την Αθήνα, να χαθούν μέσα στην ανωνυμία της πολυκοσμίας. Η εξαναγκασμένη αστυφιλία από τις διώξεις των παρακρατικών έχει ήδη ξεκινήσει.
Η Ερατώ βρίσκεται στο ανταρτοκρατούμενο Κρίκελλο, με την πατρική της οικογένεια.. Η επικράτησή των ανταρτών όμως στο χωριό δεν θα κρατήσει για πολύ. Σύντομα τα πράγματα θα αγριέψουν, ο εθνικός στρατός ετοιμάζει την μεγάλη του επίθεση. Τα αδέρφια της Ερατώς, για να την προστατέψουν, αν και ο άντρας της Σάββας έχει από καιρό πεθάνει, την κατεβάζουν μαζί με το παιδί της στο Μεσολόγγι. Εκεί τα πράγματα ελέγχονται από τον εθνικό στρατό και επικρατεί ηρεμία.
Την νύχτα του ερχομού τους στην πόλη, η μάνα του Σάββα πεθαίνει και η Ερατώ γίνεται αφέντρα του σπιτιού. Μια καινούρια ζωή αρχίζει

Με μια τριτοπρόσωπη αφήγηση, αυτήν του πεντεπόπτη συγγραφέα, η Φωτεινή παρακολουθεί άγρυπνα τους ήρωες της χωρίς να ξεφεύγουν από την εποπτεία της ούτε στιγμή.
Η αφήγηση είναι λυρική, προβάλλοντας τις συναισθηματικές εξάρσεις και καθιζήσεις των ηρώων. Είναι ταυτόχρονα τρυφερή απέναντι στους περισσότερους χαρακτήρες, τους οποίους η Φωτεινή αντιμετωπίζει με κατανόηση. Και στις σκληρές σκηνές, η αφήγηση γίνεται ρεαλιστική και τολμηρή.
Η αριστερή συνείδηση της Φωτεινής δεν την παρασύρει σε μανιχαϊσμούς, οι καλοί αριστεροί και οι κακοί δεξιοί.
Οι ήρωες είναι άνθρωποι με τις αδυναμίες τους τα πάνω τους και τα κάτω τους.
Δεν θα σας αναφέρω τα πλούσια ιστορικά στοιχεία που αναφέρονται στο ΕΑΜ, στον ΕΛΑΣ και στον Άρη, στον ΕΔΕΣ, στην Αλληλεγγύη, στις διώξεις μετά τα Δεκεμβριανά .
Οι χαρακτήρες προβάλλουν καθαροί και ρευστοί, με τις ανθρώπινες αδυναμίες και αντιφάσεις τους. Με την πορεία της αφήγησης, εξελίσσονται κι αυτοί για να λάβουν στο φινάλε την τελική θέση που τους επιφυλάσσει η συγγραφέας μας.

Σε γενικές γραμμές όμως η πορεία, η συνείδηση και η πολιτική στάση του κάθε χαρακτήρα, ανεξάρτητα αν είναι καλός ή κακός, προσδιορίζεται από την κοινωνική και την οικονομική του οντότητα.
Όπως άλλωστε το έχει διατυπώσει ο Μάρξ πριν 200 περίπου χρόνια:
«η συνείδηση είναι ευθύς εξαρχής κοινωνικό προϊόν» Ή όπως συνήθως λέγεται, Το κοινωνικό είναι, η κοινωνική οντότητα καθορίζει τη συνείδηση των ανθρώπων.

Προσωπικά εκείνο που με κέρδισε είναι η αναπαράσταση της ατμόσφαιρας της εποχής, η ρεαλιστική περιγραφή των ηθών της, ο ζωντανός τρόπος που μας μεταφέρει το ζόφο του εμφύλιου.

Πολλές οι σημαντικές συγγραφικές στιγμές της Φωτεινής σε αυτό το βιβλίο της:
Το πώς βίωσε η Ερατώ την καταπιεστική και απαξιωτική ένταξή της στο σπίτι του Σάββα.
Η σχέση της Ερατώς με την πεθερά της την Παύλαινα.
Η κατανόηση που δείχνει κάποιες φορές η πεθερά Παύλαινα προς την νύφη της Ερατώ, ενθυμούμενη τη δική της οδυνηρή συμβίωση με τη δική της πεθερά.
Ο θάνατος του Σάββα και το μοιρολόι της γριάς μάνας του.
Η μέρα κήρυξης του πολέμου.
Η πρώτη εμφάνιση της ανταρτοομάδας του Άρη στη Δομνίστα.
Οι αγώνες των ανταρτών, με τη συμμετοχή του Φόρη.
Συγκλονιστική είναι η περιγραφή της δράσης των παρακρατικών ομάδων που υποβάλουν σε ξυλοδαρμό τους Αριστερούς στην πλατεία του Κρίκελλου.
Τέλος δυνατή είναι σκηνή της συμφιλίωσης της Ερατώς με τον Σάββα (μετά τον θάνατό του) προκειμένου να βρει τη δύναμη να τον συστήσει στον γιο της.

Όπως είπαμε και στην αρχή, τα γεγονότα περιγράφονται μέσα από μικροϊστορίες απλών ανθρώπων, φωτίζοντας έτσι τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα από τη σκοπιά των από κάτω, των δεύτερων, της απλής κοινωνίας. Και τις περισσότερες φορές οι από κάτω γίνονται τα θύματα των κεντρικών πολιτικών ή όπως αλλιώς λέγεται, παίγνια της ιστορίας.

Advertisement

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΣΕΚΕΡΗΣ: Λίγος εμφύλιος ακόμα

Την Τετάρτη 15 Ιούνη στο Αίθριο του Παλιού Νοσοκομείου έγινε η παρουσίαση του βιβλίου του Άγγελου Τσέκερη (β’ έκδοση, Θεμέλιο, 2021). Το βιβλίο παρουσίασαν οι Σία Αναγνωστοπούλου, Δημήτρης Αλεξόπουλος, Γιάννης Παππάς και Βασίλειος Χριστόπουλος.

Η Εισήγησή μου έχει τίτλο: Οι αναλογίες της εξαετίας 58-63 με το …σήμερα.

Όταν διάβαζα το βιβλίο του Αγγ.Τσεκερη στάθηκα στη σελίδα 40 όπου αναφέρει τα εξής:
«Όσοι μιλούσαν για την ανάγκη να σταματήσουν οι διώξεις (αναφέρεται στο 1954 και μετά) είχαν στο μυαλό τους ένα σταθερό πολιτικό σύστημα, όπου η Δεξιά θα ήταν μονίμως κυβέρνηση, το Κέντρο μονίμως αξιωματική αντιπολίτευση και η ηττημένη στον εμφύλιο Αριστερά… ελεγχόμενη και στη γωνία. Με το αποτέλεσμα των εκλογών του 1958 είχαν έρθει τα πάνω κάτω. Παρά το ανελέητο μετεμφυλιακό κυνηγητό, οι ρίζες της Αριστεράς στην ελληνική κοινωνία είχαν αποδειχτεί εξαιρετικά ανθεκτικές. Η ΕΔΑ εμφανιζόταν ικανή …. ακόμη και να απειλήσει την εξουσία του Καραμανλή….»
Όπως μας εξιστορεί ο Τσέκερης, από την επομένη μέρα των εκλογών του 1958, ξεκινά ένας νέος γύρος διώξεων και τρομοκρατίας.

Ο σπουδαίος νεοελληνιστής Μάριο Βίτι στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, γράφει πως το καλό σύγχρονο ιστορικό μυθιστόρημα δεν υπηρετεί μόνο τη γνώση μιας ιστορικής περιόδου. Αλλά, υπηρετεί πρωτίστως το φωτισμό της εποχής μας.
Και φορτίζεται όχι από τη γνώση της τάδε εποχής, αλλά από τις αντιστοιχίες, τις αναλογίες ανάμεσα σε εκείνη την εποχή και τη σημερινή.
Το γεγονός αυτό ενεργοποιεί τον αναγνώστη και προκαλεί τη συμμετοχή και το ενδιαφέρον του με τρόπο καινούριο.
Κατ’ αναλογία με αυτά (και με την άδεια της καθηγήτριας της ιστορίας που έχω δίπλα μου), θα συμπλήρωνα ότι η καλή ιστορική έρευνα σε υποφωτισμένες περιόδους της ιστορίας δεν μπορεί να γίνεται μόνο για τη χαρά της γνώσης, ούτε και για την ικανοποίηση και ανακούφιση πως εκείνα τα φοβερά χρόνια πέρασαν ανεπιστρεπτί και τώρα ζούμε καλύτερες μέρες δημοκρατίας. Ειδικά για την Αριστερά μας.
Γιατί όποια πρόοδος και αν υπάρχει, που σίγουρα υπάρχει, η καλή έρευνα φωτίζει και τη σημερινή εποχή. Και φορτίζεται από τις αντιστοιχίες, τις αναλογίες, ανάμεσα σε εκείνη την εποχή της αστυνομοκρατίας και του βούρδουλα του Καραμανλή και στη σημερινή εποχή των πληρωμένων ΜΜΕ και της ελεγχόμενης δημοκρατίας.
Και αυτές οι αντιστοιχίες γίνονται φανερές διαβάζοντας το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζουμε.
Κατ΄αρχάς την εξαετία 58-63 το κύρος της Αριστεράς, παρά την πολεμική ήττα των εμφυλίων, παραμένει ισχυρό και ιδεολογικά ηγεμονικό. Στη βουλή του 1958 η Δεξιά δέχεται το συνεχές σφυροκόπημα της ΕΔΑ. Θα σας ταράξουμε στην νομιμότητα, κωδικοποιήθηκαν οι αγορεύσεις του Ηλία Ηλιού που στο βιβλίο αναφέρονται αναλυτικά.
Η κυβέρνηση γρήγορα κατάλαβε πως το κοινοβούλιο δεν είναι το κατάλληλο έδαφος για την αντιπαράθεση με την Αριστερά. Όπως περιγράφει ο Τσέκερης, η Καραμανλική Δεξιά επέλεξε το πεδίο της βίας, της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας, της κατασκοπολογίας, της τρομολαγνείας με προβοκάτσιες, σκευωρίες και fake news.
Οργανώνει επίσημα την κρατική προπαγάνδα μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Τύπου και πληροφοριών και αργότερα της Υπηρεσίας Πληροφοριών.
Συγκροτεί μάλιστα κεντρικό ιδεολογικό – προπαγανδιστικό μηχανισμό: Ο Τσέκερης μας αναφέρει αναλυτικά ποιοι τον στελεχώνουν: Σάββας Κωνσταντόπουλος, Άγγελος Προκοπίου, Θοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, Γεώργιος Γεωργαλάς. Γνωστά πρωτοπαλίκαρα της δικτατορίας των συνταγματαρχών για μας τους παλιότερους. Κάποιοι από αυτούς με θητεία, στα νιάτα τους, και στην Αριστερά. Μην ξαφνιάζεστε, έχουμε και σήμερα τέτοιους.
Η κατάσταση αυτή αποχαλινώθηκε εντελώς στις εκλογές βίας και νοθείας του 1961.
Από το 1961, όπως μας πληροφορεί ο Τσέκερης, η μάχη δίνεται μέσα στο λαϊκό κίνημα. Ξεσπά ένα ρωμαλέο δημοκρατικό κίνημα και η ΕΔΑ, πέρα από την κοινοβουλευτική μάχη που συνεχίζει να δίνει, κατεβαίνει και στους δρόμους. Καμπή αυτής της σύγκρουσης είναι η δολοφονία του Λαμπράκη, τον Μάιο του 1963, από όπου ξεκινά η πολιτική κατάρρευση του Καραμανλή.
Διαβάζοντας σήμερα το βιβλίο του Τσέκερη, μοιραία κάνουμε άμεσους συσχετισμούς με το σήμερα.
Ας δούμε τα ΜΜΕ της εποχής (εφημερίδες και ραδιόφωνο)
Οι εφημερίδες πρώτα: Το 1958 εκδίδονται οι συντηρητικές Καθημερινή, Εστία, Ακρόπολις, Εθν. Κήρυξ, Απογευματινή και Βραδυνή, οι κεντρώες Ελευθερία, Βήμα, Αθηναϊκή, Εθνος και Νέα, ενώ η Αριστερά εκφράζεται μέσα από την Αυγή και τον Ανεξάρτητο τύπο.
Στα τέλη του 1958 η εφημερίδα Νεολόγος Πατρών αποκάλυψε τις κρυφές χρηματοδοτήσεις υπό μορφήν επιχορηγήσεων, απλήρωτων δανείων, κρατικής διαφήμισης κλπ προς τις υπάκουες εφημερίδες, δεξιές, δήθεν ανεξάρτητες και κεντρώες.
Όπως αναφέρει ο Τσέκερης, την τότε Λίστα Πέτσα την διαχειρίστηκε εν κρυπτώ ο υπουργός προεδρίας Κωνσταντίνος Τσάτσος. Η Λίστα Τσάτσου ανήλθε σε 90 εκ. δρχμ.
Ο Τσέκερης μάς περιγράφει αναλυτικά και το τότε ραδιόφωνο. Στο κρατικό ραδιόφωνο, αποκλειστική πηγή ενημέρωσης και ψυχαγωγίας των λαϊκών στρωμάτων, καταγγέλλονται προσλήψεις ημετέρων, αναθέσεις εκατομμυρίων κλπ. Ταυτόχρονα το ραδιόφωνο έχει μετατραπεί σε όργανο αντικομουνισμού και κυβερνητικής προπαγάνδας. Υπήρχαν δυο σταθμοί τότε. Το ΕΙΡ δικτυωμένο περιφερειακά σε όλη τη χώρα και ο σταθμός των Εν. Δυνάμεων.
Τα Fake news οργιάζουν. Ο Τσέκερης αναφέρει το παράδειγμα όπου κάποιες δηλώσεις του Χρουτσώφ ότι «σε περίπτωση πολέμου η ΕΣΣΔ θα χτυπήσει βάσεις του ΝΑΤΟ», ερμηνεύονται ότι η ΕΣΣΔ θα βομβαρδίσει την Ακρόπολη.
Το Fake αναπαράγουν οι εφημερίδες και τα ραδιόφωνα.

Τις αντιστοιχίες, τις αναλογίες με το σήμερα ο Τσέκερης μάς τις αναφέρει έμμεσα. Ο τρόπος, όμως, που παρουσιάζει τα τότε γεγονότα μας εξαναγκάζει, θέλουμε δεν θέλουμε, να συνομιλούμε με το σήμερα. Μερικές φορές είναι όλα τόσο καθαρά που δεν χρειάζεται καν υπόμνηση.
Όσο η Αριστερά παραμένει ένα μικρό και ακίνδυνο κόμμα, όσο δεν αμφισβητεί τους ισόβιους ιδιοκτήτες της χώρας, δεν υπάρχει πρόβλημα, μας είπε ήδη ο Τσέκερης.
Το πρόβλημα εμφανίζεται, όπως και στις μέρες μας, όταν ο λαός εμπιστεύεται σε δύσκολες συνθήκες την Αριστερά. Τότε όπως και τώρα οι φερόμενοι ιδιοκτήτες της χώρας πανικοβάλλονται.

Στις μέρες μας δεν χρησιμοποιείται κατά κανόνα ο βούρδουλας του κράτους και τα στειλιάρια του παρακράτους. Όπως είπε και ο Ουμπέρτο Έκο από τη δεκαετία του ’80….. «σήμερα μόνο οι ηλίθιοι κάνουν δικτατορίες με τανκς, από τη στιγμή που υπάρχει η τηλεόραση».
Σήμερα έχουμε τα παντοδύναμα ΜΜΕ. Και αντί της λίστα Τσάτσου έχουμε τη λίστα Πέτσα. Σήμερα οι Κωνσταντόπουλοι και Γεωργαλάδες λέγονται μονταζιέρα της Ομάδα Αλήθειας.
Σήμερα δεν χρησιμοποιούν στρατοδικεία και σύσσωμη τη δικαιοσύνη, αλλά επιλεκτικά τους ανώτερους δικαστές σε κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις. Για να προωθούν τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, για να στήνουν σκευωρίες εκεί που υπάρχουν σκάνδαλα, για να διώκουν τους λιγοστούς δημοσιογράφους και δικαστές που κάνουν σωστά τη δουλειά τους.

Η Ευρώπη εγκαλεί την Ελλάδα για περιορισμό της ελευθερίας του λόγου και του Τύπου αλλά ο Μητσοτάκης ξέρει καλά πως αυτός είναι δρόμος του. Δεν έχει άλλο δρόμο. Έξω από αυτόν χάνει την εξουσία και καταρρέει.
Μόνο που σήμερα εκτός των ΜΜΕ έχει αναδυθεί και μια εναλλακτική ενημέρωση, αυτή των social media. Αυτό δεν το αναφέρει ο Τσέκερης, είναι όπως καταλαβαίνεται ένα σχόλιο δικό μου.
Να θυμίσουμε πως ο Μητσοτάκης θεωρεί τα social βλαπτικά για τη δημοκρατία:
«…τα social media….δημιουργούν στεγανά έντασης…. όπου ανατροφοδοτούνται τα στερεότυπα…. και αυτό είναι κακό για τη δημοκρατία μας…».
Όπως μας πληροφορεί ο Τσέκερης, αυτή τη φορά μέσα από την ΑΥΓΗ, ο Μητσοτάκης ετοιμάζει λογοκρισία και στα κοινωνικά δίκτυα. Όπως αποκάλυψε πρόσφατα στο Νταβός προτίθεται να αναθέσει σε μεγάλες εταιρείες τον έλεγχο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Δικαίως το βιβλίο του Άγγελου Τσέκερη «Λίγος Εμφύλιος ακόμα βρίσκεται σε δεύτερη έκδοση. Φωτίζει μια περιορισμένη περίοδο, σχετικά υποφωτισμένη, με μεγάλο ωστόσο ενδιαφέρον.
Όπου στο όνομα της Δημοκρατίας, δόθηκε μια καθολική πολιτική, θεσμική, και κοινωνική μάχη. H Αριστερά απάντησε οργανωμένα και πεισματικά στη βουλή, στους δρόμους, στα δικαστήρια, ακόμη και στις φυλακές και στην εξορία. Ο Τσέκερης δεν θυμίζει μόνο τις μεθόδους και τα εγκλήματα της δεξιάς, αλλά και το ποια είναι η αληθινή δύναμη της Αριστεράς όταν δίνει μάχες αξιών.
Αυτή η μάχη της περιόδου 58-63 αξίζει να διαβαστεί… για να μας παραδειγματίσει και για το σήμερα. Γι’ αυτό είπαμε εισαγωγικά πως το βιβλίο ως ιστορικό μελέτημα δεν έχει μόνο αξία για το χτες, αλλά και για το σήμερα. Με τις πολλαπλές αναφορές και αντιστοιχίσεις για το σήμερα, που ο αναγνώστης αυτόματα κάνει, μπορεί να διαβαστεί πολλαπλά. Ακόμη και σαν ένας οδηγός…. για τις μάχες που σήμερα η Αριστερά έχει να δώσει.

ΡΟΜΑΝΟ ΤΣΟΡΟΥΠΕ: Κριτική Κωνσταντίνου Μάγνη στην εφ. Πελοπόννησος, 23/5/2022

Για το Ρομανό Τσορουπέ (Τσιγγάνικη Φτώχεια) του Βασίλειου Χριστόπουλου ο δημοσιογράφος Κωνσταντίνος Μάγνης δημοσίευσε στην Πελοπόννησο (23/5/2022) την παρακάτω κριτική παρουσίαση.

Κωνσταντίνος Μάγνης Ρομανό Τσορουπέ Πελοπόννησος

Μικρή ελεγεία για τη «Μήδεια» της Πάτρας Ρούλα Πισπιρίγκου

Αν η Ρούλα Πισπιρίγκου είναι πράγματι η δολοφόνος της 9χρονης κόρης της και τη θανάτωνε συστηματικά χορηγώντας της υψηλές δόσεις κεταμίνης… τότε, πώς και γιατί έφτασε σε αυτό το φρικτό έγκλημα;
Μόνο μια διαταραγμένη ψυχολογικά προσωπικότητα που ζει μέσα σε βαριάς μορφής ψυχώσεις (απώλεια επαφής με την πραγματικότητα, με παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις) θα μπορούσε να το κάνει. Και αυτό δεν χρειάζεται να μας το πει κάποιος ψυχολόγος.
Λέγεται πως σε μια ειδική περίπτωση ψύχωσης (Σύνδρομο Μινχάουζεν δια αντιπροσώπου -Munchausen syndrome by proxy), ο/η διαταραγμένος/η μέσα από την «φροντίδα» που προσφέρει σε άτομο που έχει υπό την ευθύνη του (παιδί, άτομο με αναπηρία, ηλικιωμένος/η κλπ) τού προκαλεί τεχνητά μια ασθένεια, έναν τραυματισμό ακόμη και το θάνατο. Γιατί; Προκειμένου να κερδίσει το ενδιαφέρον, τη συμπάθεια και τον οίκτο. Αυτά που κάποιος/α (ακόμη και η ίδια η κοινωνία) τού έχει αρνηθεί. Πρόκειται για ένα δυστυχισμένο άτομο που η ασθένειά του ανάγεται στα τραύματα της παιδικής ηλικίας του. Όσο κι αν παγώνει τα συναισθήματά του για να μην υποφέρει, στην πραγματικότητα είναι τραγικά μόνο και αβοήθητο.
Αναρωτιέμαι: Η γειτονιά της, το στενό οικογενειακό της περιβάλλον, πρωτίστως ο σύζυγος, το εργασιακό της περιβάλλον, η αθλητική της κοινότητα και στη συνέχεια, όταν άρχισε η «φροντίδα» του παιδιού μέσα στα νοσοκομεία, οι γιατροί, οι νοσηλευτές και νοσηλεύτριες, όλο το λεγόμενο κοινωνικό κράτος… κανείς δεν αντιλήφθηκε κάτι;
Η θεωρία λέει πως και αυτό κάποιες φορές μπορεί να συμβεί.
Αλλά το πιο πιθανό είναι να κυριάρχησε ο γνωστός «ωχαδελφισμός», το «εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα»; Όπως συχνά γίνεται όταν βλέπουμε έναν άστεγο, κάποιον που ψάχνει στα σκουπίδια ή γινόμαστε μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας κλπ.
Και όταν σκάει η βόμβα τότε μόνο η μικρή μας κοινωνία αφυπνίζεται. Όχι για να αναλάβουμε τις ευθύνες μας αλλά για να οδηγήσουμε τον/την δράστη στην πυρά της Ιερής εξέτασης.

ΣΧΟΛΙΟ στην ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ της Συντονιστικής Επιτροπής Ανατολικού Διαμερίσματος Δ. Πατρέων για τον καταυλισμό των Ρομά στο Ρηγανόκαμπο.

Η πρόσφατη καταγγελία της Συντονιστικής Επιτροπής Συλλόγων Ανατολικού Διαμερίσματος Δ. Πατρέων (26/11/2021) για τις νέες καλύβες που στήνονται στον καταυλισμό Ρομά Ρηγανόκαμπου, επανέφερε στη δημόσια συζήτηση το ζήτημα της άθλιας κατάστασης στην οποία διαβιούν περίπου 30 οικογένειες Ρομά.
Ας δούμε, όμως, πρώτα τη συνολική εικόνα.
Τα τελευταία 30 χρόνια οι Τσιγγάνοι στην Αχαΐα, αλλά και σε ολόκληρη την Ελλάδα, έχουν κάνει σημαντική πρόοδο στην κοινωνική τους ένταξη. Και η πρόοδος αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στις δικές τους προσπάθειες. Στις μέρες μας η συντριπτική πλειοψηφία των Ρομά κατοικεί σε μόνιμη στέγη είτε σε τσιγγάνικους οικισμούς είτε σε σπίτια που βρίσκονται μέσα στον ιστό των πόλεων (βέβαια στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές της).
Μετά , όμως, τη δεκαετή οικονομική κρίση και στη συνέχεια την πανδημία και τις καραντίνες, η προσπάθεια κοινωνικής ένταξης ανακόπηκε. Για μερικές δε οικογένειες ματαιώθηκε. Τα μεροκάματα σπανίζουν, έχασαν τα σπίτια τους και κάποιες από αυτές οδηγούνται πάλι στον κοινωνικό αποκλεισμό. Για την περιοχή μας αυτό σημαίνει επιστροφή στον καταυλισμό. Εκεί επιχειρούν να στήσουν την καλύβα τους, την μπαράνκα τους, όπως λένε οι ίδιοι.
Οι Ρομά είναι η κοινωνική ομάδα που τα τελευταία χρόνια επλήγη περισσότερο από όλες, γι αυτό και η κοινωνική τους ένταξη είναι ασταθής.
Άλλωστε και η πολιτεία διαχρονικά ποτέ δεν στάθηκε στο πλευρό τους. Με εξαίρεση την περίοδο Σύριζα. Θυμάμαι στις 8 Απρίλη 2019, παγκόσμια ημέρα των Ρομά, ο τότε πρωθυπουργός κάλεσε στο προεδρικό μέγαρο εκπρόσωπους Ρομά από αρκετές περιοχές της χώρας, μαζί με κοινωνικούς λειτουργούς , διαμεσολαβητές κλπ που δουλεύουν δίπλα τους.
Και ξεκίνησε λέγοντας:
«Σήμερα είναι μία ξεχωριστή ημέρα. Είναι μία ημέρα αφιερωμένη στους Ρομά. Θα έλεγα, όμως, ότι πρέπει να είναι μία ημέρα που θα υπενθυμίζει σε όλους μας ότι δεν υπάρχουν πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Υποχρέωση της πολιτείας είναι, οι συμπολίτες μας αυτοί να ενταχθούν ισότιμα στο κοινωνικό πλαίσιο».
Πέρα από την καθιέρωση του ΚΕΑ και των άλλων επιδομάτων, της νοσοκομειακής περίθαλψης κλπ σημαντική ήταν η ιδεολογική θέση που εξέπεμψε η πολιτεία μέσω του τότε πρωθυπουργού: Οι Ρομά είναι κοινωνικό (και όχι φυλετικό) πρόβλημα. Ζουν σε συνθήκες φτώχειας από ανάγκη. Σε κάθε περίπτωση είναι Έλληνες πολίτες, έχουν δικαιώματα και η ένταξή τους είναι ευθύνη της πολιτείας.
Η Ειδική Γραμματεία Κοινωνικής Ένταξης των Ρομά τότε είχε εξαγγείλει παρεμβάσεις σε 20 περιοχές της χώρας (σε συνεργασία με τους εμπλεκόμενους δήμους), για μετεγκαταστάσεις, αναβάθμιση υποδομών κλπ. Παρεμβάσεις που είχαν εξασφαλισμένη χρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ).
Με την κυβερνητική αλλαγή του 2019 η πολιτεία τους εγκατέλειψε αβοήθητους στην οικονομική κρίση και στην πανδημία. Αλλά και η Δημοτική Αρχή Πελετίδη, παρά τη δημιουργία Παραρτήματος Ρομά στον Κοινωνικό τομέα του δήμου δεν έχει κάνει απολύτως τίποτα.
Παρά τις καθυστερήσεις, πίστευα πως στις μέρες μας η δημοκρατική κοινωνία αντιμετωπίζει τους ελάχιστους αποκλεισμένους Ρομά με περισσότερο ανθρωπισμό.
Για αυτό με έκπληξη διάβασα την για πολλοστή φορά καταγγελία της Συντονιστικής Επιτροπής Συλλόγων Ανατολικού Διαμερίσματος Δ. Πατρέων:
Να καταγγέλλουν τους «καθ΄ ύλην υπευθύνους… δεν έπραξαν τα προβλεπόμενα από το νόμο… η παράνομη ανέγερση συνεχίζεται και ο καταυλισμός μεγαλώνει ανεξέλεγκτα και επικίνδυνα».
Να εγκαλεί την Αστυνομία που «δεν επεμβαίνει, εφαρμόζοντας το νόμο…»
Να εγκαλεί την Πολεοδομία «γιατί δεν προβαίνει αμέσως στην εφαρμογή…. περί των αυθαιρέτων κατασκευών».
Να ξεσηκώνει με άλλα λόγια τους κατοίκους του Ανατολικού Διαμερίσματος και όλης της πόλης και να δίνει το σύνθημα ακόμη και για ρατσιστικές κραυγές.
Προσωπικά μου θύμισε την απαίτηση της αλήστου μνήμης «Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ» που τα χρόνια 2007, 08 και 09 ζητούσε από την Πολεοδομία να κάνει έλεγχο στον καταυλισμό των προσφύγων στο Μείλιχο. Να ελέγξει αν έχουν οι παράγκες των προσφύγων άδειες οικοδομής και να συντάξει (εφ’ όσον δεν είχαν)… πρωτόκολλα κατεδάφισης. Τα σχόλια δικά σας.
Θα μπορούσαν οι καταγγέλοντες Σύλλογοι, οι οποίοι άλλωστε είναι πολιτιστικοί, μορφωτικοί, επιμορφωτικοί κλπ, και σύμφωνα με το καταστατικό τους υπηρετούν και προάγουν τον πολιτισμό, δηλαδή τον ανθρωπισμό, να δουν τη μεγάλη εικόνα και να απευθύνουν στο Δήμο και στην Περιφέρεια (δηλαδή την Κυβέρνηση) πιο ανθρωπιστικά και… ρεαλιστικά αιτήματα:
Να διεκδικήσουν τη μετεγκατάσταση των οικογενειών Ρομά σε σπίτια προκειμένου να στέλνουν τα παιδιά σχολείο, έτσι που να γίνει το πρώτο βήμα για την κοινωνική τους ένταξη.
Και μέχρι να γίνει αυτό να φροντίσουν για καλύτερες συνθήκες υγιεινής και καθαριότητας, για τη δημιουργία στοιχειωδών υποδομών.
Να ενεργοποιήσει ο Δήμος το Παράρτημα Ρομά του Κοινωνικού τομέα που βρίσκεται σε ύπνωση.
Να αξιοποιήσει τα κονδύλια από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ).
Αναζητώντας προηγούμενες ανακοινώσεις των Συλλόγων διάβασα ότι παλιότερα τουλάχιστον καλούσαν το Δήμο «για τη συνεχή καθαριότητα και απολύμανση του χώρου» και τον ΕΟΔΥ «για την άμεση παρακολούθηση των υγειονομικών συνθηκών».
Τώρα καλούν μόνο αστυνομία, ζητούν οικοδομικές άδειες και διεκδικούν κατεδαφίσεις.
Όχι κύριοι. Όχι καταγγελίες για κατεδαφίσεις πριν βρεθεί τρόπος να στεγαστούν κάπου αλλού οι άνθρωποι αυτοί. Διεκδικείστε τη μετεγκατάσταση στα πλαίσια της κοινωνικής ένταξης. Και τότε πολλοί θα βρεθούμε δίπλα σας.

Ενας Ρομά στον Ασπρόπυργο δεν χωρά ούτε νεκρός

ΟΙ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟΙ: Τέσσερα Διηγήματα για Πρόσφυγες και Μετανάστες

Περιέχονται στη Συλλογή διηγημάτων ΓΙΑΤΙ ΣΕ ΜΕΝΑ; του Βασίλειου Χριστόπουλου, Εκδόσεις Κέδρος, 2018

ASAD: Κατερίνα Χριστοπούλου

Τα χαμογελαστά κορίτσια
Οι δύο φίλες, η Σίλβια και η Νάντια, είχαν καιρό να
τα πουν. Εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα κάθονταν στο
στενό μπαλκόνι του υπερυψωμένου ισόγειου σπιτιού της
Νάντιας. Μετά βίας χωρούσε τις δύο καρέκλες τους και
ένα μικρό τραπέζι. Το μπαλκόνι βλέπει σε έναν στενό
ανηφορικό δρόμο, με μικρή κυκλοφορία. Η ώρα πλησί-
αζε εφτά, αλλά ήταν ακόμα μέρα. Είχε δροσιά και ήταν
ήσυχα.
Κρατούσαν από μια κούπα καφέ στο χέρι και συζητού-
σαν ανήσυχες.
– Ήρθαν και μου ζήτησαν να τους ξοφλήσω. Θυμήθη-
καν πως τους χρωστάω από το 1996, που μας έφεραν. Δεν
ξέρω τι να κάνω, είπε Σίλβια αναστατωμένη.
– Είναι πολλά;
– Κάπου τριακόσια ευρώ.
– Φιλενάδα, πολλά τα λεφτά, αλλά, αν έχεις, δώσ’ τα
να τελειώνεις.
– Πού να τα βρω, είμαι άνεργη εδώ και πέντε μήνες.
Δεν τα ξέρεις;
Η Νάντια έμεινε για λίγο σκεφτική, με τα μάτια κλει-
στά. Μετά, με φωνή μελαγχολική είπε:
– Ποιος να το φανταζόταν ότι εδώ στην Ελλάδα θα
είσαι άνεργη. Και δεν θα μπορείς να βρεις ούτε ένα σπίτι
να καθαρίσεις. Ούτε έναν γέρο, μια γριά να φροντίσεις.
Κοίταξε τη Σίλβια και της έπιασε τρυφερά το χέρι ενώ
συμπλήρωνε: Έπειτα από είκοσι ολόκληρα χρόνια.
– Μη μου τα θυμίζεις, ψιθύρισε τρομαγμένη η Σίλβια.
Είχαν πληρώσει ακριβά την κάθοδό τους από τη Ρου-
μανία. Είχαν συμφωνήσει να διαθέσουν τον εαυτό τους
επί έναν χρόνο στις απαιτήσεις του εργοδότη. Έναν ολό-
κληρο χρόνο δουλειάς, με μόνο αντάλλαγμα στέγη και φα-
γητό.
– Απ’ τον θεό να το βρουν, ψιθύρισε η Νάντια.
– Πώς τους εμπιστευτήκαμε; τα κουτορνίθια αναρωτή-
θηκε φωναχτά η Σίλβια.
– Ήμασταν δεκαοχτώ χρονών και πιστεύαμε πως φεύ-
γουμε από τη φτώχεια. Πως ερχόμαστε εδώ να φτιάξουμε
τη ζωή μας. Σκέψου, όμως, και τα άλλα κορίτσια.
– Λες να ’ναι καλύτερα που δεν είμαστε όμορφες; ρώ-
τησε η Σίλβια.
– Λέω, ναι. Σταθήκαμε τυχερές. Άλλο σεξουαλική εκ-
μετάλλευση κι άλλο εργασία τσάμπα σε ένα σπίτι ή σε ένα
εργοστάσιο, σχολίασε η Νάντια.
– Οι άλλες, όμως, είχαν κούτες τα ρούχα και τα εσώ-
ρουχα.
Η Νάντια την αγριοκοίταξε:
– Ναι, εσώρουχα για να διαλέγει ο πελάτης. Και κου-
τιά χάπια να μην καταλαβαίνουν. Ήθελαν τα κορίτσια να
είναι πάντα χαμογελαστά, μονολόγησε.
– Χαμογελαστά κορίτσια; ρώτησε η Σίλβια.
– Ναι, να χαμογελάνε στους πελάτες. Και με μέικαπ
να κρύβουν τα μαυρισμένα τους μάτια και μάγουλα. Τις
έδερναν κι από πάνω οι αθεόφοβοι. Και κουτιά παυσίπο-
να να μην πονάνε. Πονούσε όλο το σώμα τους. Μα, πιο
πολύ, μου έλεγε η Πέτρα, τη θυμάσαι την Πέτρα, πονού-
σε το μουνί τους.
– Ναι, δεν έμεναν με τη θέλησή τους. Να φύγουν ήθε-
λαν. Αλλά τις κρατούσαν με τη βία, σχολίασε η Σίλβια
και συνέχισε αναστατωμένη: Λες να κινδυνεύω κι εγώ;
Μήπως μπορείς να μου δανείσεις τριακόσια ευρώ εσύ,
που δουλεύεις ακόμα;
Η Νάντια δεν απάντησε, και έπεσε σιωπή. Είχε πια
νυχτώσει και το βλέμμα τους στράφηκε στον στενό δρό-
μο. Κάποιοι πρέπει να επέστρεφαν στο σπίτι τους. Άλλοι
από ολοήμερη δουλειά κι άλλοι από ολοήμερο ψάξιμο για
δουλειά, σκέφτηκε η Νάντια.
– Εγώ, ναι, δουλεύω ακόμα, απάντησε. Αλλά η δουλειά
μου, φιλενάδα, δεν είναι όπως την ήξερες.
– Τι άλλαξε;
– Παλιά, όταν κάποιος πελάτης εμφανιζόταν στο καφέ
κι έπιανε καρέκλα, έτρεχα να τον υποδεχτώ χαμογελαστή.
– Χαμογελαστή, είπες;
– Μου το είχαν ζητήσει τα αφεντικά. Άρεσε όμως και
σ’ εμένα. Του πρόσφερα ένα ποτήρι νερό και τον ρωτού-
σα τι θέλει. Τώρα, όμως, όλα άλλαξαν. Δεν πρέπει να χα-
μογελάω, είπε η Νάντια κλείνοντας τα μάτια της.
– Τι έγινε; ρώτησε ανήσυχη η Σίλβια.
Η Νάντια δεν απάντησε. Ακούμπησε στο σιδερένιο κά-
γκελο, σαν κάτι να έψαχνε. Κάποιος ηλικιωμένος ανέβαι-
νε αγκομαχώντας τον ανήφορο. Τον συνόδευε μια ώριμη
γυναίκα από την πατρίδα, γνωστή τους. Η γυναίκα έριξε
μια ματιά στο μπαλκόνι τους και σήκωσε το χέρι της. Οι
δύο φίλες ανταπέδωσαν. Δύο κορίτσια κατέβαιναν τριπο-
δίζοντας σαν νεαρά πουλάρια. Η μικρή νεραντζιά μπρο-
στά στο μπαλκόνι ήταν γεμάτη άνθη και αζήτητους καρ-
πούς. Οι καρποί είχαν αρχίσει να σαπίζουν και λίγοι λίγοι
έπεφταν στο πεζοδρόμιο και στον δρόμο.
Ήπιε μια γουλιά καφέ και άναψε τσιγάρο. Τράβηξε,
έβηξε και ξεκίνησε:
– Το μαγαζί, φιλενάδα, έχει προβλήματα. Πριν από
μέρες ήρθε η ΔΕΗ – είχε απλήρωτους λογαριασμούς –
και του έκοψε το ρεύμα. Για μία ακόμη φορά έτρεχε σε
γνωστούς, να γίνει επανασύνδεση και ευνοϊκός διακα-
νονισμός. Αμέσως μετά με φώναξε και μου είπε πως δεν
βγαίνει. Από τετρακόσια μπορούσε να μου δίνει τριακό-
σια είκοσι, δηλαδή ογδόντα ευρώ τη βδομάδα, χωρίς υπε-
ρωρίες. Και ασφάλεια part time, τρία ένσημα τη βδομάδα.
Σκέφτηκα εσένα, φιλενάδα, και δέχτηκα. Αλλά το επόμε-
νο Σάββατο, που ζήτησα τα ογδόντα, μου έδωσε σαράντα.
«Γιατί σαράντα, κύριε Βασίλη;» «Γιατί σήμερα δεν πιάσα-
με ούτε εκατό», με αποπήρε. Το μεθεπόμενο μου έδωσε
πάλι σαράντα. Όταν ζήτησα ολόκληρο το ογδοντάρι και
κάτι από τα προηγούμενα μου έβαλε τις φωνές. Φιλενά-
δα, για πρώτη φορά έχασα την ψυχραιμία μου. Χωρίς να
το πολυσκεφτώ, πέταξα τα κλειδιά και του φώναξα: «Δεν
ξανάρχομαι, και φροντίστε να με ξοφλήσετε».
– Είσαι δυνατή, πάντα το έλεγα, μίλησε με θαυμασμό
η Σίλβια.
Η Νάντια έσβησε το τσιγάρο, την πείραζε στον λαιμό,
και συνέχισε:
– Ύστερα από μία βδομάδα πέρασα να ζητήσω τα λε-
φτά μου, είχα ξεμείνει. «Σε συμβουλεύω να ξανάρθεις»,
μου είπε και συμπλήρωσε: «Αν δεν θες να ψοφήσεις της
πείνας. Αν φύγεις, δεν πρόκειται να βρεις πουθενά δου-
λειά». Πριν προλάβω να καταλάβω αν αυτό ήταν απειλή
ή απλή προειδοποίηση, συμπλήρωσε: «Όπως εσύ θέλεις
να φύγεις, το θέλω κι εγώ». «Μα γιατί θέλετε να φύγω; Τι
παράπονο έχετε;» ρώτησα. «Γιατί με ρουφιανεύεις», απά-
ντησε. Έμεινα άφωνη. «Με ρουφιανεύεις, και μάλιστα σε
καλούς πελάτες», επέμεινε.
– Τι σημαίνει «ρουφιανεύω»; ρώτησε η Σίλβια.
Η Νάντια την αγνόησε. Στράγγιξε το φλιτζάνι του
καφέ και συνέχισε:
– Ήταν κόκκινος, τα μάτια του είχαν αγριέψει, φο-
βήθηκα, έβαλα τα κλάματα. «Λοιπόν, αν αποφασίσεις να
μείνεις, μακριά από φίλους και πελάτες». «Δηλαδή, τι πρέ-
πει να κάνω;» ρώτησα. Και τι μου είπε, φιλενάδα; «Απα-
γορεύεται να χαμογελάς». Αυτό μου είπε. «Απαγορεύεται
να χαμογελάω; Μα εσείς μου το είχατε ζητήσει». «Τότε
ήθελα χαμογελαστά κορίτσια, τώρα δεν θέλω. Δέχεσαι;»
– Χαμογελαστά κορίτσια κι αυτός, ε; ψιθύρισε η Σίλ-
βια.
– Σκέφτηκα εσένα, φιλενάδα, και είπα «δέχομαι».
Από ένα μικρό μπουκάλι νερό που είχε στα πόδια της
έριξε λίγο στο φλιτζάνι του καφέ. Το κούνησε και το απο-
στράγγισε. Μετά συνέχισε σαν να μονολογούσε:
– Παλιά, όταν κάποιος πελάτης εμφανιζόταν κι έπιανε
καρέκλα, έτρεχα με χαμόγελο να του προσφέρω ένα πο-
τήρι νερό και να τον ρωτήσω τι θέλει. Τώρα προσπαθώ να
μη χαμογελάω, να μην απαντώ σε ερωτήσεις. Καταλαβαί-
νεις γιατί. Η μία κουβέντα φέρνει την άλλη, και μπορεί να
μπλέξω, να χάσω τη δουλειά μου.
– Δεν τα γνώριζα όλα αυτά. Δηλαδή, δεν ευκολύνεσαι
για τα τριακόσια, ψιθύρισε ανήσυχη η Σίλβια.
– Δεν έχω. Και ήταν ευκαιρία τώρα να τους τα δώσεις
να τελειώνεις. Στενοχωριέμαι. Περισσότερο, όμως, που
δεν έχεις καθόλου δουλειά. Έστω και κακοπληρωμένη.
Έστω σαν τη δική μου. Ποιος να το φανταζόταν είκοσι
χρόνια μετά πως θα σου συμβεί κάτι τέτοιο. Τέτοια ατυ-
χία, φιλενάδα. Να μην μπορείς να βρεις έστω έναν γέρο,
μια γριά.

Moving out: Ζωγραφική, Κατερίνα Χριστοπούλου

Κισμέτ Παστουνβαλί
Ο Αλή βρίσκεται για πέμπτη φορά κρατούμενος στη
Γενική Ασφάλεια Εσπερίας. Όπως και τις άλλες τέσσε-
ρις, όλα τα παιδιά γύρω είναι γνωστά. Είναι σχεδόν φίλοι
του. Με τα περισσότερα ζουν εδώ και χρόνια στον καταυ-
λισμό δίπλα στο ρέμα του Γύφτου ή Διακονιάρη.
Είναι ακόμα πρωί, και, πριν σφίξει η ζέστη, τα παιδιά
εκμεταλλεύονται την πρωινή δροσιά να κερδίσουν λίγες
ώρες ύπνου. Όλοι κοιμούνται, εκτός από τον Αλή. Θέλει
να μείνει ξύπνιος, να σκεφτεί το κισμέτ του.
Καθισμένος πάνω σ’ ένα χαμηλό ξύλινο κασόνι, ακου-
μπά την πλάτη του στον τοίχο. Τον βασανίζει ο τρόπος
με τον οποίο ο Αλλάχ αποφασίζει τη ζωή τους.
Βγάζει από την τσέπη του ένα νόμισμα, το κοιτά προ-
σεκτικά και από τις δύο όψεις και το πετάει στριφτά προς
το ταβάνι.
– Κορόνα ή γράμματα; Κορόνα, ρωτά και απαντά ο
ίδιος.
Καθώς το νόμισμα πέφτει, το πιάνει στη χούφτα του
αριστερού χεριού του ενώ με το δεξί το σκεπάζει. Μέσα
στο μισοσκόταδο σκύβει με αγωνία και προσπαθεί να δει
πώς έπεσε.
– Γράμματα, πφφ, κάνει απογοητευμένος.
Γεμάτος απορία κοιτά ψηλά στο ταβάνι, εκεί που πέ-
ταξε το νόμισμα. Ψιθυριστά μονολογεί:
– Πώς το γράφεις το κισμέτ μας, Αλλάχ Μωχαμέτη
μου; Να γίνει έτσι κι όχι αλλιώς; Πώς παίρνεις τις απο-
φάσεις σου; Γιατί κάποιους τους σβήνεις από το τεφτέρι
σου; Γιατί τους αφήνεις να χαθούν; Μήπως αποφασίζεις
στην τύχη; Σαν το μεταλίκι που πετάμε στον αέρα και
πέφτει όπως λάχει;
Προσπαθεί να κατανοήσει το μυστήριο της ζωής, της
ζωής του καθένα, της δικής του ζωής, και συνεχίζει να
μουρμουρίζει:
– Δηλαδή ο Αλλάχ πετά το μεταλίκι στον αέρα. Και
μετά ό,τι καθίσει. Στον ένα κάθεται κορόνα και στον άλλο
γράμματα. Τώρα που είμαι κρατούμενος, να ’ναι αυτό το
κισμέτ; Αυτό που μου έγραψε ο Αλλάχ εδώ πάνω στο μέ-
τωπό μου; Ή μήπως είναι απόφαση του κύριου Λεωνίδα;
Ο Αλή βάζει το νόμισμα στην τσέπη του. Αφήνει το
βλέμμα του να περιφέρεται πάνω στους κοιμισμένους συ-
ντρόφους του, περίπου είκοσι άτομα. Είναι σχεδόν όλοι
Αφγανοί. Ξαπλωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο πάνω στο
τσιμέντο. Με τα ρούχα τους, όπως ακριβώς τους συνέλα-
βαν. Λίγοι φρόντισαν να έχουν μια κουβέρτα μαζί τους.
Και όποιος έχει τη μοιράζεται με άλλους δύο. Το φως,
όπως μπαίνει από τους τρεις φεγγίτες που βρίσκονται
ψηλά, φωτίζει αμυδρά τα ξαπλωμένα κορμιά. Τα στήθη
τους πάλλονται έντονα από τη βαριά ανάσα τους. Με-
ρικοί ροχαλίζουν ελαφριά. Τα πρόσωπά τους γυαλίζουν
από τον ιδρώτα που τα καλύπτει. Κάποιοι χαμογελούν.
Πρέπει να βλέπουν ευχάριστο όνειρο. Ο Αμίν, ξαπλωμέ-
νος στην άκρη δίπλα στον τοίχο, βγάζει βογκητά μαζί με
ακατάληπτες κραυγές. Πρέπει να βλέπει εφιάλτη.
Οι περισσότεροι, όπως κι αυτός, είναι Παστούν σου-
νίτες από τον βορρά του Αφγανιστάν. Τους συνδέει το
παστουνβαλί και ο ίδιος τους αισθάνεται αδέρφια. Αλλά
και τους άλλους, που είναι Χαζάροι σιίτες, ακόμη και τους
Κιαφίρ, πάλι αδέρφια τους νιώθει. Όλοι είναι διωγμένοι
από τον πόλεμο. Μεγάλωσαν στον δρόμο, στη θάλασ-
σα, σε στρατόπεδα και καταυλισμούς. Κανταχάρ, Χεράτ
στο Αφγανιστάν. Τσαμάν στο Πακιστάν. Μετά Βηρυτός,
Ισμίρ, Ιστανμπούλ, Σάμος. Μέχρι που έφτασαν στην
Εσπερία.
Ο Αλή ξαπλώνει στο τσιμέντο. Δεν έχει κάτι να στρώ-
σει από κάτω. Ανεβάζει τα πόδια του πάνω στο κασόνι
και βολεύεται όσο μπορεί καλύτερα. Θέλει να ησυχάσει,
αλλά οι σκέψεις δεν τον αφήνουν και ο μονόλογός του
συνεχίζεται:
– Καθένας τους και μια μεγάλη ιστορία. Τους ντόπιους
όμως δεν τους ενδιαφέρει να μας ρωτήσουν. Για τους ντό-
πιους οι Αφγανοί είναι χωρίς παρελθόν. Κανείς δεν ρω-
τάει: «Από πού είσαι; Γιατί έφυγες; Πώς κατάφερες και
έφτασες μέχρι εδώ;» Οι ντόπιοι ποτέ δεν μας ρωτούν, και
εμείς πιστεύουμε πως μας οδηγεί μόνο το κισμέτ. Αυτό
μας έσπρωξε στη μεγάλη περιπέτεια, στην ατέλειωτη πο-
ρεία μας. Σαν η ζωή να προχωράει χωρίς δικές μας απο-
φάσεις. Σαν το παρόν και το μέλλον μας να μην είναι δικά
μας. Σαν η ίδια η ζωή μας να μην είναι δική μας. Να χα-
ράζεται πάνω στη γη χωρίς τη δική μας βούληση.
Μέσα στο μισοσκόταδο ο Αλή ξαναθυμάται τη ζωή του
και την πολύχρονη διαδρομή του από το Αφγανιστάν μέ-
χρι την Εσπερία. Από το 2001, που ήταν παιδί δώδεκα
χρονών, δεν θυμάται τίποτε άλλο παρά πόλεμο και προ-
σφυγιά. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, όταν η Βόρεια Συμ-
μαχία άρχισε τον πόλεμο στους Ταλιμπάν, οι Παστούν
του βορρά, της Μαζάρ-ι-Σαρίφ, βρέθηκαν σε δύσκολη
θέση. Κυνηγημένοι άρχισαν να κατεβαίνουν μέσα από τα
βουνά Ίντου-Κουχ στον Νότο. Εκτός από τη Συμμαχία,
τους κυνηγούσαν οι φυλές των Ουζμπέκων και των Τα-
τζίκων. Τους κατηγορούσαν ότι τα προηγούμενα χρόνια
είχαν υποστηρίξει τους Ταλιμπάν. Στην αρχή βρήκαν
καταφύγιο στα στρατόπεδα του Πακιστάν. Και όταν το
Πακιστάν έκλεισε τα σύνορα και άρχισε να συζητάει για
επαναπατρισμό, δεν είχαν πια άλλο δρόμο. Ξεκίνησε η
μεγάλη φυγή. Από κει και έπειτα ο Αλή ήταν στους δρό-
μους, μέχρι το 2008. Τότε έφτασε στην Ελλάδα.
Στην Ελλάδα κατάφερε να μάθει ελληνικά. Και τώρα
εργάζεται σαν μεταφραστής της αστυνομίας. Κερδίζει κά-
ποια χρήματα. Άλλοτε είκοσι ευρώ, άλλοτε τριάντα. Η
αστυνομία τού πήρε και κινητό τηλέφωνο, να μιλάει με
τον διοικητή, τον κύριο Λεωνίδα. Του ζητούν όμως συ-
νέχεια να μαθαίνει και να δίνει πληροφορίες. Γι’ αυτή τη
δουλειά που κάνει ξέρει καλά πως οι πατριώτες του δεν
τον εμπιστεύονται. Τον κατηγορούν. Και αυτό τον πλη-
γώνει. Γιατί ο Αλή, όσο μπορεί, βοηθάει. Όταν εξετά-
ζονται οι αιτήσεις ασύλου, ρωτάνε «γιατί έφυγες από το
Αφγανιστάν;» Αυτός το μεταφράζει ακριβώς στα αφγανι-
κά. Όταν, όμως, ο Αφγανός απαντά «έφυγα γιατί πεινά-
γαμε», τότε το αλλάζει: «Έφυγα γιατί με κυνηγούσαν οι
Ταλιμπάν, κινδύνευε η ζωή μου». Έτσι πρέπει να είναι η
σωστή απάντηση. Διαφορετικά η αστυνομία θα τον θεω-
ρήσει μετανάστη – όχι πρόσφυγα – και θα πετάξει την
αίτησή του στα σκουπίδια.
Αισθάνεται να τον πλακώνει η αδικία, που οι δικοί του
όλα αυτά τα ξεχνάνε. Που τον κατηγορούν ότι είναι ρου-
φιάνος της αστυνομίας.
Σηκώνεται όρθιος, παραμερίζει το κασόνι και αρχίζει
να βηματίζει πέρα δώθε. Είναι λαχανιασμένος και ανήσυ-
χος. Προσπαθεί να βρει μια ερμηνεία, να πάρει μια από-
φαση. Τι είναι, επιτέλους; Είναι ρουφιάνος ή τον αδικούν;
Το μεγάλο κελί γυρίζει γύρω του. Οι σύντροφοί του
γίνονται σκιές που σηκώνονται όρθιες. Τον πλησιάζουν
αργά, τον περικυκλώνουν απειλητικά. Κάποιες σκιές αρ-
χίζουν να τον καλύπτουν. Ο χώρος σκοτεινιάζει. Βάζει τα
χέρια του μπροστά να τους σταματήσει. Θέλει να τους
εξηγήσει. Τους μιλά δυνατά να τον ακούσουν:
– Δεν κάνω κακό. Καλό κάνω.
Κάποιοι ενοχλούνται.
– Σσσς, ησυχία, ψιθυρίζουν.
Ο Αλή δεν ακούει και συνεχίζει:
– Τι μου ζητάει; Να μαθαίνω τι γίνεται μέσα στον κα-
ταυλισμό. Και να του τα λέω. Να ξέρει πού μένουν οι απέ-
ξω, ποια παλιά σπίτια έχουν ανοίξει, πόσοι φεύγουν για
Ιταλία με τα πλοία. Έχει κι άλλους Αφγανούς που ρωτάει.
Αλλά εμένα μόνο μπορεί να καταλάβει. Άλλες φορές πάλι
τα ξέρει, με ρωτάει για επαλήθευση. Γι’ αυτό πρέπει να
λέω την αλήθεια, αλλιώς κινδυνεύω.
– Σκασμός, κοιμόμαστε, φωνάζει ο Αμίν.
Ο Αλή, κουρασμένος, κάθεται ξανά στο κασόνι. Ακου-
μπά την πλάτη του στον τοίχο και κλείνει τα μάτια. Θέλει
να κοιμηθεί κι αυτός, έστω για λίγα λεπτά.
Σήμερα, πολύ πρωί, μόλις είχε χαράξει, φορτωμένος
τις δύο κουβέρτες του επέστρεφε στην καλύβα του στον
καταυλισμό. Τη νύχτα κοιμάται, όπως οι περισσότεροι,
έξω. Είναι καλοκαίρι και προτιμούν τη δροσιά και τον κα-
θαρό αέρα. Και μετά ξέρουν πως στον καταυλισμό μπο-
ρεί να μπει η αστυνομία. Οι άνθρωποι που τους βοηθάνε,
από την Κίνηση Εσπερίας, τους έχουν από μέρες ενημε-
ρώσει πως έχει παρθεί απόφαση. Τον καταυλισμό θα τον
γκρεμίσουν. Γι’ αυτό κάθε τόσο έρχεται μέσα στη νύχτα
η αστυνομία και ψάχνει. Άλλοτε για ναρκωτικά και άλλο-
τε για όπλα. Άλλα παιδιά τα συλλαμβάνουν και άλλα τα
τρομοκρατούν. Τα απειλούν: «Μην ξαναπατήσετε στον
καταυλισμό».
Καθώς ο Αλή πήγαινε στον καταυλισμό, τον πήρε τη-
λέφωνο ο διοικητής:
– Θα έρθουμε για έλεγχο, να ’σαι κι εσύ μέσα να σε
πιάσουμε.
– Πάλι, κύριος Λεωνίδας; ξέφυγε αυθόρμητα του Αλή.
– Ρε, άι στο διάολο που αντιμιλάς. Κακοπερνάς, ρε
μαλάκα; Σάντουιτς, τυρόπιτες, μέχρι και κόκα κόλα σε
φιλεύουμε, έβαλε τις φωνές ο κύριος Λεωνίδας.
– Οκέι, κύριος Λεωνίδας, θα είμαι μέσα, συμφώνη-
σε.
Εκεί στον καταυλισμό βρήκε πολλούς Αφγανούς. Ήταν
κυκλωμένοι από αστυνομικούς. Ήταν παρών και ο ίδιος
ο κύριος Λεωνίδας. Κατάλαβε τον διοικητή να τον κοιτά
επίμονα. Ο ίδιος απέφυγε να τον κοιτάξει. Όσοι είχαν
ροζ κάρτα αφέθηκαν ελεύθεροι. Όσοι δεν είχαν οδηγή-
θηκαν στις κλούβες. Ο Αλή είχε μαζί του ροζ κάρτα, αλλά
δεν την έδειξε. Έμεινε να τον συλλάβουν. Τους οδήγησαν
στη Γενική Ασφάλεια κι εκεί τους μοίρασαν σε ομάδες.
Άλλους τους κράτησαν στην Εσπερία, άλλους τους έστει-
λαν σε άλλες πόλεις.
Κατά τις έντεκα η θερμοκρασία άρχισε να ανεβαίνει
και κάποιοι ξύπνησαν ιδρωμένοι. Ο Αλή δεν κατάλαβε αν
τον είχε πάρει ο ύπνος. Σκέφτεται, όμως, ότι πρέπει να
ανοίξει κουβέντα. Να ξεκαθαρίσει με τα παιδιά κάποια
πράγματα.
– Έι, Ανίφ, ξύπνησες; ρωτά τον πιο κοντινό του, που
τον βλέπει όρθιο να τρίβει τα μάτια του.
Ο Ανίφ κάτι μουρμουρίζει ενοχλημένος. Ο Αλή δεν
ακούει καθαρά τι λέει. Αλλά υποψιάζεται.
– Τι είπες, ρε, εγώ ρουφιάνος;
Ο Ανίφ συνεχίζει το ίδιο μουρμουρητό ενώ κάνει μια
χειρονομία. Να του δείξει πως δεν θέλει κουβέντες μαζί
του.
– Ρουφιάνος της αστυνομίας, είπες;
Ο Αλή θυμωμένος σηκώνεται από το κασόνι. Πλησιά-
ζει τον Ανίφ και τον πιάνει δυνατά από τους ώμους. Τον
τραντάζει με οργή. Χωρίς να μπορεί να συγκρατήσει την
ένταση της φωνής του λέει:
– Γιατί ρουφιάνος, ρε; Εμένα δεν μ’ έχει μαστιγώσει ο
Τατζίκος και ο Χατζάρος; Δεν με βασάνισε στην αλάνα
ο Ταλιμπάν; Εμένα, ρε καριόλη, δεν μου έχει γαμήσει τη
μάνα; Μπροστά στα μάτια μου;
Οι φωνές του ξυπνάνε τους κρατούμενους. Κάποιοι
δείχνουν να συμφωνούν με τον Ανίφ. Μερικοί νυσταγμέ-
νοι ζητούν ησυχία. Ο Αλή πισωπατάει και απευθύνεται
σε όλους:
– Γιατί είμαι ρουφιάνος; Εμένα στην Τουρκία δεν με
ξεβράκωσε ο χωροφύλακας; Δεν μου έχωσε το τουφέκι
του στον κώλο; Εδώ στην Ελλάδα δεν με χαστουκίζει ο
αστυνόμος; Δεν με κλoτσάει και με δέρνει όποτε γουστά-
ρει; Χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν; Γιατί; Μαζί
δεν κοιμόμαστε νηστικοί πάνω στο χώμα; Δεν μας βρίζουν
όλους κλέφτες; Βρωμιάρηδες και έμπορους ναρκωτικών;
Δεν μας αποφεύγουν, μην κολλήσουν αρρώστιες; Δεν μας
κλοτσάνε σαν τα σκυλιά; Δεν μας πετάνε από δω κι από
κει σαν τσουβάλια;
Κάθισε αποκαμωμένος στο κασόνι του. Είναι απελπι-
σμένος. Παρά την κοινή τους πορεία, την κοινή τους ζωή,
ξέρει πως όλοι είναι απέναντί του. Πρώτη φορά συνειδη-
τοποιεί πως δεν έχει φίλους. Για πρώτη φορά στη ζωή του
νιώθει μόνος. Πώς θα πορευτεί από δω και πέρα; Ποιοι
θα τον συντροφεύουν στη ζωή του; Δεν έχει κανέναν. Κι
αυτό του προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη μοναξιά. Ακόμη με-
γαλύτερη απελπισία.
Απελπισμένος κάνει μια τελευταία προσπάθεια. Σηκώ-
νεται όρθιος, κάνει μερικά βήματα προς το μέρος τους.
Απευθύνεται σε όλους:
– Γιατί; Επειδή μιλάω με τον κύριο Λεωνίδα; Εγώ το
διάλεξα; Εγώ το αποφάσισα; Αφού αυτό ήταν το κισμέτ:
να μάθω ελληνικά. Γι’ αυτό μιλάει μαζί μου. Αφού αυτό
έχει γράψει ο Αλλάχ εδώ πάνω, και χτυπά τα δυο του χέ-
ρια με δύναμη πάνω στο μέτωπό του.
Στέκεται για λίγο όρθιος. Σαν να μην ξέρει τι άλλο
πρέπει να τους πει. Μετά με αργά βήματα οπισθοχωρεί.
Επιστρέφει αμίλητος στο κασόνι του. Κάθεται και κουρα-
σμένος ψιθυρίζει:
– Αυτό είναι το δικό μου κισμέτ. Το δικό μου κισμέτ
παστουνβαλί.

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Οι πιλοτοφύλακες της Εσπερίας
Όταν το απόγευμα της Κυριακής, 16ης Νοέμβρη,
στην Εσπερία ξεκίνησε η βροχή, οι πρόσφυγες του κα-
ταυλισμού αναστατώθηκαν. Πριν από δεκαπέντε μέρες
το ρέμα του Γύφτου ή Διακονιάρη είχε πάλι φουσκώσει.
Φραγμένο από κλαδιά, σκουπίδια και ξύλα παρασυρμένα
από τις γύρω οικοδομές έσπασε το μικρό ανάχωμα. Τα
νερά υπερχείλισαν και γρήγορα ο καταυλισμός έγινε μια
μικρή λίμνη. Για μέρες οι περισσότερες από τις διακόσιες
καλύβες που ήταν στημένες κάτω από τα μεγάλα δέντρα
του πάρκου ήταν ακατοίκητες. Για να τις πλησιάσουν
έπρεπε να βραχούν μέχρι το γόνατο.
Έτσι, με τις πρώτες ψιχάλες της Κυριακής άρχισαν να
ελέγχουν τις πρόχειρες καλύβες τους και το χαμηλό ανά-
χωμα. Κυρίως ανησύχησαν αυτοί που είχαν στήσει καλύ-
βες δίπλα στο ρέμα.
Η Μετεωρολογική Υπηρεσία είχε από μέρες προβλέ-
ψει πως τη νύχτα της 16ης προς τη 17η Νοέμβρη ισχυρές
καταιγίδες θα πλήξουν τη Δυτική Ελλάδα. Μόνο που οι
πρόσφυγες δεν παρακολουθούν τα δελτία καιρού.
Οι κάτοικοι, όμως, των πολυκατοικιών γύρω από τον
καταυλισμό ήταν από μέρες ενημερωμένοι. Και είχαν
αναστατωθεί. Κυρίως αυτοί που κατοικούν στις νέες
πολυκατοικίες, με τις πιλοτές. Δεν ξεχνούσαν πως στην
προηγούμενη κακοκαιρία οι πιλοτές τους είχαν μετατρα-
πεί σε κέντρα προσωρινής διανυκτέρευσης. Αποφάσισαν,
λοιπόν, να κάνουν έκτακτες συνελεύσεις για να δουν πώς
θα περιφρουρήσουν τις πολυκατοικίες τους.
Την Παρασκευή, 14 Νοέμβρη, το απόγευμα, σχεδόν σε
όλες τις πολυκατοικίες της περιοχής έγιναν συνελεύσεις.
Πολλοί πρότειναν να περιφράξουν με κάποια μόνιμη πε-
ρίφραξη τις πιλοτές, αλλά η πρόταση σε καμία συνέλευση
δεν πλειοψήφησε. Κάποιοι ισχυρίστηκαν πως με την πε-
ρίφραξη θα αλλοιωθεί η αρχιτεκτονική των κτιρίων. Εξάλ-
λου και ο χρόνος δεν επαρκούσε. Ο βασικός όμως λόγος
ήταν πως η δαπάνη θα ήταν μεγάλη. Και συμφώνησαν
πως δεν είναι σωστό να χαλάσουν τόσα χρήματα μέσα
στην οικονομική κρίση. Έτσι οι συνελεύσεις αποφάσισαν
νυχτερινή περιφρούρηση – σκάντζα βάρδια.
Οι περισσότερες προτίμησαν τις τρεις νυχτερινές βάρ-
διες: 10-1, 1-4 και 4-7.
Τα ίδια αποφάσισαν και άλλες πολυκατοικίες, που δεν
είχαν πιλοτή, αλλά διέθεταν μεγάλα στέγαστρα και κά-
ποιες στεγασμένες εσοχές.
Ο Βαγγέλης Κολύρος σκεφτόταν από χρόνια να αγο-
ράσει ένα διαμέρισμα σε πολυκατοικία με πιλοτή στην
περιοχή.
Όταν απέκτησε το διαμέρισμα, ποιος να το φανταζό-
ταν ότι σύντομα θα υποχρεωνόταν να πληρώσει ένα τέ-
τοιο τίμημα: τις νύχτες του χειμώνα να μένει ξάγρυπνος
φύλακας της παγωμένης πιλοτής. Πολλές φορές το είχε
σκεφτεί: στάθηκε άτυχος στην αγορά του. Γιατί τον επό-
μενο κιόλας χρόνο μετά την αγορά οι Αφγανοί είχαν αρχί-
σει να συγκεντρώνονται στην Εσπερία και στο λιμάνι της.
Και η μεγάλη ζημιά έγινε όταν έστησαν τον καταυλισμό
τους. Μέχρι να συνηθίσει τη νέα κατάσταση, βασανίστη-
κε πολύ από την άτυχη επιλογή του. Τόσο μεγάλη πόλη,
τόσα προάστια και εξοχές, και αυτός πήγε και διάλεξε την
περιοχή του Γύφτου. Γαμώ την ατυχία μου.
Για εκείνη τη νύχτα της Κυριακής προς Δευτέρα, με
απόφαση της συνέλευσης, είναι ένας από τους τρεις
άγρυπνους φρουρούς της. Ένας πιλοτοφύλακας στην πιο
σκληρή βάρδια: 4-7 στην άγρια νύχτα.
Μέχρι τις τέσσερις, που άρχιζε η βάρδια του, δεν μπό-
ρεσε να κλείσει μάτι. Τριγύριζε μέσα στο σπίτι σαν δαι-
μονισμένος. Έπινε καφέδες να κρατηθεί και φρόντιζε τον
εξοπλισμό του: χοντρά ρούχα, διπλό μάλλινο σκουφί, δερ-
μάτινα γάντια, δυνατός φακός, ένα θερμός με καφέ, ένα
χορταστικό σάντουιτς, δύο πακέτα τσιγάρα, αναπτήρας
θυέλλης κι ένα χοντρό σκουπόξυλο, να το ’χει δίπλα του
για κάθε ενδεχόμενο. Κατά τις τέσσερις παρά, κατέβηκε
και παρέλαβε από τον προηγούμενο, που είχε φυλάξει το
νούμερο 1-4.
Το κύμα κακοκαιρίας είχε ξεκινήσει. Φυσούσε δαιμονι-
σμένα, ακούγονταν μπουμπουνητά, αστραπές αυλάκωναν
τον ουρανό και έπεφτε δυνατή βροχή. Η θερμοκρασία κα-
τέβαινε συνεχώς, και στα ψηλά σίγουρα είχε αρχίσει να
πέφτει χιόνι. Η πρώτη του φροντίδα ήταν να ανάψει όλα
τα φώτα και να κάνει έναν εξονυχιστικό έλεγχο.
Μετά την επιθεώρηση διάλεξε ένα ακρινό πεζούλι, απ’
όπου μπορούσε να ελέγχει την κατάσταση, και το έκανε
παρατηρητήριο. Κάθισε, με τα μάτια πάντα καρφωμένα
πάνω στους σκούρους όγκους των ψηλών δέντρων. Το
μυαλό του δούλευε πυρετωδώς.
Καλή η πιλοτή, αλλά θέλει θυσίες, σκεφτόταν. Παίζουν
τα παιδιά, καθόμαστε κι εμείς στα πεζούλια της το καλο-
καίρι και λέμε καμιά κουβέντα. Αλλά η πιλοτή κάνει την
πολυκατοικία γυναίκα με ανοιχτά φουστάνια. O καθένας
θέλει να χωθεί μέσα στα φουστάνια της, μέσα στα γυμνά
της μπούτια.
Η σκέψη αυτή τον γέμισε με οργή. Κοίταξε προς την
πλευρά του καταυλισμού. Μέσα στην άγρια νύχτα, οι σκι-
ές των ψηλών δέντρων φάνταζαν σαν πελώριοι γίγαντες
σε έναν ουρανό που κάθε τόσο φωτιζόταν από τις λάμ-
ψεις των αστραπόβροντων. Ο δυνατός αέρας τους κινού-
σε σαν να τους έσπρωχνε απειλητικά προς το μέρος του.
Τα βογκητά του ανέμου ήταν οι φοβερές κραυγές τους.
Ο Βαγγέλης ήταν σίγουρος πως ο άνεμος και η βροχή
σκέπαζαν τις συνομιλίες και τα σχέδια των μεταναστών.
Ήταν σίγουρος πως αυτή την ώρα συνωμοτούσαν ενα-
ντίον της πολυκατοικίας του. Μια ανησυχία τον κατέλαβε
και ενστικτωδώς έκανε τον σταυρό του. Άνοιξε το θερμός,
ήπιε μια γουλιά καφέ, άναψε ένα ακόμη τσιγάρο. Κάτι
από τα τρία – σταυρός, καφές, τσιγάρο – ή και τα τρία
κατάλαβε να τον οπλίζουν με δύναμη. Ένιωσε αποφασι-
σμένος να εκπληρώσει με επιτυχία τη νυχτερινή αποστο-
λή του.
Ταυτόχρονα με ένα ερωτικό σκίρτημα σκέφτηκε τη γυ-
ναίκα του, καθηγήτρια σε γυμνάσιο. Κοιμόταν μόνη στο
ζεστό τους κρεβάτι. Ασφαλή ήταν και τα δύο αγόρια τους,
δέκα και δώδεκα χρόνων, χωμένα κι αυτά στα ζεστά τους
παπλώματα.
Ευτυχώς, η Δευτέρα, 17 Νοέμβρη, είναι σχολική αργία,
και οι τρεις τους δεν θα σηκωθούν πρωί. Θα χορτάσουν,
τουλάχιστον αυτοί, ύπνο, σκέφτηκε με τρυφερότητα.
Αναγνώρισε πως με τη νυχτερινή προετοιμασία του
τους είχε κρατήσει ξάγρυπνους.
Αυτές τις μέρες η οικογένεια φιλοξενούσε την πεθερά
του, την κυρα-Κατερίνα, από τη Λευκάδα. Όταν το από-
γευμα η κυρα-Κατερίνα άκουσε την απόφαση της συνέ-
λευσης έδειξε ανήσυχη. Όλο κάτι μουρμούριζε, αλλά δεν
τολμούσε να το πει μπροστά του. Την άκουσε, όμως, που
κάτι ψιθύριζε στην κόρη της.
– Άμα βρέξει, είναι κρίμα από τον Θεό να μουσκεύουν
μέσα στο κρύο, έπιασε το αυτί του.
Ο Βαγγέλης την κοίταξε αγριεμένος, αλλά δεν έδωσε
συνέχεια. Τώρα που u964 το σκέφτεται θυμώνει:
– Αυτό έλειπε, να κάνουμε την πιλοτή ξενοδοχείο,
μουρμούρισε. Ήρθε από την Εγκλουβή να μας βάλει νό-
μους, η χωριάτα, που ακόμα δεν έχει βγάλει τη λευκαδίτι-
κη φουστάνα της.
Σηκώθηκε από την πεζούλα του και άρχισε να περπα-
τάει πίνοντας μικρές γουλιές καφέ και καπνίζοντας.
Όταν διέκρινε κάποιους σκούρους όγκους να πλησιά-
ζουν αλαφιάστηκε. Αυτόματα σηκώθηκε από το πεζούλι
που είχε κάνει παρατηρητήριο. Πήρε στα χέρια το χο-
ντρό σκουπόξυλο που είχε ακουμπήσει στον τοίχο. Με
τα πόδια ανοιχτά στάθηκε όρθιος κάτω από ένα φως, να
τον βλέπουν. Τρεις νεαροί πρόσφυγες, με βήματα αργά
και φοβισμένα, πλησίαζαν. Ήταν μουσκεμένοι, παρά τα
αυτοσχέδια αδιάβροχα που φορούσαν. Στάθηκαν αρκε-
τά μακριά του και με νοήματα ζήτησαν την άδειά του να
πλησιάσουν στον χώρο της πιλοτής.
– Μακριά από δω, μην πλησιάζετε, φώναξε ο Βαγγέ-
λης.
Οι τρεις μουσκεμένοι στάθηκαν ακίνητοι. Σκυφτοί, να
μην τους πάρει ο αέρας, που ανέμιζε τα πρόχειρα νάιλον
που είχαν για αδιάβροχα. Έδειξαν μια άκρη της πιλοτής.
Μετά σήκωσαν τα χέρια τους προς τον ουρανό. Προ-
σπαθούσαν να του εξηγήσουν με νοήματα πως θα έμεναν
μόνο όσο κρατούσε η βροχή.
– Είπαμε όχι, βόγκηξε ο Βαγγέλης προβάλλοντας το
σκουπόξυλο απειλητικά.
Κρατούσε, όμως, και μια πισινή, γιατί καταλάβαινε
πως οι Αφγανοί ήταν τρεις κι αυτός μόνος του.
Οι τρεις νεαροί κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, έκαναν
στροφή και χάθηκαν μέσα στη βροχή και στο σκοτάδι.
Οι σκιές τους εξαφανίστηκαν, αλλά τη θέση τους κατέ-
λαβαν άλλες απειλητικές σκιές. Κορμοί δέντρων, θάμνοι,
και αυτά τα ψηλά δέντρα του καταυλισμού. Οι αστραπές
σταμάτησαν, αλλά τα δέντρα συνέχιζαν να σείονται απει-
λητικά στο φόντο ενός ουρανού που φωτιζόταν χλομά
από τα φώτα της πόλης. Ο Βαγγέλης ανήσυχος κάθισε
στο πεζούλι βαριανασαίνοντας.
Από τη διπλανή πολυκατοικία ακούγονταν παρόμοιες
μονολεκτικές κραυγές. Και από την πάρα πέρα το ίδιο.
Έκανε σήματα με τον φακό του, και κάποιοι φακοί απά-
ντησαν από μακριά. Όλα έδειχναν πως η μάχη δίνεται
παντού. Πως όλοι οι πιλοτοφύλακες είναι στη θέση τους.
Άναψε πάλι τσιγάρο και στράγγιξε το θερμός στο στό-
μα του. Τέντωσε τα χέρια του, χτύπησε τα παγωμένα πό-
δια του στο δάπεδο και κραύγασε:
– Πιλοτή είναι, δεν είναι u956 μπουρδέλο, να κοιτάτε πώς
θα μπείτε. Η πιλοτή δεν είναι καμιά ξεβράκωτη.
Η κυρα-Κατερίνα είχε αντιληφθεί τι συνέβαινε και δια-
φωνούσε με αυτή τη μανία της γειτονιάς. Δεν μπορούσε
να καταλάβει γιατί δεν άφηναν τους πρόσφυγες να απα-
γκιάσουν στις πιλοτές. Λες και οι πρόσφυγες θα έμπαιναν
μέσα στα σπίτια και θα υποχρέωναν τους νοικοκυραίους
να τους στρώσουν τραπέζι και κρεβάτι.
Κάποια στιγμή μάλιστα, που ο γαμπρός της ήταν κλει-
σμένος στην τουαλέτα, το είπε στην κόρη της:
– Άμα βρέξει, είναι κρίμα από τον Θεό να μουσκεύουν
μέσα στο κρύο. Θα πουντιάσουν.
Η κόρη της κούνησε τους ώμους και είπε αδιάφορα:
– Ας κάθονταν στον τόπο τους και στα σπίτια τους,
μάνα. Δεν τους καλέσαμε.
– Κόρη μου, πρόσφυγας δεν γίνεσαι επειδή το θέλεις.
Να εύχεσαι μόνο να μη μας τύχει, μονολόγησε η κυ-
ρα-Κατερίνα.
Περισσότερο μιλούσε στον εαυτό της και λιγότερο
στην κόρη της.
Κατά τις πέντε το πρωί, ενώ η καταιγίδα μαινόταν,
η κυρα-Κατερίνα κατέβηκε στην πιλοτή. Κρατούσε μια
μάλλινη κουβέρτα στο ένα χέρι κι έναν δίσκο στο άλλο.
Πάνω στον δίσκο είχε δύο μεγάλες κούπες καυτό τσάι
που άχνιζε. Φορούσε τη λευκαδίτικη φουστάνα της, το
πανωφόρι της και από πάνω είχε ρίξει μια άλλη μάλλινη
κουβέρτα. Βρήκε τον γαμπρό της να κάθεται στο ακρινό
πεζούλι και να κοιτάζει προς την πλευρά του καταυλι-
σμού.
– Σου έφερα τσάι και μια κουβέρτα να τυλιχτείς, είπε
και του έδωσε το ρούχο και τη μία κούπα.
– Πιλοτοφύλακας κι εσύ, γριά, της είπε με φωνή μπερ-
δεμένη.
Φαινόταν νυσταγμένος και κουρασμένος.
Άρπαξε αμίλητος την κούπα και την κουβέρτα και τρα-
βήχτηκε στο βάθος, σε ένα άλλο προστατευμένο πεζούλι.
Σκέπασε τα πόδια του με την κουβέρτα και άρχισε με μι-
κρές γουλιές να πίνει το καυτό τσάι. Μόλις το τέλειωσε,
ακούμπησε το κεφάλι πίσω στον τοίχο προσπαθώντας να
κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά.
– Κοιμήσου λίγο, θα μείνω εγώ στο πόδι σου, του είπε
η γυναίκα.
– Εσύ; Θα τα καταφέρεις; απόρησε ο Βαγγέλης.
– Μην ανησυχείς. Εδώ θα ’μαι να πίνω το τσάι μου….
Αν δω κάτι, θα σου φωνάξω, τον καθησύχασε.
Ο Βαγγέλης την κοίταξε καχύποπτα. Η κούραση όμως
τον νίκησε. Τύλιξε καλά τη μάλλινη κουβέρτα γύρω από
το κορμί του, σταθεροποίησε το κεφάλι του κι έκλεισε τα
μάτια του.
Η καταιγίδα δεν έλεγε να κοπάσει. Αέρας και βροχή
συνέχιζαν με την ίδια ένταση.
Η κυρα-Κατερίνα κάθισε στο ακρινό πεζούλι. Ακού-
μπησε δίπλα της το τσάι και τύλιξε με την κουβέρτα τα
πόδια της. Με τα μάτια στραμμένα προς τον καταυλισμό
προσπαθούσε να μαντέψει τι γίνεται μέσα στο σκοτάδι.
– Άγρια βροχή, αλλά τη δουλειά της την κάνει. Χρήσι-
μη για την εποχή. Από αυτές που στο νησί τις θεωρούμε
ευλογία Θεού. Αλλά εδώ είναι κατάρα. Μουσκεύει άστε-
γους και απροστάτευτους. Κάνει τους ανθρώπους σκλη-
ρούς και αφιλόξενους, μονολόγησε.
Kοίταξε τους χαμηλούς θάμνους και μετά τα ψηλά δέ-
ντρα προς την πλευρά του καταυλισμού. Έγερναν από τη
δύναμη του αέρα και τα κλαδιά τους συστρέφονταν από-
τομα, με φόντο τη βροχή που λαμπύριζε από τον αμυδρό
δημοτικό φωτισμό του διπλανού δρόμου. Ανησύχησε, για-
τί κάτω από τα δέντρα καταλάβαινε πως υπήρχαν άνθρω-
ποι. Νέα παιδιά, μόνα, χωρίς μάνα να τα νοιαστεί, απρο-
στάτευτα. Τα ένιωθε που προσπαθούσαν να κολλήσουν
στους κορμούς των μεγάλων δέντρων, να προστατευτούν.
Νόμιζε πως άκουγε τις χαμηλόφωνες κουβέντες τους,
πως έβλεπε τα μαλλιά και τα πρόσωπά τους να στάζουν
από το νερό της βροχής. Τα φανταζόταν να σκύβουν δύο
δύο, τρία τρία, κάτω από κάτι νάιλον και κουβέρτες.
Ξαφνικά διέκρινε μέσα στο σκοτάδι έναν μικρό όγκο
να κινείται αργά προς το μέρος της. Αμέσως κατάλαβε.
Ήταν ένα παιδί, γύρω στα δεκατέσσερα με δεκαπέντε.
Παρά το πρόχειρο αδιάβροχο που φορούσε, ήταν βρεγ-
μένο και έτρεμε.
Έριξε μια ματιά στον γαμπρό της. Είχε κλειστά τα
μάτια και ροχάλιζε. Στράφηκε στο παιδί και του έκανε
νόημα να πλησιάσει. Το παιδί πήγε κοντά της τρομαγ-
μένο.
Η γυναίκα έφερε το δάχτυλο στα χείλη της, να του δεί-
ξει πως έπρεπε να κάνει ησυχία. Το παιδί, αμίλητο, πλη-
σίασε κι άλλο κοντά της. Μετά του έκανε νόημα να γο-
νατίσει. Το παιδί γονάτισε υπάκουα κοιτάζοντάς τη στα
μάτια. Του ζήτησε να κινηθεί αργά, και το παιδί μπουσου-
λώντας πλησίασε κι άλλο. Αποφασιστικά μάζεψε τα πό-
δια της και άπλωσε την κουβέρτα της μπροστά. Του έκα-
νε νόημα να ξαπλώσει. Το παιδί διστακτικά πλησίασε και
ξάπλωσε πάνω στη ζεστή μάλλινη κουβέρτα. Κουλουριά-
στηκε τρέμοντας. Η κυρα-Κατερίνα αυτή τη φορά άπλω-
σε τα πόδια της και τα πέρασε πάνω από το σώμα του
παιδιού. Το μάτι της έπεσε στην κούπα με το τσάι. u905 Ήταν
ακόμα ζεστό. Του έδωσε με προσοχή την κούπα. Μετά το
κάλυψε με τη φουστάνα της. Έριξε μία ακόμη ματιά στον
γαμπρό της και έσιαξε καλά τη φουστάνα. Την έστρωσε
με επιμέλεια, προσπαθώντας να καλύψει τελείως το παι-
δί, που κουλουριασμένο έπινε το ζεστό τσάι.

Ο ΞΕΝΟΣ. Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Ο ανεπιθύμητος Αμάρ
Αρχές Φλεβάρη του 2015, μια μέρα κρύα και βροχερή.
Ο δικηγόρος Βασίλης Παπαδάτος, του Δικηγορικού Συλ-
λόγου Κορίνθου, μόλις είχε πάρει στα χέρια την απόφαση
του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κορίνθου. Με την ομπρέ-
λα ανοιχτή και το μακρύ παλτό του να ανεμίζει έφυγε τρέ-
χοντας για το Κέντρο Κράτησης. Πρόκειται για το παλιό
Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων που έχει μετατραπεί
σε Κέντρο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών. Ο Παπαδάτος
γνώριζε ότι στο Κέντρο πεντακόσιοι περίπου μετανάστες
υπέφεραν. Και όχι μόνο από το κρύο και την κακή δια-
τροφή. Δεν θα έφευγε από το Κέντρο, αν δεν έπαιρνε τον
κρατούμενο μαζί του.
Έπειτα από πολλές γραφειοκρατικές διαδικασίες κα-
τέθεσε την απόφαση και αιτήθηκε την άμεση αποφυλάκι-
ση του κρατούμενου Αμάρ Μοχάμεντ. Αργά το μεσημέρι
ο διοικητής την υπέγραψε. Ο Παπαδάτος μαζί με τον
Αμάρ εγκατέλειψαν περιχαρείς το στρατόπεδο.
Ο Αμάρ, μετανάστης από την Αλγερία, ύστερα από
πολύμηνη κράτηση, ήταν επιτέλους ελεύθερος. «Μία ακό-
μη επιχείρηση αλληλεγγύης ολοκληρώθηκε», σκέφτηκε ο
Παπαδάτος. Ολοκληρώθηκε όμως; Και μέχρι πότε; Γνώ-
ριζε μέσες άκρες την ιστορία του Αλγερινού με τις πολλές
συλλήψεις.
Ο ίδιος δεν είχε συμμετάσχει στη σύνταξη της αίτησης
αντιρρήσεων. Ούτε είχε παρασταθεί στην εκδίκασή της.
Την υπόθεση είχε αναλάβει εξαρχής έμπειρος δικηγόρος
των Πατρών, που ήταν φίλος του.
Ο Κορίνθιος Βασίλης Παπαδάτος, ως φίλος και συνά-
δελφος, ανέλαβε να εκτελέσει την τελευταία φάση: την
επίδοση της απόφασης στο Κέντρο Κράτησης και τη δι-
εκδίκηση της άμεσης απελευθέρωσης του κρατούμενου.
Η περίπτωση του Αμάρ και κυρίως ο χειρισμός της του
είχαν κινήσει το ενδιαφέρον. Ήθελε να μάθει περισσό-
τερα για την υπόθεση. Σκεφτόταν πως ίσως το μετανα-
στευτικό στον καιρό της κρίσης αποτελούσε και γι’ αυτόν
μια επαγγελματική διέξοδο. Ήθελε πολύ να διαβάσει την
απόφαση, που περιείχε και τα επιχειρήματα της αίτησης.
Και ήταν ευκαιρία αυτό να γίνει παρουσία του Αμάρ, προ-
κειμένου να του ζητήσει και κάποιες διευκρινίσεις.
Έτσι, πριν τον οδηγήσει στο πρακτορείο των ΚΤΕΛ,
του πρότεινε να πάνε για φαγητό. Να του κάνει το τρα-
πέζι, όπως του διευκρίνισε. Ο Αμάρ άλλο που δεν ήθελε,
δήλωσε μάλιστα πολύ πεινασμένος.
Η βροχή είχε δυναμώσει, και με την προστασία της
ομπρέλας κατέφυγαν σε ένα εστιατόριο-ταβέρνα κοντά
στο Κέντρο Κράτησης. Πριν από χρόνια, όταν ακόμα
λειτουργούσε το Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων, το
εστιατόριο έκανε χρυσές δουλειές. Από το 2011, που οι
νεοσύλλεκτοι και οι καθημερινοί επισκέπτες τους εξαφα-
νίστηκαν, η ταβέρνα είναι σχεδόν πάντα άδεια. Ακόμη και
όταν το στρατόπεδο μετατράπηκε σε Κέντρο Ανεπιθύμη-
των Αλλοδαπών, η δουλειά δεν αυξήθηκε.
Βολεύτηκαν σε ένα απόμερο τραπέζι και ύστερα από
συνεννόηση έδωσαν την παραγγελία. Περιμένοντας να
εκτελεστεί, ο Βασίλης Παπαδάτος άνοιξε και άπλωσε
πάνω στο τραπέζι τα φωτοαντίγραφα της απόφασης.
– Θα διαβάσουμε μαζί την απόφαση, Αμάρ. Καταλα-
βαίνεις ελληνικά, έτσι;
– Καταλαβαίνω.
– Οκέι, αρχίζω: «Σύμφωνα με τις διατάξεις του νό-
μου 3907/2011, όταν εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας, ο
οποίος είναι ανεπιθύμητος στη χώρα και διαμένει παρά-
νομα σε ελληνικό έδαφος, εκδοθεί απόφαση επιστροφής
και διαπιστωθεί ότι συντρέχει κίνδυνος διαφυγής, ο αλ-
λοδαπός τίθεται σε κράτηση για την προετοιμασία της
επιστροφής του. Η κράτηση επιβάλλεται και διατηρείται
για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα διεκπεραί-
ωσης της διαδικασίας επιστροφής, το οποίο δεν δύναται
να υπερβαίνει το εξάμηνο. Υπάρχει δυνατότητα να παρα-
ταθεί και πέραν του εξαμήνου, για δώδεκα ακόμη μήνες,
ήτοι συνολικά για δεκαοκτώ μήνες κατ’ ανώτατο όριο».
Σταμάτησε και εξήγησε: Αυτό είναι το γενικό νομοθετικό
πλαίσιο. Το κατάλαβες; ρώτησε.
– Μπορείτε, κύριε Βασίλη, να διαβάζετε πρώτα μόνος
και μετά να το λέτε πιο απλά;
– Οκέι, Αμάρ. Θα συνεχίσω όπως θες.
Ο Παπαδάτος άρχισε να διαβάζει μόνος του την από-
φαση. Όταν τέλειωσε την ανάγνωση, στράφηκε στον
Αμάρ:
– Η απόφαση περιγράφει με λεπτομέρειες την περί-
πτωσή σου. Λοιπόν, σε συνέλαβαν στις 25.9.2012 στην
Πάτρα. Γιατί σε βρήκαν χωρίς διαβατήριο και άλλα
νόμιμα έγγραφα. Γιατί υπάρχει απαγόρευση εισόδου.
Γιατί είσαι ανεπιθύμητος στη χώρα, κ.λπ., κ.λπ. Με από-
φαση σε φυλάκισαν για έξι μήνες. Σε φυλάκισαν για να
ετοιμάσουν την απομάκρυνσή σου. Δηλαδή την απέλα-
σή σου πίσω στη χώρα σου. Στην Ελλάδα είσαι χαρα-
κτηρισμένος ανεπιθύμητος και φοβούνται μη διαφύγεις.
Όπως κατάλαβες, δεν κατάφεραν να σε απελάσουν. u915 Για-
τί δεν είναι εύκολο, γιατί στοιχίζει πολλά, δεν ξέρω να
σου πω. Σταμάτησε και τον ρώτησε: Έχεις κάνει αίτηση
ασύλου;
– Έχω, αλλά απορρίφθηκε. Σε Αλγερινούς δεν δίνουν
άσυλο.
– Συνεχίζω. Η κράτησή σου αυτή παρατάθηκε με άλ-
λες αποφάσεις. Μέχρι που συμπληρώθηκαν δεκαοχτώ
μήνες κράτησης. Μετά τους δεκαοχτώ μήνες και αφού
δεν κατάφεραν να σε απελάσουν, η αστυνομία σε ελευθέ-
ρωσε και σου έδωσε εξάμηνη αναβολή της απέλασης. Και
συνεχίζουμε: Στις 30.9.2014 σε συνέλαβαν πάλι στην Πά-
τρα. Εκδόθηκε νέα απόφαση για φυλάκιση. Διατάχτηκε
και πάλι η απέλασή σου. Γιατί μπήκες στην Ελλάδα χωρίς
νόμιμο διαβατήριο και χαρτιά. Γιατί είσαι ανεπιθύμητος.
Γιατί ισχύει απαγόρευση εισόδου, κ.λπ., κ.λπ. Η φυλάκι-
σή σου έγινε για να ετοιμαστεί η απέλασή σου. Και πάλι
με την ίδια αιτιολογία: Είσαι ανεπιθύμητος και υπάρχει
φόβος μήπως διαφύγεις. Όπως είδες, και πάλι δεν κατά-
φεραν να σε απελάσουν.
Σταμάτησε και κοίταξε τον Αμάρ, περιμένοντας τις
αντιδράσεις του.
– Με ελευθέρωσαν και μετά από έξι μήνες με συνέλα-
βαν ξανά. Με έστειλαν πάλι στην Κόρινθο. Κινδύνευα με
νέο δεκαοχτάμηνο, αλλά, ευτυχώς, βγαίνω σήμερα, στους
τέσσερις μήνες, είπε με ένα πικρό χαμόγελο.
– Τελειώνουμε, συνέχισε ο Παπαδάτος. Με την αί-
τηση ο δικηγόρος σου υποστηρίζει ότι η νέα φυλάκιση
αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης φυλάκισης. Και όσο
μένεις φυλακισμένος παραβιάζεται το ανώτατο όριο των
δεκαοχτώ μηνών. Αφού η προηγούμενη φυλάκιση έφτασε
τους δεκαοχτώ μήνες, εξαντλήθηκε το δεκαοχτάμηνο. Δεν
μπορεί να συνεχιστεί. Εφόσον μάλιστα δεν είναι δυνατή
η απέλασή σου. Το δικαστήριο δέχτηκε τα επιχειρήματα
του δικηγόρου και αποφάσισε: Ο κρατούμενος Αμάρ Μο-
χαμέντ του Αμίν, υπήκοος Αλγερίας, δηλαδή εσύ, πρέπει
να ελευθερωθείς. Τελειώσαμε.
– Όταν φοβήθηκα πως θα κάνω και δεύτερο δεκαο-
χτάμηνο, κύριε Βασίλη, τηλεφώνησα στα παιδιά της Κί-
νησης στην Πάτρα. Παρακάλεσα. Τους ζήτησα βοήθεια.
Και ευτυχώς…
Ήρθαν τα φαγητά, το τραπέζι γέμισε. Δύο μερίδες
αχνιστός μουσακάς, πατάτες τηγανητές, τζατζίκι, χωριά-
τικη σαλάτα με φέτα και ελιές, άφθονο άσπρο ψωμί. Για
τον εαυτό του ο δικηγόρος παράγγειλε ένα ποτήρι κρασί,
για τον Αμάρ μια κόκα κόλα. Τα μάτια του Αμάρ ζωήρε-
ψαν μπροστά στα ζεστά πιάτα, αλλά δίσταζε.
– Εμπρός, Αμάρ, ώρα για φαγητό.
Ο Αμάρ έτρωγε σκυφτός, με αργές κινήσεις, χωρίς κα-
μία λαιμαργία. Ο δικηγόρος δεν πεινούσε, έτρωγε μόνο
τον μουσακά του. Το μυαλό του είχε κολλήσει στην πε-
ρίπτωσή του Αλγερινού. Ήταν αδύνατος, σχεδόν υποσι-
τισμένος. Μελαχρινός, μαύρα μαλλιά και γένια πολλών
ημερών που είχαν αρχίσει κατά τόπους να γκριζάρουν.
Μαύρα μάτια, μεγάλα και έξυπνα. Η κούραση και η εξά-
ντληση, σωματική αλλά κυρίως ψυχική, ήταν εμφανής
στις κινήσεις του. Την ηλικία του δεν μπορούσε να την
υπολογίσει.
– Πόσων χρονών είσαι, Αμάρ;
– Είμαι τριάντα τεσσάρων, κύριε Βασίλη.
– Πότε και γιατί ήρθες στην Ελλάδα; τον ρώτησε.
Ο Αμάρ κατάπιε την μπουκιά του και ήπιε λίγο νερό,
να καθαρίσει τον λαιμό του.
– Έφυγα από Αλγερία είκοσι ενός χρονών. Το 2002.

Για δουλειά στο εξωτερικό. Η Αλγερία φτωχή χώρα.
Οι οικογένειες μεγάλες. Τα παιδιά πολλά. Είναι νόμος
εκεί. Κάποια παιδιά πρέπει να φεύγουν. Για δουλειά έξω,
να βοηθήσουν οικογένεια. Να παντρευτούν οι αδερφές.
Αυτός που έπρεπε να φύγει ήμουν εγώ. Έτσι αποφάσι-
σε οικογένεια. Κι εγώ μαζί. Οι αδερφές μου με αγαπούν
πολύ. Με φρόντιζαν πολύ. Τώρα περιμένουν από μένα.
Δεν μπορώ να τις απογοητεύσω.
Ο Αμάρ μιλούσε αργά, με μικρές προτάσεις. Ανάμε-
σα στις προτάσεις είχε μεγάλες σιωπές. Στις σιωπές του
έβλεπε εικόνες από την οικογένεια στην πατρίδα. Μι-
λούσε σαν να τις περιέγραφε στον δικηγόρο. Στο τέλος
μπήκε κι αυτός στις εικόνες. Περιστοιχιζόταν από τις
αδερφές του. Είχε επιστρέψει στο σπίτι του και αυτές τον
φρόντιζαν. Τον χτένιζαν, του έβαζαν αλοιφή στις πληγές.
Η πιο μεγάλη τον ξύριζε απαλά. Η πιο μικρή του έπλενε
τα πόδια με αλατόνερο, του έκοβε τα νύχια.
Ο δικηγόρος κατάλαβε ότι τον έχασε.
– Έι, Αμάρ. Πόσες αδερφές έχεις;
– Είμαστε τρία αδέρφια και έχουμε πέντε αδερφές.
– Πώς έφτασες μέχρι εδώ;
– Πρώτα πήγα στη Λιβύη. Εκεί δούλεψα δύο χρόνια.
Πάντρεψα τη μια αδερφή. Μετά έφυγα για Τουρκία. Εκεί
έμεινα έναν χρόνο. Δούλεψα σε οικοδομές. Πάντρεψα
την άλλη αδερφή. Στην Τουρκία έμαθα για Ελλάδα. Για
μεγάλα μεροκάματα. Δεν είχε αρχίσει ακόμα η κρίση. Πέ-
ρασα παράνομα. Έβρος, Αθήνα, Πάτρα. Τώρα είμαι στην
Ελλάδα περίπου έντεκα χρόνια.
– Έχεις σπίτι;
– Έχω σπίτι στην Πάτρα. Όχι στο κέντρο, πιο έξω,
Ζαρουχλαίικα. Δουλεύω. Όταν βρίσκω δουλειά. Λίγο,
αλλά το μεροκάματο είναι καλό, όχι όπως Αλγερία. Με
δέκα μεροκάματα τον μήνα μπορώ να βοηθάω οικογέ-
νεια. Μόνο χαρτιά δεν έχω. Το ξέρω, είμαι ανεπιθύμητος.
Κάθε μέρα κινδυνεύω. Μέχρι τώρα με έχουν πιάσει πέντε
φορές.
Είχε σταματήσει να τρώει. Κοιτούσε ψηλά στο ταβάνι.
Σιγά σιγά απομακρυνόταν από το τραπέζι. Έκλεισε τα
μάτια και ξανάρχισε πάλι να ταξιδεύει. Αυτή τη φορά δεν
ταξίδεψε στην πατρίδα, αλλά στα κρατητήρια και στις
φυλακές που τον είχαν κατά καιρούς οδηγήσει. Χειμώνας,
να τρέμει από το κρύο. Να παρακαλάει για ένα μπουφάν,
μια κουβέρτα. Και μετά καλοκαίρι. Να καίγεται κάτω
από τις λαμαρίνες. Να παρακαλάει για λίγο νερό, για μια
έξοδο από το καμίνι. Πεινασμένος. Να ψάχνει ανάμεσα
στους συγκρατούμενους για λίγο ψωμί.
Μέτρησε τους μήνες που είχε μείνει κρατούμενος.
Τόσο εδώ, τόσο εκεί.
Ο δικηγόρος είδε το πρόσωπο του Αμάρ να σφίγγεται,
να γεμίζει ρυτίδες. Κατάλαβε τις γκρίζες περιοχές των
μαλλιών του να φωτίζονται.
– Πάλι σε έχασα, Αμάρ. Πού ταξιδεύεις;
– Εδώ είμαι, κύριε Βασίλη. Την πρώτη φορά έμεινα πέ-
ντε μήνες στην Ασφάλεια. Μετά με άφησαν. Τη δεύτερη
μόνο τρεις μήνες. Με άφησαν. Την τρίτη έξι μήνες. Με
άφησαν. Την τέταρτη δεκαοχτώ μήνες εδώ στην Κόριν-
θο. Με άφησαν. Την τελευταία, τέσσερις, πάλι εδώ. Όλα
μαζί τρία χρόνια.
– Τώρα τι θέλεις;
– Ζέστη και φαγητό, απάντησε χαμογελώντας.
– Η οικογένεια σου λείπει;
– Ναι, λείπει.
– Θέλεις να επιστρέψεις;
– Θέλω. Έκλεισε πάλι τα μάτια και συμπλήρωσε: Αλλά
για μένα, κύριε Βασίλη, δεν υπάρχει επιστροφή.
– Και γιατί, παρακαλώ;
– Γιατί μέχρι τώρα δεν μπόρεσα να βοηθήσω όσο έπρε-
πε. Πότε μέσα, πότε έξω. Τρία χρόνια ήμουν φυλακή.
Έσκυψε στο πιάτο του, να τελειώσει το φαγητό του.
Τέλειωσε τον μουσακά του και σκούπισε καλά τη σάλτσα
με ένα κομμάτι ψίχα ψωμί. Ήπιε μισό ποτήρι νερό και
είπε: Τώρα, ύστερα από δέκα χρόνια Ελλάδα, θα κάνω
νέα αίτηση.
– Μα μόλις μου είπες πως δεν μπορείς ως Αλγερινός
να πάρεις άσυλο.
– Μπορώ να πάρω καθεστώς προστασίας για ειδικούς
λόγους. Άδεια παραμονής και άδεια εργασίας. Έχω πολ-
λά χαρτιά. Σταμάτησε για λίγο και άρχισε να αριθμεί με
τα δάχτυλα: Έχω σπίτι. Έχω ΑΦΜ. Έχω ΑΜΚΑ – από
τότε που είχα ροζ κάρτα. Γνωρίζω ελληνικά. Έχω κάνει
μαθήματα πολλά χρόνια. Στην Κίνηση της Πάτρας. Έχω
φίλους. Όλοι Έλληνες. Χορεύω στο χορευτικό του δήμου.
Χόρεψα ελληνικούς χορούς στη μεγάλη πλατεία. Παίζω
ποδόσφαιρο σε ομάδα. Έχω κανονικό δελτίο. Είμαι εθε-
λοντής μεταφραστής. Βοηθάω Ερυθρό Σταυρό και Κίνη-
ση. Με έχει καλέσει για μεταφραστή και το δικαστήριο.
Ξέρω, είμαι ανεπιθύμητος και χωρίς χαρτιά. Αλλά ο δι-
κηγόρος λέει πως είμαι… ενταγμένος. Ε-ντα-γμέ-νος. Ξέ-
ρεις, κύριε Βασίλη, τι παναπεί ε-ντα-γμέ-νος, ε;
– Ξέρω. Καταλαβαίνω πως θέλεις πολύ να μείνεις.
– Χωρίς προκοπή δεν θέλω να γυρίσω. Η οικογένεια
περιμένει. Έχω άλλες δύο αδερφές ακόμη ανύπαντρες.
– Και πότε λες να επιστρέψεις; Όταν γεράσεις;
– Όταν βγάλω χαρτιά και έχω κάποια λεφτά. Αλλιώς,
εδώ. Ανεπιθύμητος. Πότε μέσα, πότε έξω.
Έσφιξε τις γροθιές του και τα χείλη του. Έκλεισε τα
μάτια. Δίστασε, αλλά στο τέλος συμπλήρωσε αργά αργά:
– Όταν αλλάξει το κισμέτ. Το μακτούμπ, που λέμε στα
αραβικά. Αλλιώς, δεν υπάρχει επιστροφή.
Όταν αποφάγανε, ο δικηγόρος κάλεσε ένα ταξί και
συνόδευσε τον Αμάρ μέχρι το πρακτορείο των ΚΤΕΛ. Η
βροχή είχε δυναμώσει. Πρόσεξε πως το μπουφάν του
Αμάρ ήταν ελαφρύ για τον χειμώνα. Χώρια που φαινόταν
βρεγμένο. Παρατήρησε πως τα αθλητικά του παπούτσια
ήταν διαλυμένα.
Δεν μπορούσε όμως να του δώσει το μαύρο παλτό του,
ούτε να ανταλλάξουν παπούτσια. Χρήματα δεν του πε-
ρίσσευαν. Άνοιξε την τσάντα του και έβγαλε από μέσα
ένα ζευγάρι μάλλινα γάντια. Η γυναίκα του επιμένει να τα
έχει μαζί του, αλλά σπάνια τα φοράει.
Με τα γάντια στο χέρι πήγε στο γκισέ και έβγαλε το ει-
σιτήριο για την Πάτρα. Μαζί με το εισιτήριο έδωσε στον
Αμάρ και τα γάντια. Του έπιασε τα χέρια. Τον χαιρέτησε
και του ευχήθηκε:
– Ύστερα από όσα πέρασες, Αμάρ, καλό μακ… μακ…
πώς το λες. Καλό κισμέτ.
– Να αλλάξει. Πιστεύω πως σύντομα κάτι θα γίνει. Θα
αλλάξει. Δεν μπορεί να με έχει συνέχεια ανεπιθύμητο. Και
συμπλήρωσε: Καλό μακτούμπ και σ’ εσένα, κύριε Βασίλη.

Ζωγραφική: Κατερινα Χριστοπούλου

Πρώτες δημοσιεύσεις
Το διήγημα «Κισμέτ παστουνβαλί» δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Οροπέδιο, τεύχος 8, χειμώνας 2009-10, και στο ιστολόγιο του περιοδικού τον Σεπτέμβρη του 2012.
Το διήγημα «Οι πιλοτοφύλακες» περιέχεται στο συλλογικό
Ελα στη θέση μου, 20 διηγήματα για την αλληλεγγύη, εκδόσεις Ταξιδευτής, 2015.
Επίσης, μαζί με άλλα έξι από το ίδιο βιβλίο διαμορφώθηκαν στα εφτά μονόπρακτα της θεατρικής παράστασης Έλα στη θέση μου (Θέατρο Αγορά Πάτρας, χειμώνας 2016-2017).

ΝΙΚΟΣ ΠΡΕΣΣΑΣ: Αναδρομική της κίνησης και του χρώματος

 

ΝΙΚΟΣ ΠΡΕΣΣΑΣ

Μια σημαντική έκθεση ζωγραφικής βρίσκεται σε εξέλιξη στο χώρο του ΠΟΛΥΕΔΡΟΥ. Με τον τίτλο «Αναδρομή» παρουσιάζονται (από 3 Ιουλίου μέχρι 5 Αυγούστου  2020)  50 έργα του Νίκου Πρέσσα από την περίοδο του Παρισιού που δεν είχαν εκτεθεί στην Ελλάδα. Πρόκειται για την πιο ώριμη και δημιουργική καλλιτεχνική περίοδο του σημαντικού Πατρινού ζωγράφου.
Τότε που μέσα στην πρωτεύουσα του ευρωπαϊκού πολιτισμού συμμετείχε στα πρωτοποριακά ρεύματα της κινητικής και χειρονομιακής ζωγραφικής, ενός κινήματος που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ, αλλά ωρίμασε και έγινε κλασσικό στην καρδιά της Ευρώπης.

Οι ζωγράφοι που εγκαινίασαν την νέα αντίληψη, ότι δηλαδή τα εκφραστικά μέσα της ζωγραφικής χωρίς να αναπαριστάνουν κάτι γνωστό και οικείο, μπορούν να δημιουργήσουν εικόνες – σύμβολα με πολλαπλές σημασίες, ήταν ο Καντίνσκι , ο Μάλεβιτς και ο Μόντριαν. Δημιούργησαν λοιπόν μια ζωγραφική γλώσσα με συμβολικό χαρακτήρα, προέβαλλαν την υποκειμενικότητα του καλλιτέχνη και κατέθεσαν με τον τρόπο τους ο καθένας την κριτική του άποψη για τον κόσμο.
Η ζωγραφική αυτή γλώσσα καλλιέργησε δύο αντιπροσωπευτικές εκδοχές:
Τον Αφηρημένο Εξπρεσιονισμό που παρουσιάστηκε στην Αμερική και έδωσε έμφαση στον αυθορμητισμό της έκφρασης.
Την χειρονομιακή (και κινητική) τέχνη που, όπως είπαμε, αν και ξεκίνησε από τις ΗΠΑ, ωρίμασε και έγινε κλασσική στην καρδιά της Ευρώπης.
Αν τα έργα των εξπρεσιονιστών διακρίνονται για τις καθαρές χρωματικές αντιθέσεις, το δυναμισμό της φόρμας, τη δράση στην θεματολογία και εκφράζουν την ψυχή του δημιουργού στον ταραγμένο κόσμο που τον περιβάλει, η κίνηση και η χειρονομία κατά τη διαδικασία δημιουργίας του ζωγραφικού έργου, η γραμμή και το χρώμα σε κίνηση, εκφράζουν επί πρόσθετα τη βούλησή του να αλλάξει την τάξη του κόσμου .

Τη δεκαετία του 1960, δημιουργείται και ο όρος «Οπ Άρτ» ο οποίος αναφέρεται σε οπτικές ψευδαισθήσεις που προκαλούνται σκόπιμα από τα εικαστικά έργα αλλά και το λυρικό κίνημα της Οπτικής Ποίησης στο οποίο θα αναφερθούμε στη συνέχεια.

Ο Πατρινός ζωγράφος Νίκος Πρέσσας (1952) σπούδασε στην Α.Σ.Κ.Τ. της Αθήνας και συνέχισε στη Γαλλία όπου και έζησε μέχρι το 1995.
(Ecole Nationale Supereure des Beaux Arts και Μaitrise d’ Esthetique στο Universite Paris I Pantheon-Sorbonne).
Από την ηλικία των 14 μελέτησε και στην συνέχεια άσκησε την τέχνη της αγιογραφίας δίπλα στον πατερα του Ανδρέα Πρέσσα και κατόπιν στα εργαστήρια του Κ. Ξυνοπουλου και του Γιώργου Μαυροείδη.

Από το 1997 μέχρι το 2019 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Πατρών, στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, Αισθητική Αγωγή. Επίσης δίδαξε ζωγραφική στο Εικαστικό Εργαστήρι του Δήμου Πατρέων, την χρονική περίοδο 2014-2017.

Όπως σημειώνει ο Δημήτρης Ζαχαράτος στο σημείωμα της έκθεσης του Ν. Πρέσσα,
«Στη ζωγραφική της κίνησης και της χειρονομίας πέρα από το έργο καταγράφονται και οι παλμοί του καλλιτέχνη. Γίνεται στάλκερ για εμάς, τον παρακολουθούμε στιγμή τη στιγμή, βήμα το βήμα – αν και δεν είναι σίγουρος πού κατευθύνεται. Αλλά οπωσδήποτε θα μας πάει ως εκεί, για να μας εγκαταλείψει μονάχους μας στο τοπίο». Και συνεχίζει:
«Θυμάμαι το Νίκο Πρέσσα να ζωγραφίζει, τον έχω παρακολουθήσει στις τελετές της χειρονομιακής ζωγραφικής, είδα πόσο δύσκολο είναι να αποφασίσει πότε να σταματήσει. Άλλοτε στριφογυρίζει γύρω από το τελάρο, άλλοτε στρέφει το ίδιο το τελάρο, άλλες φορές κάθεται και κεντάει χωρίς βιασύνη με τα κραγιόνια του σε μια άχρονη συνθήκη. Αόρατες πτυχώσεις μάτριξ που αναδύονται αλλά δεν μένουν πάντα εκεί, όπως και συ που δεν μπορείς να συγκεντρωθείς όσο θέλεις στον πίνακα, αλλά θα γυρίσεις, είσαι σίγουρος».

Ο Νίκος Πρέσσας από νεαρή ηλικία έδειξε το ασυμβίβαστο του χαρακτήρα του. Ο δρόμος της τέχνης ήταν η φυσική του στάση και έκφραση να τοποθετηθεί κριτικά στον κόσμο και στην σκληρή κοινωνία της κυνικότητας. Και ο προσωπικός του δρόμος στη διαρκή αναζήτηση για κάτι καθαρό και αυθεντικό.
Γι αυτό και είναι ενδιαφέρουσες, κάποιες και σαγηνευτικές, οι μεγάλες συνθέσεις που παρουσιάζει. Με ένταση της γραμμής, με χρωματική λιτότητα και ζωντανή την εναγώνια έρευνα προκειμένου να αποκαταστήσει την χαμένη τάξη του κόσμου.

Παρ’ ότι από νεαρή ηλικία μελέτησε και στη συνέχεια άσκησε τη βυζαντινή αγιογραφία, η προσωπική του έρευνα και αναζήτηση τον οδήγησαν στα σύγχρονα μοντέρνα κινήματα. Και αποφάσισε με τόλμη και θάρρος να συνομιλήσει και να αναμετρηθεί μαζί τους. Έτσι, έκανε την προσωπική του επανάσταση και τράβηξε το δικό του μοντέρνο ευρωπαϊκό δρόμο της συμβολικής ζωγραφικής. Και το έκανε με επιτυχία αν δούμε τις πολλές εκθέσεις του στη Γαλλική πρωτεύουσα (1984, 1986, 1992,1993).

Είναι ενδιαφέρουσα η καλλιτεχνική πορεία των σημαντικών Πατρινών ζωγράφων αυτής της ηλικίας. Οι ομήλικοί του ζωγράφοι Γιώργος Μπογδανόπουλος (1951) και Κώστας Παπατριανταφυλλόπουλος (1951) παρά τις κοινές σπουδές στην ΑΣΚΤ (με τον Ν. Πρέσσα) οδηγήθηκαν, εξέφρασαν και συνεχίζουν να εκφράζουν μια ελληνικότροπη ζωγραφική, ψάχνοντας το ελληνικό και ιθαγενές ιδεώδες.
Αντίθετα ο τέταρτος της γενιάς τους, ο Στάθης Χρυσικόπουλος (1945), που μαθήτευσε κοντά στο ζωγράφο Σπύρο Σώκαρη και σπούδασε στη Φλωρεντία (αρχιτεκτονική και ζωγραφική) εμπνεύστηκε και εκφράζει το κίνημα της Οπτικής Ποίησης: Μιας πιο λυρικής εκδοχής του κινήματος της συμβολικής ζωγραφικής.

Στην πόλη μας δεν έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθούμε συχνά τέτοιες εκθέσεις σε αριθμό πινάκων, θεματική και υψηλή ποιότητα.
Οι 50 πίνακες χωροθετημένοι με την πείρα και τη σοφία της Όλγας Νικολοπούλου στον κλασσικό χώρο του Πολύεδρου, αναδεικνύουν ένα σημαντικό καλλιτεχνικό γεγονός και μια δημιουργική εποχή ενός δικού μας καλλιτέχνη. Ενός ζωγράφου με ευρωπαϊκή πορεία που, αν είχε παραμείνει στο Παρίσι (δεν είχε επιστρέψει στην Πάτρα), θα είχε σίγουρα μια σημαντική διεθνή αναγνώριση στο κίνημα της συμβολικής ζωγραφικής.

 

Ο ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ του κ. ΤΣΙΟΔΡΑ στο ΕΣΥ (στοιχεία από την αποχαιρετιστήρια ομιλία του)

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Ο κ. Τσιόδρας, εκπρόσωπος της επιστημονικής επιτροπής του ΕΟΔΥ και του Υπουργείου Υγείας για τον κορωνοϊό, είναι ένα δημόσιο πρόσωπο. Με τη βοήθεια του μεγεθυντικού φακού των ΜΜΕ για τρεις μήνες αποθεώθηκε και προβλήθηκε ως το πλέον αναγνωρίσιμο πρόσωπο της συγκυρίας. Έτσι που σήμερα μπορούμε να μιλούμε για φαινόμενο Τσιόδρα.
Την Τρίτη 26/5/2020 ώρα 6 μμ ο κ. Τσιόδρας πραγματοποίησε την τελευταία, δηλαδή την αποχαιρετιστήρια, ομιλία του ως εκπρόσωπος του Υπουργείου Υγείας.
Η ομιλία ήταν γεμάτη με τις γνωστές, σε όσους τον παρακολουθούν, συναισθηματικές εξάρσεις (για ανθρώπινες ζωές, για παππούδες και γιαγιάδες). Συγκίνησαν και, ως συνήθως, τονίστηκαν και υπερ-προβλήθηκαν από όλα τα ΜΜΕ.

Ας δούμε κάποια αποσπάσματα που με προσοχή απομαγνητοφωνήσαμε από τα βίντεο που κυκλοφορούν με την ομιλία του.
Στο πρώτο απόσπασμα (ως εκπρόσωπος της επιστημονικής επιτροπής) μιλά για το ΕΣΥ:
«Όλον αυτόν τον καιρό παραμείναμε άγρυπνοι …. Στην προσπάθεια για όσο το δυνατόν καλύτερη προστασία του πληθυσμού σε ένα σωρό μεγάλες μάχες, όπως για την προμήθεια προστατευτικού εξοπλισμού, τον πόλεμο για τις μάσκες (σύμφωνα με το CNN), την ενίσχυση των εργαστηριακών ελέγχων, την ενίσχυση των ΜΕΘ, την προμήθεια φαρμάκων….».

Για πρώτη φορά ο κ. Τσιόδρας μας μίλησε για το ΕΣΥ και την προσπάθεια που καταβλήθηκε για την ενίσχυσή του σε εξοπλισμό, ελέγχους, ΜΕΘ κλπ.
Επί τρεις μήνες ποτέ δεν αναφέρθηκε στο ΕΣΥ. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η πειθαρχία μας στα μέτρα και στις οδηγίες. Ακόμη και η έλλειψη μασκών παρουσιάστηκε με την «επιστημονική» τεκμηρίωση ότι δεν είναι και απαραίτητες.
Θα περιμέναμε όμως στον αποχαιρετισμό του και στην αποστροφή του για το ΕΣΥ να μας πει τι παρέλαβε και τις μας αφήνει πίσω μετά την τρίμηνη προσπάθεια. Και να μας ενημερώσει αν το σημερινό ΕΣΥ είναι αξιόπιστο για το δεύτερο κύμα της πανδημίας που κάποια στιγμή θα ενσκήψει.
Να δηλώσει, δηλαδή, έστω και έμμεσα τη θέση του για το Δημόσιο Σύστημα Υγείας. Για τα μέσα που διαθέτει, για τους γιατρούς και νοσηλευτές που χρειάζεται.

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Μισές αλήθειες μας είπε τελικά ο κ. Τσιόδρας στον αποχαιρετισμό του. Και αναρωτιόμαστε γιατί; Τα θεωρεί ζητήματα δευτερεύοντα ή θέλησε να προστατέψει τους πολιτικούς του προϊστάμενους και το πολιτικό σύστημα που τον εμπιστεύτηκε;
Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε ότι κατά το τρίμηνο της καθημερινής του ενημέρωσης απέκρυπτε επιμελώς τις ελλείψεις του ΕΣΥ και επέμενε μόνον σε μέτρα αστυνόμευσης, παρέχοντας έτσι υποστήριξη στην κυβερνητική πολιτική.
Από την άλλη πλευρά η κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της κρίσης, υποκριτικά, έδειχνε να υποστηρίζει το ΕΣΥ. Με τη βοήθεια μάλιστα των ΜΜΕ αναγόρευσε τους υγειονομικούς σε ήρωες και επικοινωνιακά τους τίμησε με χειροκροτήματα από τα μπαλκόνια. Τώρα καθώς η καραντίνα τελειώνει μαζί με τις τιμές χάθηκε και κάθε κυβερνητικό ενδιαφέρον για το ΕΣΥ.
Μάλιστα την προηγουμένη της αποχαιρετιστήριας ομιλίας του κ. Τσιόδρα, ο πρωθυπουργός σε συνέντευξή του στο Star εξήγγειλε το σχέδιό του για τη δημόσια υγεία.
Κάποιοι λένε πως οι εξαγγελίες Μητσοτάκη το βράδυ της Δευτέρας ανάγκασαν τον κ. Τσιόδρα στην αποχαιρετισμό της Τρίτης. Ήταν με άλλα λόγια o αποχαιρετισμός του στο ΕΣΥ. Γιατί ο πρωθυπουργός τη Δευτέρα το βράδυ εξήγγειλε το «Νέο Εθνικό Σύστημα Υγείας», στο οποίο κεντρικό ρόλο, όπως είπε, θα κατέχει «η συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα».

Στο δεύτερο απόσπασμα ο κ. Τσιόδρας μιλά (μεταξύ άλλων) και για την κριτική που δέχτηκε.
«Από την 1η Φεβρουαρίου ο υπουργός υγείας μου έκανε την τιμή και με όρισε εκπρόσωπο του υπουργείου για τον κορωνοϊό, ξεκίνησα μαζί με το επιστημονικό μου έργο και την ενημέρωση της ελληνικής κοινωνίας. Όπως μου έμαθαν οι δάσκαλοί μου παρέμεινα περισσότερο μαθητής παρά καθηγητής σε μια κατάσταση με συνεχείς αβεβαιότητες. Κάποιοι μίλησαν για αντιφάσεις. Προσπάθησα να μην εμπλακώ σε τέτοιο διάλογο, δεν ήθελα να δώσω αφορμές για αναπαραγωγή του μη επιστημονικού λόγου. Σε μοναδικές στιγμές της ιστορίας ίσως στη δυσκολότερη στιγμή μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο, πολύ εύκολα μπόρεσαν και αναμείχθηκαν το ψέμα με την αλήθεια για να αναπαραχθεί το ψέμα ως αλήθεια, το παρανοϊκό να παρουσιαστεί ως λογικό. Τέτοιες συμπεριφορές δεν βοήθησαν και ούτε θα βοηθήσουν σίγουρα στο μέλλον…»

Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς στο απόσπασμα; Και μόνο το γεγονός ότι συγκρίνει τα 280.000 θύματα του κορονωϊού με τα 50 – 60 εκατομμύρια (τόσοι υπολογίζονται οι νεκροί του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου), δείχνει μια απώλεια αίσθησης του μέτρου.
Στη συνέχεια ο κ. Τσιόδρας τονίζει τις αβεβαιότητες που είχε να διαχειριστεί δηλώνοντας ταυτόχρονα πως στη διαχείριση αυτή (της αβεβαιότητας) δεν δέχεται καμία αμφισβήτηση και κριτική. Κάθε άλλη άποψη, κάθε κριτική στην αυθεντία και αλήθεια του κ. Τσιόδρα και της επιτροπής, δαιμονοποιείται και εξοβελίζεται ως ανάμειξη ψέματος και αλήθειας για να επικρατήσει το ψέμα, ως παρανοϊκό που προσπαθεί να παρουσιαστεί ως λογικό.
Ο κ. Τσιόδρας ως «ελληνολάτρης» θα πρέπει να γνωρίζει ότι στην «Ελλάδα μας» το κάθε δημόσιο πρόσωπο υπόκειται σε δημόσια κριτική και η κριτική (δίκαιη ή άδικη – αδιάφορο) είναι στοιχείο και προϋπόθεση της δημοκρατίας.
Όταν μάλιστα οι επιστημονικές προτάσεις και απόψεις διατυπώνονται εν μέσω αβεβαιοτήτων, πώς μπορεί να ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι υπεράνω κάθε κριτικής και κάθε διαφορετική γνώμη να χαρακτηρίζεται ψέμα και παράνοια; Έλεος κ. Τσιόδρα.
Αλλά υπάρχει και συνέχεια.
«Με μόνο εφόδιο την ειλικρίνεια και την προσπάθεια να αναλύσω επιστημονικά τα δεδομένα και με τη βοήθεια μιας επιστημονικής επιτροπής 26 εμπειρογνωμόνων στην οποία συμμετέχω υπό τον Γ.Γ.του υπουργείου …. καθώς και με τη στήριξη υπουργών κλπ…… προσπάθησα επί 4 μήνες να δίνω χρήσιμες πληροφορίες, να απαντώ στα ερωτήματα… και κάποιες φορές να εμψυχώνω μια κοινωνία που αγωνιούσε».

Η παράγραφος ξεχειλίζει από τον υπερτονισμό του ρόλου του, με άλλο λόγια από εγωϊσμό και αμετροέπεια. Διαχειριζόμενος επιστημονικές αβεβαιότητες και ένα αδύναμο ΕΣΥ, αισθανόταν, μας λέει,  την υποχρέωση να μας εμψυχώνει. Με ποιον τρόπο;  Μήπως αποκρύβοντας τις αδυναμίες και τις ελλείψεις του ΕΣΥ προκειμένου να μην πανικοβληθούμε;
Και κλείνουμε τα αποσπάσματα με την έξαρση ταπεινοφροσύνης και χριστιανικής ταπεινότητας:
«Όλον αυτόν τον καιρό δεν αισθάνθηκα κάτι διαφορετικό από όλους σας, απλά ένας άνθρωπος απευθυνόμενος σε συνανθρώπους, ένας άνθρωπος με αδυναμίες που φυσικά δεν μπορεί να προβάλλεται σαν πρότυπο….»
Να μην ξεχνούμε ότι ο κ. Τσιόδρας ως θρησκευόμενος γνωρίζει ότι κατά την Αγία Γραφή αυτή η ταπεινότητα εξυψώνει αυτόν που εμφανίζεται ταπεινός. (Όστις υψώσει εαυτόν ταπεινωθήσεται και όστις ταπεινώσει εαυτόν υψωθήσεται, Ματθ. 23,12).

Επί τρεις μήνες τα ΜΜΕ τον αποθέωναν και τελικά καλλιέργησαν το μύθο του. Τον αναγόρευσαν ως τον άξιο και αλάνθαστο προφήτη του Μωυσή (Μητσοτάκη) που οδήγησε τη χώρα δια μέσου της Ερυθράς θάλασσας της πανδημίας. Γι αυτό και θεωρεί ότι μια ολόκληρη κοινωνία (ασθενείς, γιατροί, νοσηλευτές και όσοι/ες δεν  νόσησαν) τον ευγνωμονεί. Από όλους αυτούς, μας λέει, εισέπραξε αναγνώριση και αγάπη. Και καθώς αποχωρεί για να υπηρετήσει «τους αγαπημένους του ασθενείς και φοιτητές» αναφέρει:

«Εγώ θα κρατήσω την αγάπη σας που εισέπραξα αυτόν τον καιρό και θα ήθελα να με συνοδεύουν οι ευχές σας όπως αυτή που έλαβα από ένα σωματείο παιδιών με ειδικές δεξιότητες που μου μήνυσαν πως οι άγγελοι στη γη από το δικό τους μετερίζι μας σκέφτονται, όχι εμένα αλλά όλους μας…» 

«Δοξάστε με», πού έλεγε και ο Χάρυ Κλυν.

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Για να είμαστε δίκαιοι υπήρχαν και αρκετές θετικές όψεις του φαινόμενου Τσιόδρα. Όταν στις 10 Απριλίου βρέθηκε στη Νέα Σμύρνη Λάρισας, στον καταυλισμό Ρομά που εντοπίστηκαν 20 κρούσματα, πήρε ξεκάθαρη θέση υπέρ τους.  Διευκρίνισε  πως βρέθηκε στην περιοχή τους να μιλήσει για την προστασία τους, και  αποσύνδεσε την καραντίνα από όλα τα στερεότυπα που συνοδεύουν τους Ρομά.
«Κάνουμε ό,τι μπορούμε να προασπίσουμε την υγεία όλων μας και των Ρομά συμπολιτών μας. Για αυτό βρεθήκαμε σήμερα κοντά τους…. Το μήνυμά μας ήταν σήμερα να προστατεύσουμε τους ευπαθείς και να περιχαρακώσουμε όσο μπορούμε όσους ήταν θετικοί. …. Θεωρώ ότι θα μας βοηθήσουν σε αυτή την προσπάθεια, τους έχω εμπιστοσύνη. Δεν είναι απειλή, είναι ευάλωτη ομάδα».

Μετά τα ουσιώδη που αναφέραμε, ας πούμε και κάτι  επουσιώδες: Παρά το ότι ο κ. Τσιόδρας, κατά δήλωσή του, υποστήριζε πάντα την αλήθεια, ακόμη και εν μέσω αβεβαιοτήτων, έκλεισε την ομιλία με…. «fake news». Το ποίημα το οποίο διάβασε δεν είναι του Οδυσσέα Ελύτη, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε. Τα Εllinika hoaxes μας πληροφορούν ότι είναι του blogger «Βιολιστής στη στέγη», ο οποίος στις 18 Νοεμβρίου 2019 έγραψε αυτό το κείμενο υπό τον τίτλο «Παράθυρο χωρίς θέα»:
http://archive.vn/CIMVR

Δεν γνωρίζουμε αν κάποιο νέο κύμα της πανδημίας θα επαναφέρει τον κ. Τσιόδρα στην επικαιρότητα και στη δημοσιότητα.  Στη θέση  του εκπροσώπου του ΥΥ ή  ακόμη και στη θέση του ίδιου του υπουργού. Ακούγεται και αυτό.

Όποια και αν είναι η εξέλιξη, είναι γεγονός  ότι κατά την τρίμηνη παρουσία του υπηρέτησε  μια κυβέρνηση, έναν ΥΥ και μια πολιτική που στηρίχτηκαν στον εγκλεισμό και στις απαγορεύσεις. Και μετά από τρεις μήνες μας αποχαιρετά αφήνοντας πίσω του το Δημόσιο Σύστημα Υγείας το ίδιο αδύναμο όπως το βρήκε. Τι θα γίνει στο εγγύς μέλλον όταν θα ενσκήψει το νέο κύμα; Ο κ. Τσιόδρας την Τρίτη 26/5/2020 στον αποχαιρετισμό του στο ΕΣΥ, ένιψε τας χείρας του, πολύ σχολαστικά.

ΡΟΜ ΖΟΡΙ ΤΕ ΑΒΕΣ, Τσιγγάνος δύσκολο να είσαι

 

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Πλησιάζει το Πάσχα του 2020 και η 25 χρονη τσιγγάνα Διονυσία είναι ανήσυχη. Βλέπει πως η ζωή τους γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Ο κορονοϊός κατέστρεψε όλες τις ευκολίες τους. Ο Ζαφείρης είναι άνεργος πάνω από ένα μήνα. Τα μαγαζιά είναι κλειστά, η πόλη ερήμωσε, άνθρωπος δεν κυκλοφορεί. Η ζητιανιά δεν δουλεύει πια. Τα έξι παιδιά της, όμως, συνεχίζουν να χρειάζονται φαγητό, τα ρούχα τους, τη φροντίδα τους. Κάθε τόσο ψιθυρίζει την αγαπημένη της φράση: Τσιγγάνα δύσκολο να είσαι, Ρομνί ζόρι τε αβές.
Τα παιδιά της είναι από δύο μέχρι εννιά χρονών. Κατά σειρά είναι ο Μανόλης, η Ζουμπουλία, o Ασημάκης, ο Άχμετ, η Εμμανουέλλα και η μεγάλη η Παγώνα. Οι δυο μεγάλες, Εμμανουέλλα και Παγώνα, πάνε σχολείο, αλλά τώρα είναι κλειστό.
Τις δυο μεγάλες τις έκανε με τον άντρα που παντρεύτηκε μικρή, έναν Αργύρη. Χώρισαν, όμως, νωρίς. Ήταν χωμένος στα ναρκωτικά μέχρι το λαιμό, τον έδιωξε η ίδια και γλύτωσε.
Η Διονυσία από μικρή ήξερε πως αρέσει στους άντρες, ποτέ της δεν είχε πρόβλημα. Έτσι γρήγορα κατέληξε στο Ζαφείρη. Είναι μαζί οκτώ χρόνια, ζουν κανονικά σαν αντρόγυνο, έκαναν και τέσσερα παιδιά. Μέχρι τώρα δεν είχε παράπονο από τη ζωή της. Τώρα, όμως με τον κορονοϊό όλα γίνονται δύσκολα.

Όταν ο άνεργος Ζαφείρης δέχτηκε το τηλεφώνημα του Ασημάκη Βασιλάρη άρχισε να ελπίζει σε κάποιο μεροκάματο. Μέχρι τις απαγορεύσεις έκανε σταθερά τρία μεροκάματα τη βδομάδα. Δούλευε σε ένα γέρο γεωργό στην Εγλυκάδα,  είχαν γνωριστεί από τότε που η οικογένεια έμενε στον καταυλισμό του Ριγανόκαμπου. Τώρα ο γέρος φοβάται τον κορονοϊό και σταμάτησε τη λαϊκή.
Τα τελευταία χρόνια, τρεις μέρες τη βδομάδα, ο Ζαφείρης ξυπνούσε από τα άγρια χαράματα, καβαλούσε το ποδήλατο και πήγαινε στην Εγλυκάδα. Φόρτωναν το αγροτικό και κατέβαιναν στη λαϊκή. Αργά το μεσημέρι επέστρεφαν στο κτήμα. Εκεί έκανε κάποιες δουλειές στα χωράφια και αργά το απόγευμα, ξεθεωμένος, γύριζε με το ποδήλατο σπίτι του. Πάντα με μια σακούλα λαχανικά και φρούτα, ό,τι είχε μείνει απούλητο στη λαϊκή.

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Ο Βασιλάρης είναι ένας δικός τους, στα 50 του, που τα καταφέρνει με διάφορα μεσιτικά και ζει μια χαρά. Ήταν Μεγάλη Δευτέρα το βράδυ που συναντήθηκε μαζί του στην πλατεία. Έκαναν βόλτες και συζητούσαν περπατώντας.
Δεν είπε πολλά, μπήκε κατ’ ευθείαν στο θέμα.
-Ξέρω την ανάγκη σου, Ζαφείρη, γι αυτό θα σου μιλήσω καθαρά. Έχω μια δουλειά για σένα και την Διονυσία, να βγάλετε εύκολα 2.000.
-Τι δουλειά, κυρ Ασημάκη;
-Ένας Ιρανός μετανάστης, καλοστεκούμενος, είναι χωρίς χαρτιά, παράνομος. Για να μπορέσει να πάρει  χαρτιά θέλει να κάνει ένα παιδί με Ελληνίδα.
-Κι εγώ τι μπορώ να κάνω;
-Να του δώκουμε τη Διονυσία.
-Τη γυναίκα μου; τα έχασε ο Ζαφείρης.
-Δική σου είναι και δική σου θα μείνει. Μην ανησυχείς. Μόνο το παιδί θα είναι δικό του, θα το γράψει δηλαδή για δικό του. Γιατί κι αυτό στο τέλος δικό σας θα μείνει. Είπαμε 2000 είναι αυτές.
Ο Ζαφείρης  προσπαθώντας να σταθμίσει τι σημαίνουν όλα αυτά, αντιπρότεινε.
-Γιατί να μην το κάνω εγώ με τη Διονυσία, και όταν  γεννηθεί το γράφουμε στο όνομά του. Έτσι είχαμε κάνει  με  εκείνον τον Αφγανό και του γράψαμε τον Άχμετ, αν θυμάσαι. Δώκαμε στο παιδί και το όνομά του.
-Όλα τα θυμάμαι, αλλά τώρα άλλαξαν τα πράγματα. Τώρα, Ζαφείρη, ζητάνε τεστ DNA. Κάνουν εξετάσεις σε πατέρα και παιδί και πρέπει να βγαίνει ότι είναι δικό του. Ο Ζαφείρης  έμεινε άφωνος, δεν ήξερε αν έπρεπε να σταματήσει την κουβέντα και να φύγει ή να συνεχίσει να μένει μαζί του. Ο Βασιλάρης συνέχισε.
-Θα πάρεις 1000 μόλις μείνει έγκυος και άλλα 1000 όταν το μωρό γραφτεί στο δημοτολόγιο. Το παιδί, είπαμε δικό σας και όνομα δικό σας, όποιο θέλετε.
Ο Ζαφείρης σκέφτηκε πως αν είχε τη δουλειά του και η ζητιανιά της οικογένειας πήγαινε καλά, θα τον έστελνε στο διάολο, αλλά τώρα; Δύσκολη η απόφαση. Ζήτησε λίγο χρόνο να το σκεφτεί και έφυγε ζαλισμένος, σαν να είχε σκοτεινιάσει ο κόσμος γύρω του. Στο μυαλό του στριφογύριζε μόνο η κουβέντα της Διονυσίας: Ρομ ζόρι τε αβές – τσιγγάνος δύσκολο να είσαι.

Ζωγραφική: Κατερινα Χριστοπούλου

Αποφάσισε να μην το κουβεντιάσει με τη Διονυσία πριν δοκιμάσει άλλες λύσεις. Φοβόταν την αντίδρασή της και δεν ήθελε να τα καταστρέψει όλα.
Τα τελευταία χρόνια έχουν φύγει από τον καταυλισμό, ζουν σε σπίτι και έχει αλλάξει η ζωή τους. Γλύτωσαν από τη λάσπη και τα ποντίκια. Με το επίδομα πολυτεκνίας έχουν νοικιάσει κανονικό σπίτι στην άκρη του παλιού προσφυγικού συνοικισμού. Στον συνοικισμό οι παλιοί ιδιοκτήτες σιγά – σιγά εγκαταλείπουν τα σπίτια τους να πιάσουν καλύτερο σπίτι. Και κάποιες οικογένειες Ρομά βρίσκουν εκεί καταφύγιο. Ο ιδιοκτήτης τους ζήτησε ολόκληρο το επίδομα που παίρνουν κάθε τρίμηνο. Ήταν η πρώτη οικογένεια που θα έμενε στο τετράγωνο, οι γείτονες αντιδρούσαν και αναγκάστηκαν να συμφωνήσουν.
Στην αρχή αντιμετώπισαν τον πόλεμο των μπαλαμών που δεν θέλουν τσιγγάνους στη γειτονιά τους. Ευτυχώς μέσα στο χρόνο νοικιάστηκαν κι άλλα δυο σπίτια σε τσιγγάνους και τώρα πια δεν είναι μόνοι τους.
Το νοίκι πληρώνεται από το επίδομα, και τα υπόλοιπα – φαγητό, ρούχα, ρεύμα, σχολικά κλπ – βγαίνουν από τα μεροκάματα του Ζαφείρη και τη ζητιανιά της Διονυσίας. Μέχρι τώρα τα κατάφερναν καλά.
Σκέφτεται τώρα που είναι άνεργος τι άλλη δουλειά μπορεί να κάνει, σπάει το κεφάλι του, αλλά δεν βρίσκει τίποτα.

Ξέρει ότι σε άλλες εποχές σαν  τσιγγάνος μπορούσε να κάνει πολλές δουλειές. Σιδεράς, γανωτής, αλμπάνης – πεταλωτής, καλαθοπλέκτης. Τώρα, όμως, μόνο η ζητιανιά μένει.  Και τη ζητιανιά δουλειά τη θεωρεί,  ο ίδιος δεν έχει πρόβλημα. Αλλά να, τον πειράζει όταν κάποιοι τον βρίζουν:  «να πας να δουλέψεις, ρε τεμπέλη». Σκέφτεται και καμιά μικροκλοπή, αλλά δεν θέλει να μπλέξει. Αν, όμως, είχε ένα δικό του φορτηγάκι να κάνει τον παλιατζή; Αλλά πως μπορεί να αγοράσει ένα φορτηγάκι μεταχειρισμένο που χρειάζεται 1500 και 2000;
Καμιά φορά σκέφτεται και ένα καλό κλειστό βανάκι,  να γίνει γυρολόγος, να  μπει στο πλανόδιο εμπόριο που έχει καλά λεφτά.  Αλλά βανάκι δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να αποκτήσει και αμέσως το ξεχνάει.
Τη Μεγάλη Τρίτη το βράδυ ο Ζαφείρης ανακοίνωσε στη Διονυσία πως δεν βρίσκει δουλειά και θα αναλάβει να οργανώσουν καλύτερα τη ζητιανιά. Παρά το λίγο κόσμο που κυκλοφορεί θα βγαίνουν όλοι, μαζί και οι δυο μεγάλες που τώρα δεν έχουν σχολείο. Όταν το είπε στα παιδιά, αυτά αντέδρασαν με ξεφωνητά χαράς, το είδαν για παιχνίδι.

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Μεγάλη Τετάρτη από το πρωί πήρε την οικογένεια και κατέβηκαν στην κεντρική πλατεία. Όλη την οικογένεια. Την Διονυσία με το  μικρό Μανόλη στην αγκαλιά την έστησε στη μια γωνία. Τη μικρή Ζουμπουλία με τη μεγάλη Παγώνα σε άλλη. Και τα μεσαία, Ασημάκης – Άχμετ – Εμμανουέλλα, τα άφησε να γυρίζουν στην πλατεία, ελεύθεροι σκοπευτές. Τα συμβούλεψε να μην ξεχνιούνται και πιάνουν το παιχνίδι. Όταν βλέπουν άνθρωπο θα τον πλησιάζουν και θα του λένε κλαψιάρικα, κύριε πεινάμε δώσε να πάρουμε ψωμάκι. Περισσότερο, όμως, στηριζόταν στην Παγώνα που καταλάβαινε. Και στη Διονυσία με το μωρό.
Ο ίδιος ντράπηκε να στηθεί. Γιατί αν στηνόταν ήταν σίγουρο πως θα την άκουγε.

Αποφάσισε να παρακολουθήσει από μακριά την Παγώνα. Πρόσεξε πως οι λίγοι που κυκλοφορούσαν είχαν κρυμμένα τα πρόσωπά τους. Φορούσαν μάσκες, σαν γιατροί στο νοσοκομείο. Μετά απόφευγαν τα κορίτσια και δεν τα πλησίαζαν. Αλλά είδε πως η Παγώνα του δεν κώλωνε και χάρηκε. Αφού αυτοί την απόφευγαν, τους πλησίαζε η ίδια. Οταν περνούσε άνθρωπος τον έπαιρνε από δίπλα. Ο Ζαφείρης ήταν ενθουσιασμένος. Να μην κουράζεται αυτό το κορίτσι και κυρίως να μην απογοητεύεται. Θυμήθηκε μικρός που ζητιάνευε ο ίδιος, τέτοιος ήταν.
Είδε μια ηλικιωμένη κυρία κοντή, με μαγκούρα. Σχεδόν στο ύψος της Παγώνας, περπατούσε αργά – αργά. Και την Παγώνα να την πλησιάζει χοροπηδώντας . Η γριά φορούσε και μάσκα. Η Παγώνα της μιλούσε σαν να τη γνώριζε από παλιά. Καταλάβαινε τι της έλεγε. Κυρία πεινάω, δώσε κάτι και τέτοια. Και ήταν σίγουρος πως θα τα έλεγε κλαίγοντας, αυτό το κορίτσι είναι γεννημένο για ζητιανιά. Και ξαφνικά βλέπει τη γριά να αγριεύει, να σηκώνει τη μαγκούρα να τη κτυπά, και μετά να τη σπρώχνει μακριά. Δεν καλοκατάλαβε αν και πόσο το κορίτσι τραυματίστηκε. Το μυαλό του θόλωσε, σκέφτηκε να ορμήσει να το προστατέψει, αλλά δίστασε, μην τα κάνει χειρότερα. Ησύχασε όταν είδε πως η Παγώνα δεν χαμπάριασε τίποτα. Αμέσως διπλάρωσε έναν γέρο. Αλλά και κει έγιναν σχεδόν τα ίδια.
Το Ζαφείρη τον έζωσαν τα φίδια. Πάει η ζητιανιά, σκέφτηκε, τέλειωσε.
Το μεσημέρι η Παγώνα γύρισε ντροπιασμένη. Σχεδόν με άδεια χέρια. Είχε μαζέψει κάτι ελάχιστα. Τα μικρά τίποτα. Μόνο η Διονυσία με το μωρό, κάτι λίγα.
Όταν έκανε ταμείο απογοητεύτηκε. Κατάλαβε ότι με τη ζητιανιά δεν γίνεται τίποτα όσο υπάρχει αυτός ο καταραμένος κορονοϊός.
Αποφάσισε να μιλήσει στη Διονυσία και να συζητήσουν την πρόταση του Βασιλάρη. Ήξερε πως θα είναι μια δύσκολη συζήτηση. Θυμήθηκε πάλι το Ρομ ζόρι τε αβές – τσιγγάνος δύσκολο να είσαι.

Η Διονυσία πρόπερσι που γέννησε το έκτο παιδί της είχε σχέδιο να κάνει στείρωση, κι ας ήταν 23 χρονών. Δεν ήθελε με τίποτα έβδομο παιδί. Αλλά δεν τα κατάφερε. Ο γιατρός, είπε, πως δεν γινόταν. Θα γεννούσε φυσιολογικά και δεν είχε νόημα να της κάνει στείρωση, δηλαδή καισαρική τομή. Αλλά ούτε και ο ίδιος είχε χρόνο, είχε κι άλλες γέννες. Γέννησε εύκολα μόνο με τη μαία, ο γιατρός έριξε μόνο μια ματιά. Την έδιωξε και όταν παραπονέθηκε της είπε να τον επισκεφτεί μετά από τρεις τέσσερις  μήνες.  Σε πέντε μήνες η Διονυσία τον αναζήτησε αλλά δεν τον βρήκε. Κι όταν είπε στο τμήμα πως θέλει να κάνει στείρωση, δεν αντέχει άλλα παιδιά, την κορόιδευαν και γελούσαν. Της ζητούσαν χαρτιά από γιατρούς και ψυχολόγους και της μιλούσαν για προφυλακτικά, για σπιράλ και άλλα. Απογοητεύτηκε και εγκατέλειψε το σχέδιό της στείρωσης.
Συζήτησε, όμως,  με το Ζαφείρη το ζήτημα και τα συμφώνησαν. Όχι άλλο παιδί. Δεν θα την πλησιάζει εκτός κι έχει στα χέρια του προφυλακτικό. Δυο ολόκληρα χρόνια το κράτησαν και απόφυγαν το έβδομο παιδί. Και τώρα ο ίδιος ο Ζαφείρης της προτείνει έβδομο. Όχι δικό του αλλά με  έναν Ιρανό που θα τους πληρώσει 2000. Παράξενη πρόταση.
Με τον Ιρανό, είπε ο Ζαφείρης  θα είναι αλλιώς. Δεν πάει μαζί του  να το ευχαριστηθεί, ούτε γιατί τον αγαπάει. Δεν πάει με την καρδιά της αλλά μόνο με το σώμα της. Πηγαίνει  για μια σωματική δουλειά. Γιατί η οικογένεια είναι σε ανάγκη. Γιατί της το ζητάει ο Ζαφείρης. Να δώκει το κορμί της, μόνο το κορμί της, σε αυτόν τον άγνωστο άντρα, να βγάλουν κάποια χρήματα τώρα στα δύσκολα. Αν καταφέρουν να τα φυλάξουν θα πάρει ένα φορτηγάκι, να κάνει τον παλιατζή. Άσε που τις Κυριακές η οικογένεια θα πηγαίνει βόλτα και το καλοκαίρι θα κάνουν και τα θαλασσινά μπάνια τους. Το σκέφτηκε η Διονυσία και είπε ναι. Να βοηθήσει το σπίτι, να μπορέσει ο Ζαφείρης να αγοράσει το φορτηγάκι. Αλλά υπήρχε και άλλος ένας λόγος, πολύ προσωπικός. Ήθελε και η ίδια να σπάσει τη ρουτίνα της ζωής της. Να δοκιμάσει κάτι άλλο. Κάτι αβέρτουρλι, κάτι διαφορετικό, κι ας φαίνεται ζόρι.

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Η Διονυσία πριν πάει στον Ιρανό, τον γνώρισε σπίτι της. Την Δευτέρα του Πάσχα τον έφερε ο ίδιος ο Ζαφείρης και ήπιαν καφέ. Κουβεντιάσανε και οι τρεις στα ελληνικά,  ο Ιρανός τα μιλάει καλά. Ονομάζεται Γκασπάρ. Είναι ψηλός, ωραίος και ευγενικός άντρας. Είναι και σκουρόχρωμος σαν Ρομά. Το παιδί που θα γεννηθεί δεν θα ξεχωρίζει από τα άλλα της, άσε που θα του βάλουν και χριστιανικό όνομα.
Γνωρίζει καλά, τους είπε, τη γλώσσα φαρσί και τη γλώσσα παστούν. Μιλιούνται σε πολλές χώρες της Ανατολής. Ο Ζαφείρης και η Διονυσία αντιμετώπισαν με αδιαφορία την πληροφορία,  πρώτη φορά   άκουγαν τέτοιες γλώσσες. Εντυπωσιάστηκαν, όμως, όταν ο Γκασπάρ τους εξήγησε ότι  με  αυτές,  εδώ στην Ελλάδα, δουλεύει διερμηνέας. Τον χρησιμοποιούν, είπε,  μετανάστες, αστυνομία, δικαστήρια, δημόσιες υπηρεσίες. Τον κοιτούσαν με θαυμασμό και απορία, αλλά  δεν ρώτησαν  περισσότερα.

Τους ενημέρωσε ότι μένει σε μια μικρή γκαρσονιέρα στην οδό Τριών Ναυάρχων, τους έδωσε και τον αριθμό. Στο τέλος έκλεισαν και το ραντεβού. Κυριακή του Θωμά το απόγευμα, ώρα 6, στην γκαρσονιέρα του.

Το Σάββατο το απόγευμα, όταν ο Ζαφείρης έλειπε από το σπίτι, η Διονυσία μπανιαρίστηκε. Δεν ήθελε να βρίσκεται και αυτός σπίτι, καταλάβαινε πως θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Το απόγευμα της Κυριακής, που ο Ζαφείρης ήταν σπίτι και την έβλεπε, αποφάσισε να ντυθεί πρόχειρα και παραδοσιακά. Φόρεσε την μακριά μαύρη φουστάνα της κι έδεσε ένα κίτρινο μαντίλι στα μαλλιά. Δεν έβαψε τα μάτια και τα χείλη της όπως συνήθιζε.  Όλα για χάρη του Ζαφείρη που παρακολουθούσε τις ετοιμασίες της αμίλητος και ανταριασμένος. Του άφησε τα παιδιά κι έφυγε για το ραντεβού.
Η πόλη ήταν έρημη, αλλά σε ολόκληρη τη διαδρομή από τον προσφυγικό συνοικισμό μέχρι την Τριών Ναυάρχων, τα άνθια από τις νεραντζιές και τα νεαρά βλαστάρια  από τις βαγιές μοσχομύριζαν μεθυστικά.

Όταν γύρισε σπίτι δεν είπε πολλά, ούτε ο Ζαφείρης ζήτησε να μάθει. Καλά πέρασα, σκεφτόταν η Διονυσία. Όχι τόσο στο κρεβάτι, όσο στην κουβέντα. Συζήτησαν αρκετά και αυτό της άρεσε.
Έμαθε ότι είναι παντρεμένος με τρία παιδιά. Ότι θέλει χαρτιά να μπορέσει να φέρει την οικογένεια στην Ελλάδα. Και ότι η γυναίκα του τα ξέρει όλα και συμφώνησε μαζί του, αφού μόνον αυτός ο δρόμος υπάρχει.
Μετά από 15 μέρες η περίοδος ήρθε κανονικά, δεν είχε μείνει έγκυος. Σε 10 μέρες πήγε για δεύτερη συνάντηση. Ούτε στη δεύτερη τα κατάφεραν.

Ο Ζαφείρης άρχισε να ανησυχεί και να νευριάζει. Όταν η Διονυσία ξεκίνησε να πάει για τρίτη φορά, ο Ζαφείρης έχασε την ψυχραιμία του. Φοβήθηκε, νόμιζε ότι της αρέσει ο Ιρανός. Άσε που η συμφωνία πρόβλεπε πως στο διάστημα αυτό δεν πρέπει να  την αγγίζει. Γιατί το παιδί πρέπει  να είναι 100 τα 100 του Ιρανού. Πάνω στο θυμό του της ζήτησε ακόμη και να ακυρώσει τη συμφωνία. Αλλά μετά, το ξανασκέφτηκε. Αφού το κακό έγινε δυο φορές τι νόημα θα είχε;

Η Διονυσία έμεινε έγκυος με την τρίτη φορά. Ηρέμησε και ο Ζαφείρης, το μαρτύριό του σαν να πήρε ένα τέλος. Πήρε και τα  1000 και τώρα ψάχνει τις μάντρες για μεταχειρισμένο φορτηγάκι.
Και η Διονυσία είναι πιο ήρεμη. Σαν αυτό το μωρό που έχει μέσα της να την άλλαξε. Γιατί καταλαβαίνει πως αυτή τη φορά έχει ένα διαφορετικό μωρό στη μήτρα της. Και είναι διαφορετικό. Γιατί το έπιασε με έναν άντρα διαφορετικό. Δεν το θέλει, αλλά πολλές φορές συγκρίνει τον Γκασπάρ με τον Ζαφείρη της. Όταν ο Ζαφείρης βρίσκεται σπίτι, και τον κοιτάζει, παρατηρεί τους τρόπους, τις κουβέντες του, και τότε βλέπει τη διαφορά και την πιάνει κάτι σαν παράπονο. Δεν του έχει πει τίποτα, δεν είναι και χαζή, τέτοια δεν λέγονται. Τα βράδια που ξαπλώνουν, και ο Ζαφείρης απλώνει χέρι πάνω της, η Διονυσία αργά και σταθερά του πιάνει το χέρι.
-Το μωρό είναι ξένο, του λέει. Γιαμπαζίο μπεμπέκο και σταθερά απομακρύνει το χέρι του από πάνω της. Και όταν ο Ζαφείρης γυρίζει θυμωμένος από την άλλη μεριά, του χαϊδεύει το χέρι που μόλις απομάκρυνε από πάνω της και του ψιθυρίζει: Ρομ ζόρι τε αβές. Τσιγγάνος δύσκολο να είσαι.

Ο ΤΑΛΑΝΤΟΥΧΟΣ κ. ΤΣΙΟΔΡΑΣ και η διαχείριση του κορωνοϊού

Ο κ. Τσιόδρας είναι επικεφαλής της Ειδικής Επιτροπής του ΕΟΔΥ για τον κορωνοϊό και εκπρόσωπος του Υπουργείου Υγείας. Μειλίχιος, σεμνός και  πειστικός ως άριστος επιστήμονας. Δηλαδή ένας ταλαντούχος εκπρόσωπος υπουργείου.   Όσοι ενημερώνονται μόνο από τα επίσημα  ΜΜΕ  και τον κ. Τσιόδρα, μένουν ικανοποιημένοι από την επιλογή της κυβέρνησης να εμπιστευτεί αυτόν τον  σεμνό επιστήμονα. Και μέσω αυτού (του κ. Τσιόδρα)  εφησυχάζουν για τη μάχη που δίνεται με επιτυχία σε όλα τα μέτωπα:  Μέθοδοι ιχνηλάτησης, τεστ καταμέτρησης, τα γενικά χαμηλά ποσοστά, την κατάσταση των νοσοκομείων, το πάθος των υγειονομικών μας (ευχαριστούμε γιατροί), τα μέτρα καραντίνας και απαγορεύσεων για να αναχαιτιστεί η διασπορά κλπ κλπ.
Η ικανοποίηση και ο εφησυχασμός δίνουν την ευκαιρία στον πρωθυπουργό  κ. Μητσοτάκη να προετοιμάζει  τη δεύτερη μεγάλη του νίκη. (Η πρώτη είναι  ο Έβρος).
Κι αν  στο τέλος όλα δεν πάνε καλά, τότε ξέρουμε ποιοι θα φταίνε: οι απείθαρχοι Έλληνες που συνέχισαν παρά τις εκκλήσεις του μειλίχιου να μετακινούνται, να συναντιούνται κλπ.
Προτείνω να μην εφησυχάζουμε ότι όλα πάνε καλά, επειδή στο τιμόνι της χώρας βρίσκεται ο ικανός κ. Μητσοτάκης και στο τιμόνι του ΕΟΔΥ  ο ταλαντούχος κ. Τσιόδρας.
Ο κ. Μητσοτάκης προσπαθεί να διαχειριστεί και αυτήν την κρίση επικοινωνιακά, χωρίς να βάλει νερό στο ιδεολογικό του κρασί: Για παράδειγμα εγκαταλείπει  το Δημόσιο Σύστημα Υγείας στη μοίρα του και  ακριβοπληρώνει την υποστήριξη του ιδιωτικού τομέα (διαγνωστικά τέστ ανατίθενται  στον ιδιωτικό τομέα έναντι εξωφρενικής αμοιβής, μισθώνονται ιδιωτικές ΜΕΘ με υπερβολικά μισθώματα).
Ο εκλεκτός του πρωθυπουργού κ. Τσιόδρας  (δεν αμφισβητούμε την επιστημοσύνη του) προσπαθεί να υποστηρίξει τις επιλογές του πρωθυπουργού:  Εξωραΐζει φραστικά το αδύναμο υγειονομικό σύστημα, συμβιβάζεται με τις φειδωλές προσλήψεις, (παρά την  έκτακτη ανάγκη),  δεν προχωρά στην  ανάπτυξη νέων ΜΕΘ,  και δεν  λαμβάνει  καμία  πρόνοια για τις ευάλωτες ομάδες (προσφύγων μεταναστών, άστεγων, τοξικοεξαρτημένων, φυλακισμένων, ρομά, αλλά και των στρατιωτών που συνωστίζονται χωρίς κανένα έλεγχο στα στρατόπεδα).

Αλλά μόνο με μέτρα απαγόρευσης, απειλές, οδηγίες και ανακοινώσεις θανάτων δεν αντιμετωπίζεται η  πανδημία.

Κάποιοι διαμαρτύρονται: Μα δεν θα υπερφορτώσουμε το Δημόσιο Σύστημα Υγείας  για μια πανδημία που μπορεί να μάς συμβαίνει  μια φορά στα 20 ή 30 χρόνια.  Η απάντησή μας είναι:  Ένας ισχυρός σεισμός, μια φονική πλημμύρα (να μην μιλήσουμε για τις πυρκαγιές) που συμβαίνουν κάθε 20 – 30 χρόνια δεν μας υποχρεώνουν στις ανάλογες τεχνικές υποδομές; Δηλαδή επαρκή αντισεισμικά κτίρια και αξιόπιστα αντιπλημμυρικά έργα;

Γιατί να μην εξοπλιστούμε με την απαραίτητη κοινωνική υποδομή Υγείας;  Δηλαδή ένα Δημόσιο Σύστημα που να ικανοποιεί με επάρκεια τις τρέχουσες ανάγκες  της κοινωνίας (κάτι που τώρα δεν γίνεται). Και επί πλέον να διαθέτει το κατάλληλο Σχέδιο για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, όπως η τωρινή πανδημία. Άλλωστε το δημόσιο σύστημα υγείας γεννήθηκε μέσα από τον εφιάλτη των  πανδημιών.

Είναι πολύ καλό ένας  εκπρόσωπος της εξουσίας να μας μιλάει ήρεμα και κατανοητά. Το πρόσωπό του να αποπνέει μια καλοσύνη και μια σεμνότητα (συγκρίνετέ το με τα σκληρά πρόσωπα των κκ Χαρδαλιά και Κικίλια). Μας ηρεμεί και μας καθησυχάζει.

Αλλά οφείλουμε να προσέχουμε και το περιεχόμενο και τις πιθανές   σκοπιμότητες  των ανακοινώσεών του. Γιατί, είπαμε, διαχείριση της κρίσης δεν είναι μόνο το «μένουμε σπίτι¨, η απαγόρευση της κυκλοφορίας,  οι οδηγίες και οι  ανακοινώσεις. Αλλά και τα μέσα με τα οποία θα αντιμετωπίσουμε τον ιό:  ανθρώποι, κτίρια,  εξοπλσμός.

Μετά τα προηγούμενα, νομίζουμε πως ο  καλύτερος τρόπος να μάθουμε όλη την αλήθεια είναι να ενσκήψουμε στα κείμενα αυτών που δίνουν τη μάχη στα νοσοκομεία μας.
Για μια πρώτη εικόνα  αλήθειας συγκεντρώσαμε τα εξής κείμενα:

1. Ηλίας Σιώρας, γενικός γραμμματέας της ΕΙΝΑΠ: Κίνδυνος μετάδοσης λόγω συνωστισμού στα νοσοκομεία (21.3.2010)
2. Αθανάσιος Κιτσάκος, Διευθυντής Επειγόντων του Παν. Νοσοκομείου Ιωαννίνων: Covid 19- Τελικά τι κάνουμε; (23.3.2020)
3. 700 γιατροί του ΕΣΥ: Ψήφισμα: Για ένα ΕΣΥ που θα μπορεί να αντέχει κάθε μέρα (23.03.2020)
4. ΟΕΝΓΕ: Για τον Κορωνοιό, Τα 6 αιτήματα των νοσοκομειακών γιατρών (24.3.2020)

Δημοσιεύουμε εκτενή αποσπάσματα από τα κείμενα:

1. Ηλίας Σιώρας: γενικός γραμμματέας της ΕΙΝΑΠ. Μίλησε στο News 24/7 για τις μεγάλες ελλείψεις στα νοσοκομεία, τον κορονοϊό και το σύστημα υγείας που έχει αποδυναμωθεί σημαντικά στον Αλέξανδρο Πηγαδά. (21.3.2020).
Σε όλη την Ελλάδα μέχρι χτες το πρωί, υπήρχαν περίπου 50 κρούσματα υγειονομικών. Τα κρούσματα αντιστοιχούν σε ένα ποσοστό που αγγίζει το 10 – 11% επί του συνόλου. Στην Ιταλία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 9%. Πέρα από αυτό όμως, εκατοντάδες συνάδελφοι μας έχουν τεθεί σε καραντίνα, γύρω στα 300 άτομα, ίσως και παραπάνω. Αυτό αλλάζει από ώρα σε ώρα και από μέρα σε μέρα. Φυσικά, δεν μιλάμε μόνο για τους γιατρούς και τους νοσηλευτές, αλλά για όλο το προσωπικό, όπως είναι οι διοικητικοί υπάλληλοι, οι τεχνικοί και οι τραυματιοφορείς. Οι πιο εκτεθειμένοι στον ιό είναι αυτοί των επειγόντων περιστατικών.
Μη ξεχνάμε ότι ο συνωστισμός που υπάρχει στα νοσοκομεία είναι ένας από τους παράγοντες μετάδοσης του κορωνοϊού. Για να σταματήσει λοιπόν αυτή η κατάσταση, πρέπει να ανοίξουν τα κέντρα υγείας του λεκανοπεδίου. Σημαντικό είναι να γίνουν προσλήψεις και στις κλίνες εντατικής θεραπείας, οι οποίες αντιστοιχούν 6 ανά 100.000 πληθυσμού. Το νούμερο είναι πραγματικά πολύ μικρό, ειδικά αν σκεφτούμε τις ευρωπαϊκές οδηγίες σύμφωνα με τις οποίες οι κλίνες πρέπει να είναι τουλάχιστον διπλάσιες, αν όχι τριπλάσιες. Από τις 600 κλίνες που υπάρχουν συνολικά, οι 110 δεν λειτουργούν. Επίσης, πρέπει άμεσα να επιταχθούν και οι γιατροί του ιδιωτικού τομέα. Εξάλλου, όπως είπε και ο κύριος Μητσοτάκης είμαστε σε πόλεμο.
Τα εξωτερικά τακτικά ιατρεία έχουν κλείσει. Το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: Τι θα κάνει ο απλός κόσμος που θέλει να κάνει μια συνταγογράφηση, μια απλή επανεξέταση μετά από δύο μήνες; Γι’ αυτούς πρέπει να ληφθεί μια πρόνοια από το κράτος καθώς μιλάμε για ανθρώπους που είναι χρόνια πάσχοντες. Μην ξεχνάμε, ότι αν δεν γίνουν οι εξετάσεις τους άμεσα, το πρόβλημά τους μπορεί να επιδεινωθεί. Με αυτό τον τρόπο, η κυβέρνηση στρέφει τους ασθενείς, είτε στα επείγοντα περιστατικά, είτε σε ιδιωτικά νοσοκομεία.

Οι περισσότερες ευπαθείς ομάδες όπως διαβητικοί, άνθρωποι με χρόνιες πνευμονοπάθειες, βρογχικό άσθμα, βαριά υπερτασικοί, παχύσαρκοι, άνθρωποι που κάνουν μεταμοσχεύσεις, χημειοθεραπείες, υποφέρουν από ρευματοπάθειες, είναι αυτές που πρέπει να προσέχουν περισσότερο. Δεν είναι μικρός ο αριθμός των ομάδων αυτών και αφορά και τις μέσες ηλικίες. Το 90% των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους στην Ιταλία ανήκει σε αυτές τις ομάδες. Από αυτή την άποψη είναι σωστή η απομόνωση που προπαγανδίζεται, αλλά πέρα από την ατομική ευθύνη υπάρχει και η κρατική.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα με τις μάσκες όπου υπάρχουν τρία είδη. Μία από αυτές, η πιο προστατευτική, δεν υπήρχε στα νοσοκομεία. Τώρα σιγά σιγά αρχίζουν να έρχονται κάποιες. Ακόμη και χειρουργικές μάσκες δεν χορηγούνται εύκολα.
Δεν γίνεται από την μία η κυβέρνηση να απαγορεύει τις συγκεντρώσεις άνω των δέκα ατόμων, την ίδια ώρα που στις εφημερίες των νοσοκομείων συνωστίζονται 30 με 40 άτομα. Εκεί δεν υπάρχει μεγάλος κίνδυνος; Εκεί δεν πρέπει να πάρεις ένα σχέδιο προστασίας του κόσμου; Στον Ευαγγελισμό γίνεται κάθε μέρα χαμός, με αποτέλεσμα να είναι πιθανό να επαναληφθεί ότι έγινε και στο νοσοκομείο Γεννηματάς.
Το σύστημα υγείας δεν αντέχει εδώ και χρόνια. Έχει αποδυναμωθεί δραματικά, καθώς υπηρετούσαμε προ κρίσης 110.000 ιατροί και προσωπικό, ενώ τώρα είμαστε περίπου 75.000. Η κυβέρνηση προσπαθεί ένα μέρος αυτών των ελλείψεων να το καλύψει με ελαστικές σχέσεις εργασίας. Αυτό που συμβαίνει μέσα στην κρίση είναι ότι ενώ προσλαμβάνει 2.000 επικουρικούς νοσηλευτές δεν τους κάνει μόνιμους. Στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή λείπουν πάνω από 6.500 γιατροί όλων των ειδικοτήτων και 20.000 στο υπόλοιπο προσωπικό. Και τώρα προσπαθεί με 2.000 έκτακτες προσλήψεις (πάλι όχι μόνιμοι) να καλύψει αυτά τα κενά; Δεν γίνεται σε καμία περίπτωση!
Ολόκληρο το κείμενο:

https://www.news247.gr/synentefxeis/sioras-gia-koronoio-kindynos-metadosis-logo-synostismoy-nosokomeia.7606865.html

 

 

2. Αθ. Κιτσάκος:  Τελικά τι κάνουμε; Ένα κείμενο γροθιά στο στομάχι  (23.3.2020) του Διευθυντή Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, Αθ. Κιτσάκου. Ανάρτηση στο προσωπικό του προφίλ στο facebook.

Σεβαστοί επιστήμονες ορθά ενημερώνουν για την πορεία της νόσου τον κόσμο, ορθά παίρνουν μέτρα κατά της διασποράς.
Τόσοι Λοιμωξιολόγοι δεν μπορούν να δούν ότι το Υγειονομικό σύστημα και γενικότερα η χώρα θα θρηνήσει Θύματα.
Εντολές μέχρι σήμερα του ΕΟΔΥ ο γιατρός να χειριστεί COVID19 κρούσμα χωρίς σκούφο – ο γιατρός αυτός θα μολυνθεί στην πρώτη επαφή με COVID19 και τις επόμενες 3-4 μέρες θα σκορπάει θάνατο μέσα στο νοσοκομείο μέχρι να λυγίσει και ο ίδιος. Με σχετική μου επιστολή το επεσήμανα στον ΕΟΔΥ πριν 15 ημέρες οι οδηγίες δεν άλλαξαν. Εντολές μέχρι σήμερα του ΕΟΔΥ στο τμήμα μου όπως και σε όλα τα ΤΕΠ της χώρας εξετάζουμε ύποπτα περιστατικά που βήχουν με απλές μάσκες (σαν αυτές που κυκλοφορούν στον δρόμο). Οι υψηλής προστασίας μάσκες είναι σχεδόν ανύπαρκτες και τις φυλάμε για τις ανανήψεις/διασωληνώσεις. Οι σοφοί λοιμωξιολόγοι έδωσαν αυτές τις οδηγίες όταν βλέπετε τις εικόνες από τα νοσοκομεία τις Κίνας Ισπανίας Ιταλίας.
..και στο τέλος θα μιλάμε για ΗΡΩΕΣ γιατρούς και Νοσηλευτές και όχι ανεπαρκείς ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ. Φυσικά θα φταίει ο κορωνοϊός και όχι οι υπεύθυνοι λοιμωξιολόγοι στα κέντρα αποφάσεων. Εγώ και το τμήμα μου ξέρουμε τι μας περιμένει και κρατάμε Θερμοπύλες, θα πέσουμε ΜΑΧΟΜΕΝΟΙ για τους συνανθρώπους μας, το μόνο που σας παρακαλώ όταν όλα τελειώσουν ΤΣΑΚΙΣΤΕ αυτούς που μας σκότωσαν. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
Ολόκληρο το κείμενο:
https://m.facebook.com/story.php?story_fbid=265702314423704&id=100029518126331

 

3.Ψήφισμα για ένα ΕΣΥ που θα μπορεί να αντέχει κάθε μέρα (23.03.2020)
Είμαστε και ήμασταν εδώ, στην πρώτη γραμμή για την αντιμετώπιση και αυτής της κρίσης. Δεν μας πτοούν οι επιθέσεις που δέχθηκε το ΕΣΥ όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα και δεν βάζουμε στο ζύγι την καθημερινή μας προσφορά. Με πλήρη επίγνωση του κινδύνου ότι θα είμαστε από τους πρώτους που θα νοσήσουν θα συνεχίσουμε. Ήδη 200 συνάδελφοι μας βρίσκονται σε καραντίνα. Όμως, η «μειωμένη καραντίνα» του υγειονομικού προσωπικού σε περίπτωση συμπτωμάτων, οι ελλείψεις σε εξοπλισμό προστασίας όπως τις έχουμε βιώσει και η ελλιπής και καθυστερημένη πρόσληψη επαρκούς προσωπικού για την αντιμετώπιση της πανδημίας κινδυνεύουν να μας μετατρέψουν σε πηγή μετάδοσης».
• Ανοίξτε άμεσα κλίνες ΜΕΘ και προμηθευτείτε αναπνευστήρες
• Προχωρήστε άμεσα σε προσλήψεις μόνιμου και έκτακτου υγειονομικού προσωπικού για τη στελέχωση των κλινών ΜΕΘ και των λοιπών κενών θέσεων στο ΕΣΥ
• Επιτάξτε όσες κλίνες ΜΕΘ και νοσοκομεία του ιδιωτικού τομέα χρειαστεί για να αντέξει το ΕΣΥ
• Προμηθεύστε με αντιδραστήρια τα δημόσια νοσοκομεία και εξοπλίστε τα με μοριακές τεχνικές (PCR)
• Ανακαλέστε την απαράδεκτη ρύθμιση για καραντίνα 7 ημερών στους συναδέλφους που θα νοσήσουν με πρόνοια για αντικατάσταση των νοσούντων με νέο προσωπικό
• Εξασφαλίστε για το σύνολο των υγειονομικών όλα τα αναγκαία μέτρα προστασίας
• Ανακαλέστε την απαράδεκτη οδηγία του ΕΟΔΥ που μειοδοτεί σχετικά με τα απαιτούμενα μέτρα ατομικής προστασίας και μας καλεί να δουλέψουμε με μειωμένο ή και ανύπαρκτα εξοπλισμό
Ολόκληρο το κείμενο:
https://www.efsyn.gr/node/236300

4. ΟΕΝΓΕ: Κορωνοιός, τα 6 αιτήματα των νοσοκομειακών γιατρών (24.3.2020)
Οι 2.145 προσλήψεις επικουρικών γιατρών, νοσηλευτών και λοιπού προσωπικού (ακόμα και αν και εφ’ όσον πραγματικά γίνουν), που θα τους απολύσουν μετά την επιδημία, είναι σταγόνα στον ωκεανό των χιλιάδων κενών σε μόνιμο προσωπικό του δημόσιου συστήματος υγείας. Χρειαζόμαστε μόνιμους γιατρούς. Προτεραιότητα να δοθεί στα τμήματα πρώτης γραμμής.
Είναι επιτακτική ανάγκη άμεσα, με πράξη νομοθετικού περιεχομένου και κατά παρέκκλιση των διατάξεων που ισχύουν, να διοριστεί άμεσα σε μόνιμες θέσεις, το σύνολο των γιατρών (και που σύμφωνα με την εκτίμηση μας είναι 2.000 με 3.000) που έχει θέσει υποψηφιότητα για τις 943 θέσεις ειδικευμένων γιατρών κλάδου ΕΣΥ και που σε μία τόσο κρίσιμη στιγμή μένουν παροπλισμένοι. Έχουν πτυχίο ιατρικής και τίτλο ειδικότητας. Έχουν όλα τα εφόδια που χρειάζεται για να ριχτούν στη μάχη. Δεν υπάρχει η «πολυτέλεια» να περιμένουμε να ολοκληρωθούν οι κρίσεις.
Να διοριστούν οι εξειδικευόμενοι στις ΜΕΘ σε θέσεις επιμελητών ώστε να απελευθερωθούν θέσεις εξειδικευόμενων εντατικολόγων και να ενισχυθούν οι ΜΕΘ με νέους εξειδικευόμενους.
Μέσα ατομικής προστασίας των υγειονομικών. Καμία υποχώρηση. Καμία έκπτωση.
Άμεση επίταξη του ιδιωτικού τομέα. Άμεση επίταξη κλινών, κλινικών, κρεβατιών ΜΕΘ και εργαστηρίων του ιδιωτικού τομέα.
Την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση επέβαλε την απαγόρευση της κυκλοφορίας, την ίδια στιγμή που με ΠΝΠ ανέστειλε την απαγόρευση της πολιτικής επιστράτευσης και την επίταξη απεργών, αφήνει τα ιδιωτικά μεγαθήρια ανενόχλητα να κερδοσκοπούν ακόμα και τώρα. Τα τακτικά χειρουργεία στον ιδιωτικό τομέα συνεχίζονται κανονικά παρά την απαγόρευση, ενώ βρισκόμαστε στη δίνη της πανδημίας.
Επίταξη τώρα!
Διενέργεια test για κορονοϊό σε όλο το προσωπικό. Απαγόρευση της διενέργειας test στον ιδιωτικό τομέα, επίταξη όλης της ποσότητας αντιδραστηρίων και kit που διαθέτουν. Διενέργεια test μόνο βάσει επιστημονικών ενδείξεων, απολύτως δωρεάν και με ευθύνη των κρατικών φορέων σε μεγάλες ομάδες πληθυσμού σύμφωνα με τις τρέχουσες οδηγίες του ΠΟΥ (WHO).
Άμεσα να εξασφαλιστούν όλα τα αναγκαία μέτρα προστασίας για την υγεία των προσφύγων και των μεταναστών, των άστεγων, των τοξικοεξαρτημένων, φυλακισμένων και άλλων ειδικών πληθυσμιακών ομάδων (π.χ. ρομά).

Ολόκληρο το κείμενο:

Κορωνοιός-ΟΕΝΓΕ: Τα 6 αιτήματα των νοσοκομειακών γιατρών