«Ρομανό Τσορουπέ» (Τσιγγάνικη Φτώχεια) Εκδόσεις Ένεκεν, 2022

«Ρομανό Τσορουπέ» του Βασίλειου Χριστόπουλου

«Με μια γραφή ωριμότητας και σπάνιας ευαισθησίας ο Χριστόπουλος σκύβει και δίνει φωνή σε ένα από τα πιο δοκιμασμένα και τραγικά παραμελημένα μέλη της ελληνικής κοινωνίας. O Χριστόπουλος δίνει φωνή στους φτωχούς, στους ύστατους, στους ανέγγιχτους, στους «γύφτους», στους τσιγγάνους, στους Ρομά. Καθώς η κοινωνία μας δοκιμάζεται από την κρίση, όπου οι ανυπεράσπιστοι και οι ύστατοι είναι τα πρώτα και παντοτινά θύματα, ο Χριστόπουλος αρθρώνει τον λόγο της αυθεντικής λογοτεχνίας που υπερασπίζεται τον άνθρωπο». (Γιώργος Γιαννόπουλος, εκδότης).

Παραθέτουμε αποσπάσματα από τις εισηγήσεις Σίας Αναγνωστοπούλου, Νάντιας Κουλουμπή, Αργύρη Αρχάκη στο Πολύεδρο της Πάτρας στις 4 Ιούνη 2022.

Σία Αναγνωστοπούλου
(Βουλευτής Αχαΐας, τομεάρχης πολιτισμού Σύριζα)

Γνώρισα το συγγραφέα από το πρώτο του βιβλίο το «Κάτοικος Πατρών». Με το βιβλίο αυτό του 1998, ο Χριστόπουλος ανατρέπει όσα γνωρίζαμε μέχρι τότε για την ιστορία της Πάτρας. Την Πάτρα των εμπόρων, του αστικού πλούτου που συσσωρεύεται από το χρυσοφόρο εμπόριο της σταφίδας κλπ κλπ. Και μας υποχρεώνει να δούμε την ιστορία της πόλης, την πορεία της εξαστικοποίησης της Πάτρας από την αρχή. Από μια νέα οπτική γωνία, από τη σκοπιά ενός πάροικου, ενός παρία που αγωνίζεται να ενταχθεί μέσα στη νέα πόλη με τη γρήγορη ανοικοδόμηση, την ανάπτυξη και την τεράστια συσσώρευση πλούτου.
Μετά από 25 χρόνια, ο Χριστόπουλος έρχεται με το νέο του βιβλίο να κάνει αυτό που έκανε πάντα. Αυτή τη φορά ρίχνει το μεγεθυντικό του φακό σε άλλες σκοτεινές και άγνωστες γωνιές της κοινωνίας μας. Και μας υποχρεώνει να δούμε τους Τσιγγάνους και τις Τσιγγάνες της Πάτρας με άλλον τρόπο.
Η λογοτεχνική του μέθοδος είναι η ίδια. Βγάζει μέσα από το σωρό, ξεχωρίζει και μάς αναδεικνύει πρόσωπα, συγκεκριμένους ανθρώπινους χαρακτήρες.
Γιατί το πρώτο βήμα για να δει κανείς την πραγματικότητα μιας περιθωριακής ομάδας που βρίσκεται στην άκρη της κοινωνίας, στον σκουπιδοτενεκέ, θα έλεγα, της κοινωνίας, είναι να δεις, να ξεχωρίσεις πρόσωπα. Και κυρίως επιλέγει γυναικείους χαρακτήρες που είναι πιο σύνθετοι, πιο ενδιαφέροντες, γιατί οι γυναίκες Ρομά είναι επιφορτισμένες με την επιβίωση, με τη συντήρηση της λυμελούς οικογένειας.
Μέσα από τις ιστορίες τις οποίες μας διηγείται, παρακολουθούμε πώς τα πρόσωπα, άντρες και γυναίκες, μετεωρίζονται ανάμεσα στη σκληρή πραγματικότητα της αθλιότητας και σε ένα δρόμο χειραφέτησης μέσα στην κοινότητα κατ΄ αρχήν και στην κοινωνία στη συνέχεια. Εκεί ανακαλύπτει κανείς κοινά στοιχεία και από τη δική του ζωή και από τη ζωή των άλλων ανθρώπων, όχι κατ’ ανάγκην Ρομά.
Ο Χριστόπουλος μας αφηγείται τις ιστορίες του με έναν τρόπο λιτό, στακάτο, κάποιες φορές λυρικό, αλλά χωρίς συναισθηματισμούς και μελοδραματισμούς. Και αφήνει τον αναγνώστη να κρίνει μόνος του. Να ταυτιστεί, ή να μην ταυτιστεί. Να λυπηθεί για την αθλιότητα ή να θυμώσει για την κοινωνική αναλγησία μας.

Νάντια Κουλουμπή
(Γιατρός, Μέλος της Κίνησης Υπεράσπισης Δικαιωμάτων Προσφύγων και Μεταναστών /τριών Πάτρας)

Όταν διάβασα το βιβλίο του Χριστόπουλου, συνειδητοποίησα ότι άλλαξε ο τρόπος που θα βλέπω τους τσιγγάνους και τις τσιγγάνες από δω και πέρα. Όχι ως σύνολο, αλλά τον καθένα και την καθεμία ξεχωριστά. Το βιβλίο διηγείται ανθρώπινες ιστορίες, αντρών και γυναικών, βγάζοντας τους ανθρώπους αυτούς από το σωρό. Κάθε ήρωας, κάθε ηρωίδα, μέλος μεν της τσιγγάνικης φυλής, είναι ωστόσο μοναδικό πρόσωπο. Με τις σκέψεις, τις αγωνίες, τις επιλογές, το παρελθόν του. Ανασύροντάς τους από το σωρό – με τις ταμπέλες και τα στερεότυπα που συνοδεύουν κάθε «σωρό»- ο Βασίλης τους αναγνωρίζει ως ανθρώπους, φωτίζει χαρακτήρες με τους οποίους, εμείς οι μπαλαμιοί και μπαλαμιές, μπορούμε να ταυτιστούμε.
Να ταυτιστούμε με τη μάνα της 3ης ιστορίας που θέλει η κόρη της να ξεφύγει από τη μιζέρια μέσω της μόρφωσης. Ή να καταλάβουμε τον πατέρα που επίσης από τη μιζέρια θέλει η κόρη του να γλιτώσει, αλλά το μυαλό του φτάνει μόνο μέχρι τον καλό γάμο.
Να ταυτιστούμε με τον ηλικιωμένο πατέρα της 8ης ιστορίας που έχει αφιερωθεί στη φροντίδα του υστερημένου νοητικά γιού του.
Ή με το νεαρό πατέρα της 9ης ιστορίας που μένει άνεργος και ντρέπεται να ομολογήσει στην οικογένεια ότι έχασε τη δουλειά του, και ίσως χάσει και το σπίτι του.
Η δυνατότητα ταύτισης των αναγνωστών/τριών με τα πρόσωπα των διηγημάτων, κάνει αυτούς τους περιθωριοποιημένους, αφορισμένους κοινωνικά ανθρώπους, ορατούς. Αν τους νιώσουμε, τους βλέπουμε. Ο Βασίλης τους καθιστά αξιοπρόσεκτους. Και -ίσως- αξιοπρεπείς…
Έχει όριο όμως η ταύτιση. Το όριο είναι η φτώχεια, η αφάνταστη φτώχεια. Δεν είναι η ίδια η τσιγγάνικη ιδιότητα, η φτώχεια είναι που εξορίζει τους ανθρώπους από την ορατή κοινωνία, η φτώχεια της αστεγίας και της εξαθλίωσης, η φτώχεια που εξαναγκάζει σε παραβάσεις και παρανομίες.
Οι μισές ιστορίες είναι ιστορίες πνιγηρής φτώχειας. Η αφήγηση είναι ωμή, ρέει χωρίς ν αφήνει περιθώρια για εύκολους οικτιρμούς –προφανώς αυτή είναι η μαεστρία του Βασίλη- τα γεγονότα ξεγυμνωμένα, οι υλικές συνθήκες που διαμορφώνουν τον ήρωα (και όλους/ες μας) αποτυπωμένες ολοκάθαρα. Το ‘χει πει ο Μαρξ: Η κοινωνική οντότητα καθορίζει τη συνείδηση των ανθρώπων.
Μας προκαλεί, τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες, ο Βασίλης. Παίρνει τα στερεότυπα και τα βασανίζει. Όταν λοιπόν διαβάζουμε την ιστορία της τσιγγάνας που αποφασίζει, καθόλου εύκολα, να κάνει παιδί επ’ αμοιβή με πρόσφυγα προκειμένου ο τελευταίος να νομιμοποιηθεί ως πατέρας ελληνόπουλου (οι Τσιγγάνες είναι Ελληνίδες από το 1975), να προσέξουμε να μη την κρίνουμε με τη δική μας συνείδηση, αλλά με τη δική της, που έχει διαμορφωθεί από τελείως διαφορετικές συνθήκες.

Αργύρης Αρχάκης
(Καθηγητής Ανάλυσης Λόγου και Κοινωνιογλωσσολογίας, Πανεπιστήμιο Πάτρας)

Σε όλα του τα διηγήματα, ο Χριστόπουλος αναδεικνύει και με μαεστρία καταγγέλλει τον αποκλεισμό, την περιχαράκωση και την φτώχεια που βιώνουν οι Ρομά. Αναδεικνύει επίσης την έλλειψη εμπιστοσύνης των Ρομά προς τους/τις μπαλαμιούς/ές και τους θεσμούς τους. Αλλά και την έντονη επιφυλακτικότητά τους να συντονιστούν με την πλειονοτική προσδοκία της άνευ όρων αφομοίωσης.
Τα περισσότερα από τα εννιά του διηγήματα έχουν στο επίκεντρό τους απρόβλεπτους γυναικείους χαρακτήρες –σε κάποιους από τους οποίους επιλέγω να αναφερθώ στη συνέχεια. Χαρακτήρες που αιωρούνται σε αντιπαραθετικές παραδόσεις και ρόλους. Που δεν περιορίζονται σε μια ‘αυθεντική’ συντηρητικότητα, ούτε παραδίδονται αμαχητί στον πλειονοτικό, εκμαυλιστικό προοδευτισμό:
Οι Ρομά ηρωίδες του Χριστόπουλου ρηγματώνουν τα (διαποτισμένα με ρευστό ρατσισμό) ρομαντικά στερεότυπα υποτιθέμενης ελευθερίας και ανεμελιάς που κυκλοφορούν για τους Ρομά. Και τα οποία καμουφλαρισμένα κατορθώνουν τόσο την εδραίωση της υποτίμησης των Ρομά όσο και την απεμπλοκή ημών των πλειονοτικών από τις ευθύνες μας γι’ αυτούς/ές.

Ολοκληρώνοντας, μια παρατήρηση για τις γλωσσικές επιλογές του βιβλίου που μοιάζει με μωσαϊκό γλωσσικών πόρων: Ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην επεξεργασμένη κοινή νέα ελληνική. Αξιοποιεί επιπλέον στοιχεία από τον ‘χωριάτικο’ φωνηεντισμό (με στενώσεις και αποβολές άτονων φωνηέντων) μαζί με νοτιοδιαλεκτικά στοιχεία στις ρηματικές καταλήξεις των παρελθοντικών χρόνων και άκλιτους τύπους ονομάτων. Χρησιμοποιεί επίσης πολλές, μικρότερες ή μεγαλύτερες, φράσεις της ρομανί. Ως εκ τούτου, η γραφή του υπερποικίλλει γλωσσικά αποσταθεροποιώντας ευπρόσδεκτα την ομοιογένεια της εθνικής ‘μας’ γλώσσας.
Η κινηματική λογοτεχνία του Χριστόπουλου κινητοποιεί την ενσυναίσθηση αλλά και τη δράση μας και συμβάλλει σημαντικά σ’ αυτήν τη συνάντηση και την επαφή. Δεν είναι πιο βρώμικοι/ες από μας!

Advertisement

ΡΟΜΑΝΟ ΤΣΟΡΟΥΠΕ: Κριτική Κωνσταντίνου Μάγνη στην εφ. Πελοπόννησος, 23/5/2022

Για το Ρομανό Τσορουπέ (Τσιγγάνικη Φτώχεια) του Βασίλειου Χριστόπουλου ο δημοσιογράφος Κωνσταντίνος Μάγνης δημοσίευσε στην Πελοπόννησο (23/5/2022) την παρακάτω κριτική παρουσίαση.

Κωνσταντίνος Μάγνης Ρομανό Τσορουπέ Πελοπόννησος

Σ.Ν. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ: Γιατί σ’ εμένα;: Μια παρουσίαση

Σ.Ν. Φιλιππίδης
Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης
Τομέας Νεοελληνικών Σπουδών

 

Η συλλογή διηγημάτων Γιατί σε μένα; διαπνέεται από μια ευρύτερη θεματική συνοχή: το αντικείμενο όλων των διηγημάτων είναι η περίοδος της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα ή ορθότερα, ο αντίκτυπος που έχει η οικονομική κρίση. Αυτό θέλει να επισημάνει και ο τίτλος Γιατί σ’ εμένα; (Γιατί δηλαδή να συμβεί σε μένα αυτή η τραγική ανατροπή της τύχης μου, η ζωή μου να έρθει τα απάνω κάτω;) Η ποικιλία ωστόσο των χαρακτήρων της πρώτης ενότητας — πρώην δημοσιογράφοι, μια ηθοποιός, καταστηματάρχες και επιχειρηματίες, ένας αντικέρ, όλοι νυν άνεργοι και με χρέη, άντρες και γυναίκες, ηλικιωμένοι, μεσήλικες, νέοι — στοχεύει στο να δείξει ότι το πρόβλημα δεν είναι ατομικό, αλλά συλλογικό.
Εκτός από ένα διήγημα που διαδραματίζεται στην Κόρινθο, όλα τα πλασματικά γεγονότα της αφήγησης εκτυλίσσονται στην φανταστική πόλη της «Εσπερίας» (η οποία χαρακτηρίζεται ως «μεσαία πόλη της Δυτικής Ελλάδας» και που μάλλον είναι η Πάτρα) ή σε περιοχές γύρω της. Η επιλογή τού συγγραφέα όχι μόνο να μην χρησιμοποιήσει το πραγματικό όνομα της πόλης, αλλά ακόμα και να αποφύγει τη συνήθη τακτική των ρεαλιστών συγγραφέων να χρησιμοποιούν ονόματα τοποθεσιών, οδών, μνημείων, κλπ. προς επίτευξη της αληθοφάνειας, δείχνει ότι στόχος του είναι να παρουσιάσει την κρίση ως πανελλαδική.
Είναι σαφής η πρόθεση του συγγραφέα να κάνει πολιτική πεζογραφία αριστερής κριτικής τοποθέτησης όχι μόνο από αυτά που βάζει τους χαρακτήρες του να λένε, αλλά και από την επιλογή της ρεαλιστικής αναπαράστασης και των εκτενών διαλογικών μερών. Τα διηγήματά του ωστόσο δεν καταλήγουν να είναι προπαγανδιστικά κείμενα, αλλ’ αντιθέτως ο πολιτικός προβληματισμός και —κυρίως— η ανθρωπιστική διάσταση που εντόνως αυτά αποπνέουν, ανατρέπουν την πρόθεση τού συγγραφέα ή —εάν θέλετε— την ενισχύουν.

Θα ήθελα να επιμείνω σε αυτό το τελευταίο σημείο διευκρινίζοντάς το περαιτέρω. Ο Χριστόπουλος δεν προτείνει έτοιμες λύσεις στα κοινωνικά προβλήματα. Αφήνει κάποτε τους χαρακτήρες του να υπερασπίζονται πολιτικές απόψεις, προς τις οποίες προφανώς αντιτίθεται, δίχως ο ίδιος να αρθρώνει εύκολο αντιρρητικό λόγο (βλέπε —λόγου χάριν— τις συζητήσεις με τον Μωυσή Βενετόπουλο στην αντίστοιχη ενότητα). Και, όταν επισημαίνεται από κάποιους άνεργους ότι η ελληνική ή η ευρωπαϊκή πολιτική οδήγησε την Ελλάδα στην κρίση, περισσότερο εκφράζονται διαπιστώσεις και επισημαίνονται αλήθειες παρά υποδεικνύονται πολιτικές λύσεις. Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστόπουλος είναι αληθινός ρεαλιστής και όχι ένας συγγραφέας με ξύλινο λόγο.
Όπου η ανθρωπιστική διάσταση βρίσκεται στο προσκήνιο, ενώ η οικονομική κρίση αποβαίνει έμμεσος στόχος, είναι —κατά τη γνώμη μου— το καλύτερο σημείο των διηγημάτων. Θα φέρω για παράδειγμα διηγήματα που αναφέρονται σε πρόσφυγες, τους «ανεπιθύμητους». Είναι όλα γραμμένα σε τρίτο πρόσωπο, ο αφηγητής δηλαδή στέκεται στο βάθος.
Το πρώτο, «Τα χαμογελαστά κορίτσια», έχει ως ηρωίδες δύο Ρουμάνες, την Σίλβια και την Νάντια. Η Σίλβια χρωστά ακόμα χρήματα στους λαθρέμπορους που την έφεραν στην Ελλάδατο 1996, είναι άνεργη και εκείνοι την πιέζουν. Η φίλη της, που εργάζεται σε μπαρ, αδυνατεί να την βοηθήσει, γιατί με την κρίση το αφεντικό της τής έχει μειώσει απελπιστικά το μισθό. Η διήγηση επικεντρώνεται στη λεπτομερή εξήγηση του πώς η Νάντια κατέληξε να παίρνει ψίχουλα. Η απελπισία της μοίρας των δύο γυναικών που ήρθαν στην Ελλάδα για μια καλύτερη τύχη, βγαίνει αφενός μέσα από τη διήγηση της Νάντιας για τη βαθμιαία οικονομική κατάπτωσή της κι από τη σημασία που έχει ένα χαμόγελο που μπορεί ή δεν μπορεί να εκφράσει, όταν σερβίρει πελάτες· και αφετέρου, μέσα από την αδυναμία της Σίλβιας να βρει ένα γέρο ή μια γριά που θα έχουν ανάγκη περίθαλψης από μια φτηνή «λαθρομετανάστρια».
Το δεύτερο, «Κισμέτ παστουνβαλί», αναφέρεται στον Αλή, έναν Αφγανό περιστασιακό διερμηνέα της αστυνομίας της «Εσπερίας», που οι συμπατριώτες του θεωρούν προδότη («ρουφιάνο»), ενώ ο ίδιος —όπως ισχυρίζεται— προσπαθεί πάντα να βοηθήσει («—Δεν κάνω κακό. Καλό κάνω»). Η απελπισία του είναι η μοναξιά του, η πλήρης αποξένωση από τους συμπατριώτες του, την οποία αντιλαμβάνεται ως μοίρα του, «κισμέτ».
Θα ήθελα να συζητήσω ένα τουλάχιστον διήγημα από την πρώτη ενότητα, για να δείξω τη ρεαλιστική τεχνική τού Χριστόπουλου. Στο διήγημα «Είχα την επένδυση έτοιμη», ο κύριος χαρακτήρας είναι ένας 35ετής επιχειρηματίας που χρεοκόπησε. Ο συγγραφέας θέλει να μας παρουσιάσει το πώς βλέπει την κρίση ένας χρεοκοπημένος επιχειρηματίας. Αυτό ίσως θα μπορούσε να αναπαρασταθεί με ένα μονόλογο.  Κάτι τέτοιο, όμως, ούτε ενδιαφέρον θα είχε ως αφήγηση, ούτε αληθοφάνεια. Επιπλέον, θέλει να παρουσιάσει και τη δική του άποψη ως συγγραφέας, τουλάχιστον δευτερευόντως.
Ο επιχειρηματίας (Νίκος το όνομά του) εξηγεί ότι χρεοκόπησε εξαιτίας των υψηλών μισθών τού προσωπικού και των εργατικών διεκδικήσεων που μια αριστερή κυβέρνηση στηρίζει, αλλά η χαριστική βολή υπήρξε το ότι τού έβαλαν ένα υπέρογκο πρόστιμο για φορολογικές παραβάσεις· ότι εν συνεχεία, ενώ του είχε εγκριθεί η λήψη δανείου για την επιβίωση της επιχείρησης, και αυτό το σχέδιο ναυάγησε εξαιτίας των capital controls. Στον μονόλογό του καταφέρεται εναντίον της κυβέρνησης για τους υψηλούς μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, τα ωράρια κλπ., που κάνουν τους μισθοδοτούμενους του ιδιωτικού τομέα να έχουν παρόμοιες απαιτήσεις.
Στον μονόλογο αυτό δεν υπάρχει ούτε από το μέρος τού επιχειρηματία, ούτε από το μέρος τού φίλου του αναφορά, στο ότι και οι ιδιωτικοί υπάλληλοι και εργάτες πρέπει να ζουν σε ανθρώπινες συνθήκες· δεν υπάρχει αναφορά ότι εκείνοι οι οποίοι είχαν σπίτια, αυτοκίνητα, κότερα, καταθέσεις στο εσωτερικό, και κάποτε καταθέσεις και σπίτια στο εξωτερικό ήταν πάντα οι επιχειρηματίες και ποτέ οι εργάτες και οι υπάλληλοί τους. Ο Χριστόπουλος θέλει να αφήσει τον χρεοκοπημένο επιχειρηματία να μιλήσει, να παρουσιάσει τα γεγονότα της κρίσης από τη δική του σκοπιά. Θέλει εν ολίγοις «να μπει στο πετσί» του επιχειρηματία και να «μιλήσει» με τη φωνή εκείνου.
Αυτό είναι ρεαλισμός: δεν αφήνεις την ιδεολογία σου να καθορίζει την όραση της αναπαράστασης, αλλά «φωτογραφίζεις αντικειμενικά την εξωτερική πραγματικότητα». (Εννοείται ότι η «φωτογραφία» είναι πλασματική αναπαράσταση και όχι αναπαράσταση μιας ήδη υπάρχουσας πραγματικότητας.) Η φωνή τού αφηγητή-συγγραφέα παρεμβαίνει διακριτικά: αυτός πίνει τσάι, ο επιχειρηματίας —αν και χρεοκοπημένος και άνεργος— ουίσκι. Η φωνή αυτή επανέρχεται στο τέλος με την παράγραφο-κατακλείδα τού διηγήματος, που αξίζει να παραθέσω:
«Πλήρωσα το τσάι μου κι έφυγα με ένα ασήκωτο βάρος στο στήθος. Δεν ήθελα να ακούσω άλλο και δεν με ενδιέφερε η κατάληξη της συζήτησης. Δεν ήξερα αν ένιωθα έτσι από τον κυνισμό και την απελπισία τού Νίκου. Ή μήπως από τις ενοχές μου; Έπαιρνα μια ικανοποιητική σύνταξη. Και πια, χωρίς το άγχος και τα ρίσκα της δουλειάς, μπορούσα να ζω αξιοπρεπώς.»
Αυτό μόνο ένας ρεαλιστής συγγραφέας θα το έκανε: η ιδεολογία τού συγγραφέα-αφηγητή είναι διαμετρικά αντίθετη προς την ιδεολογία τού επιχειρηματία. Και όμως τον συμπονά ως άνθρωπος, ενώ συγχρόνως απορρίπτει τον κυνισμό του. Και το χειρότερο: μπορεί να έρθει στη θέση του και να διαπιστώσει την ορθότητα κάποιων από τα επιχειρήματά του. Και κυρίως να δει πού βρίσκεται εκείνος και πού βρίσκεται αυτός. Εάν εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με «πολυφωνική» αφήγηση αλά Ντοστογιέβσκι, έχουμε να κάνουμε με «ρεαλιστικό ανθρωπισμό».

Ο Χριστόπουλος αναπαριστά όλες τις δυνατές περιπτώσεις ανατροπής της τύχης λόγω της οικονομικής κρίσης. Αναδεικνύει τις επιπτώσεις της πολυετούς ανεργίας. Περιγράφει τις επιπτώσεις της στον ψυχισμό, στη σκέψη των χαρακτήρων του. Καταγράφει τις ελάχιστες πιθανότητες εξόδου από την κρίση που οι ήρωές του έχουν· κυρίως αναπαριστά την απελπισία τους, το αδιέξοδο. Ο στόχος μιας τέτοιας πεζογραφίας είναι να συγ-κινήσει τους αναγνώστες, να τους κάνει να συνειδητοποιήσουν τι βιώνουν οι άνεργοι, οι ανήμποροι, να τους κάνει να ταυτιστούν με εκείνους· επιπλέον, να παρακινήσει τους αναγνώστες όχι μόνο να σκεφτούν με μεγαλύτερη ευαισθησία το τί συμβαίνει γύρω τους, αλλά και να ενεργήσουν, τουλάχιστον όσοι από αυτούς είναι σε θέση να κάνουν κάτι, μικρό ή μεγάλο.

Το κείμενο γράφτηκε για την παρουσίαση του βιβλίου που έγινε στο βιβλιοπωλείο ΠΟΛΥΕΔΡΟ της Πάτρας την 25η Ιουνίου 2019

ΓΙΑΤΙ ΣΕ ΜΕΝΑ; ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΠΟΛΥΕΔΡΟΥ την Τρίτη 25 Ιουνίου, 8 30 μμ

 

 

Μετά την αναβολή της παρουσίασης (την Τρίτη 11 Ιουνίου),  το βιβλίο  παρουσιάζεται  την  Τρίτη 25 Ιουνίου, 8 30 μμ. στον ίδιο χώρο (Πολύεδρο) και με τους ίδιους ομιλητές.

 

Πώς αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες όσοι  έχουν πληγεί από την κρίση; Ο άνεργος, ο άστεγος, ο  μετανάστης, ο χρεωμένος  επαγγελματίας, ο ανάπηρος, ο ηλικιωμένος, ο μοναχικός, ο ανέραστος; Αλλά και οι απογοητευμένοι από την «πρώτη φορά αριστερά»; Τι τρόπους μηχανεύονται για να αντισταθούν, να αποδράσουν, να επιβιώσουν και τι δικαιολογίες εφευρίσκουν όταν υποκύπτουν;

Στα 32 διηγήματα ο συγγραφέας  επιδιώκει να αποτυπώσει τα αθέατα αντανακλαστικά μιας κοινωνίας σε κρίση. Καταστάσεις και κυρίως πρόσωπα, θύματα και θύτες.

 

Από τη συλλογή των 32 διηγημάτων αναρτώ δύο:

1. ΠΩΣ ΝΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕΙ   

(Το διήγημα  γράφτηκε για τους μαθητές Β1, Β2, Γ1, Γ2 του Πειραματικού Γυμνασίου Καστριτσίου στα πλαίσια λογοτεχνικού εργαστηρίου. Διαβάστηκε από το συγγραφέα στις 27/4/2015.   Το εργαστήρι οργάνωσαν οι  φιλόλογοι  Μαίρη Σιδηρά, Αγγελική Αργυρίου και Κατερίνα Πλακούδα.) 

 

Το μεσημέρι της Μεγάλης Δευτέρας περίμενε από τη
Θεσσαλονίκη τον Θέμη, τον δεκατριάχρονο γιο του.

Τη νύχτα της Κυριακής των Βαΐων κοιμήθηκε στον ξενώνα
φιλοξενίας. Δικαιούται να κοιμάται εκεί μια φορά
τον μήνα, και είχε κανονίσει να κοιμηθεί την παραμονή
της συνάντησής τους. Το πρωί έκανε μπάνιo – είχε να
πλυθεί είκοσι μέρες – και έβγαλε από τον σάκο του τα
πιο καθαρά του ρούχα. Ήπιε καφέ και πήρε πρωινό στην
τραπεζαρία.

Κατά τις έντεκα, χωρίς τον σάκο του, βγήκε από τον
ξενώνα. Κάτω από έναν ζεστό απριλιάτικο ήλιο ξεκίνησε
με τα πόδια για τον σταθμό των ΚΤΕΛ. Είχε αρκετό χρόνο
μέχρι την άφιξη του γιου του και περπατούσε αργά. Ήταν
ευκαιρία να σκεφτεί, να επανεκτιμήσει τις αποφάσεις του
και τις συνέπειές τους.

Η καμπάνα κάποιας κοντινής εκκλησίας του θυμίζει
συνέχεια πως βρισκόμαστε στη Μεγάλη Εβδομάδα. Τα
περισσότερα καταστήματα είναι φωτισμένα και, παρά  την κρίση,

η κίνηση δείχνει να έχει ζωηρέψει. Μια μητέρα
σέρνει από το χέρι δύο δεκάχρονα, μάλλον τρέχει να τους
ψωνίσει. Ένας νεαρός πατέρας με μια μπάλα στο ένα
χέρι κρατά με το άλλο τον πεντάχρονο γιο του. Βαδίζουν
γελώντας και κουβεντιάζοντας. Μάλλον πηγαίνουν στην
παιδική χαρά. Μια τσιγγάνα με ένα μωρό στην αγκαλιά
τον παίρνει από πίσω, κάτι του μουρμουρίζει. Ούτε που
την ακούει.

Πάντα οι μέρες αυτές του φέρνουν μια μελαγχολία.
Αυτό το πρωινό όμως αισθάνεται κάτι πολύ παραπάνω

– αισθάνεται καταραμένος. Μπαίνει στον τρίτο χρόνο
της ανεργίας και, αντί να το έχει συνηθίσει, το βάρος στο
στήθος του μεγαλώνει σταθερά, όπως σταθερά μεγαλώνει
και ο γιος του.
Ντρέπεται να δει τη μάνα του και έχει ξεκόψει από το
πατρικό. Ο πατέρας του έχει πεθάνει – ευτυχώς, να μη
δει την κατάντια του. Ξέκοψε και από κάτι θειάδες. Στην
πρώην γυναίκα του, που με τον νέο της σύζυγο και τον
Θέμη μένουν στη Θεσσαλονίκη, έχει δύο χρόνια να στείλει
διατροφή για τον γιο του, όπως έχει αποφασίσει το
δικαστήριο. Ευτυχώς, η πρώην το πήρε απόφαση και δεν
τον ενοχλεί πια. Από τον γιο του όμως πώς να ξεκόψει;

Συνεχίζει με κάποια σοφίσματα να τον βλέπει τρεις
φορές τον χρόνο· κάποια πενθήμερα, Πάσχα και Χριστούγεννα,
και ένα δεκαήμερο το καλοκαίρι, σύνολο δηλαδή
είκοσι μέρες. Τα προηγούμενα Χριστούγεννα για να
τον φιλοξενήσει είχε στήσει ολόκληρο θέατρο. Ζήτησε τη

Ζωγραφική:  Κατερίνα Χριστοπούλου

βοήθεια μιας παλιάς του φίλης. Έκαναν το ζευγάρι, και
η καλή φίλη πρόσφερε φιλοξενία και στους δύο. Αυτή τη
φορά όμως, όσο κι αν προσπάθησε, δεν μπόρεσε να βρει
μια λύση. Λες και οι φίλοι και οι φίλες έχουν εξαφανιστεί,
λες και η μάνα του έχει κι αυτή πεθάνει. Όλα είναι στη
θέση τους και όλοι δηλώνουν πρόθυμοι να βάλουν ένα χεράκι,
αλλά αυτός δεν θέλει βοήθεια από κανέναν. Το μόνο
που θέλει είναι να εξαφανιστεί.

Τις τελευταίες μέρες αυτό ακριβώς το ζήτημα τον απασχολεί:
πώς να εξαφανιστεί από τη ζωή του γιου του.

Όσο κι αν του είναι δύσκολο, πρέπει να βρει έναν τρόπο
να καταφέρει να θέσει το σχέδιό του σε εφαρμογή.
Και ο Θέμης πρέπει να το πάρει απόφαση ότι δεν έχει
πατέρα. Αυτό μάλιστα πρέπει να γίνει άμεσα, πριν συμβεί
το μοιραίο, πριν δηλαδή το παιδί καταλάβει τι συμβαίνει.
Πιστεύει πως έτσι θα μπορέσει να απαλλαγεί από την
ντροπή που νιώθει απέναντι στον γιο του. Και πως τότε
το βάρος στο στήθος θα μειωθεί.

Αν βέβαια κάποτε τα πράγματα αλλάξουν, τότε θα εμφανιστεί
και πάλι. Αλλά τότε δεν θα είναι άνεργος και
άστεγος.

Είχε σκεφτεί να του πει ψέματα, ότι θα έφευγε για
Κρήτη, ότι δήθεν βρήκε εκεί κάποια δουλειά. Ίσως στην
Κρήτη με τα πολλά τουριστικά κυκλώματα, αν αποφάσιζε
να πάει, θα μπορούσε να επιβιώσει. Φοβάται όμως πως ο
Θέμης θα του ζητήσει το καλοκαίρι να τον επισκεφθεί και
να κάνουν μαζί διακοπές. Τελικά κατέληξε να του πει πως

θα πάει στη Γερμανία. Να δουλέψει για δύο τρία χρόνια,
που μπορεί να γίνουν και πέντε. Θα του υποσχεθεί πως
θα του τηλεφωνεί όσο πιο συχνά γίνεται. Μόνο που θα
πρέπει να του τηλεφωνεί από σταθερό ή κινητό με απόκρυψη,
να μην καταλάβει το παιδί ότι ο πατέρας του βρίσκεται
στην Ελλάδα.

Κι όλα αυτά πρέπει να του τα πει ψύχραιμα και πειστικά.
Χωρίς η φωνή του να σπάσει.

Περπατά με αργό βήμα προς τον σταθμό των ΚΤΕΛ
χωρίς να βιάζεται. Ο Θέμης θα φτάσει κατά τις δύο. Έρχεται
να μείνει μαζί του μέχρι το Μεγάλο Σάββατο και
να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη να κάνει Πάσχα με τη
μάνα του. Παρά τους φόβους και τις αμφιβολίες του, το
έχει αποφασίσει. Θα του ανακοινώσει πως το ίδιο βράδυ
θα φύγει ξαφνικά για τη Γερμανία. Θα του πει πως έλαβε
μια επείγουσα πρόσκληση που δεν σηκώνει αναβολή.
Θα του δικαιολογηθεί πως δεν τον ενημέρωσε γιατί είχε
μεγάλη ανάγκη να βρεθούνε, έστω και για μερικές ώρες.
Τον έχει πονέσει, θα του πει. Και αργά το απόγευμα θα
τον βάλει πάλι στο λεωφορείο για το ταξίδι της επιστροφής.
Ελπίζει μόνο ο Θέμης να έχει μαζί του λίγα χρήματα.

Όταν είδε τον γιο του να κατεβαίνει από το λεωφορείο
η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά. Αυτό το παλικάρι
ήταν μόνο δεκατριών χρονών; Μοιάζει πραγματικό
αντράκι.

Αγκαλιάστηκαν ζεστά. Φορτώθηκε το σακίδιο του γιου
του και, κάτω από τον ήλιο που έκαιγε σαν να ήταν καλοκαίρι,
άρχισαν να περπατούν προς το καφενείο του σταθμού.
Κάτω από τη μεγάλη λεύκα είχε εντοπίσει κάποια
τραπεζάκια άδεια. Μακριά από τους λιγοστούς θαμώνες,
να είναι μόνοι τους. Έπιασε τον γιο του από το χέρι να
τον οδηγήσει σε ένα μοναχικό τραπέζι ενώ σκεφτόταν
πώς να ξεκινήσει το παραμύθι του.

Ξαφνικά ο Θέμης τού έσφιξε το χέρι και τον υποχρέωσε
να σταματήσει.

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

– Πατέρα, δεν χρειάζεται να κρύβεσαι, του είπε με
σταθερή φωνή.
– Τι εννοείς; ρώτησε ανήσυχος.
– Ξέρω τις δυσκολίες σου και σου προτείνω να ανέβουμε
μαζί στη Θεσσαλονίκη.
– Να κάνουμε τι;
– Μένω μόνος στο υπόγειο του διώροφου. Το έχω όλο
για πάρτη μου. Θα μένουμε μαζί. Θα με βοηθάς στα μαθήματα.
Θα φροντίζεις και τον κήπο. Μπορείς, αν θέλεις,
να κάνεις και κάποια μεροκάματα στη γειτονιά. Μέχρι να
βρεις κάτι καλύτερο. Τι λες; Το έχω συζητήσει με τη μαμά
και τον άντρα της. Δεν έχουν αντίρρηση.
Αμίλητος και ταραγμένος, με τα βήματά του να τρέμουν,
κατάφερε να οδηγήσει τον γιο του στο μοναχικό
τραπεζάκι. Κάθισαν, και, όταν συνήλθε, άρχισε να σκέφτεται
την πρότασή του. Έπρεπε να ξεκινήσει τη ζωή του
από την αρχή και να τη στήσει πάνω στην αλήθεια. Πάνω

στις επιλογές που είχε. Και ο Θέμης του πρόσφερε μία
σίγουρη επιλογή.

Κάτω από τον ίσκιο της λεύκας για πρώτη φορά συζήτησαν
όχι σαν πατέρας με γιο, αλλά σαν δυο άντρες.
Ύστερα από λίγο τα συμφώνησαν. Να βαδίσουν μαζί τον
ίδιο δρόμο για όσο χρειαστεί.

Το απόγευμα πήγαν μαζί στο κέντρο φιλοξενίας και
πήρε τον σάκο του. Μετά μπήκαν στο λεωφορείο για
Θεσσαλονίκη. Ευτυχώς, ο Θέμης είχε χρήματα και για τα
δύο εισιτήρια.

 

2. Οι ΠΙΛΟΤΟΦΥΛΑΚΕΣ ΤΗΣ ΕΣΠΕΡΙΑΣ

(Το διήγημα  σε μια πρώτη μορφή περιέχεται στο συλλογικό Έλα στη θέση μου, 20 διηγήματα για την αλληλεγγύη,  εκδόσεις Ταξιδευτής, 2015 και Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης Αγίας Παρασκευής. Η  παρούσα μορφή του  έχει διαμορφωθεί  από το συγγραφέα και επιμεληθεί από τον εκδότη

Όταν το απόγευμα της Κυριακής, 16ης Νοέμβρη,
στην Εσπερία ξεκίνησε η βροχή, οι πρόσφυγες του καταυλισμού
αναστατώθηκαν. Πριν από δεκαπέντε μέρες
το ρέμα του Γύφτου ή Διακονιάρη είχε πάλι φουσκώσει.
Φραγμένο από κλαδιά, σκουπίδια και ξύλα παρασυρμένα
από τις γύρω οικοδομές έσπασε το μικρό ανάχωμα. Τα
νερά υπερχείλισαν και γρήγορα ο καταυλισμός έγινε μια
μικρή λίμνη. Για μέρες οι περισσότερες από τις διακόσιες
καλύβες που ήταν στημένες κάτω από τα μεγάλα δέντρα
του πάρκου ήταν ακατοίκητες. Για να τις πλησιάσουν
έπρεπε να βραχούν μέχρι το γόνατο.

Έτσι, με τις πρώτες ψιχάλες της Κυριακής άρχισαν να
ελέγχουν τις πρόχειρες καλύβες τους και το χαμηλό ανάχωμα.
Κυρίως ανησύχησαν αυτοί που είχαν στήσει καλύβες
δίπλα στο ρέμα.

Η Μετεωρολογική Υπηρεσία είχε από μέρες προβλέψει
πως τη νύχτα της 16ης προς τη 17η Νοέμβρη ισχυρές
καταιγίδες θα πλήξουν τη Δυτική Ελλάδα. Μόνο που οι
πρόσφυγες δεν παρακολουθούν τα δελτία καιρού.
Οι κάτοικοι, όμως, των πολυκατοικιών γύρω από τον
καταυλισμό ήταν από μέρες ενημερωμένοι. Και είχαν
αναστατωθεί. Κυρίως αυτοί που κατοικούν στις νέες
πολυκατοικίες, με τις πιλοτές. Δεν ξεχνούσαν πως στην
προηγούμενη κακοκαιρία οι πιλοτές τους είχαν μετατραπεί
σε κέντρα προσωρινής διανυκτέρευσης. Αποφάσισαν,
λοιπόν, να κάνουν έκτακτες συνελεύσεις για να δουν πώς
θα περιφρουρήσουν τις πολυκατοικίες τους.

Την Παρασκευή, 14 Νοέμβρη, το απόγευμα, σχεδόν σε
όλες τις πολυκατοικίες της περιοχής έγιναν συνελεύσεις.
Πολλοί πρότειναν να περιφράξουν με κάποια μόνιμη περίφραξη
τις πιλοτές, αλλά η πρόταση σε καμία συνέλευση
δεν πλειοψήφησε. Κάποιοι ισχυρίστηκαν πως με την περίφραξη
θα αλλοιωθεί η αρχιτεκτονική των κτιρίων. Εξάλλου
και ο χρόνος δεν επαρκούσε. Ο βασικός όμως λόγος
ήταν πως η δαπάνη θα ήταν μεγάλη. Και συμφώνησαν
πως δεν είναι σωστό να χαλάσουν τόσα χρήματα μέσα
στην οικονομική κρίση. Έτσι οι συνελεύσεις αποφάσισαν
νυχτερινή περιφρούρηση – σκάντζα βάρδια.
Οι περισσότερες προτίμησαν τις τρεις νυχτερινές βάρδιες:
10-1, 1-4 και 4-7.
Τα ίδια αποφάσισαν και άλλες πολυκατοικίες, που δεν
είχαν πιλοτή, αλλά διέθεταν μεγάλα στέγαστρα και κάποιες
στεγασμένες εσοχές.

Ο Βαγγέλης Κολύρος σκεφτόταν από χρόνια να αγοράσει
ένα διαμέρισμα σε πολυκατοικία με πιλοτή στην
περιοχή. Όταν απέκτησε το διαμέρισμα, ποιος να το φανταζόταν
ότι σύντομα θα υποχρεωνόταν να πληρώσει ένα τέτοιο
τίμημα: τις νύχτες του χειμώνα να μένει ξάγρυπνος
φύλακας της παγωμένης πιλοτής. Πολλές φορές το είχε
σκεφτεί: στάθηκε άτυχος στην αγορά του. Γιατί τον επόμενο
κιόλας χρόνο μετά την αγορά οι Αφγανοί είχαν αρχίσει
να συγκεντρώνονται στην Εσπερία και στο λιμάνι της.
Και η μεγάλη ζημιά έγινε όταν έστησαν τον καταυλισμό
τους. Μέχρι να συνηθίσει τη νέα κατάσταση, βασανίστηκε
πολύ από την άτυχη επιλογή του. Τόσο μεγάλη πόλη,
τόσα προάστια και εξοχές, και αυτός πήγε και διάλεξε την
περιοχή του Γύφτου. Γαμώ την ατυχία μου.

Για εκείνη τη νύχτα της Κυριακής προς Δευτέρα, με
απόφαση της συνέλευσης, είναι ένας από τους τρεις
άγρυπνους φρουρούς της. Ένας πιλοτοφύλακας στην πιο
σκληρή βάρδια: 4-7 στην άγρια νύχτα.
Μέχρι τις τέσσερις, που άρχιζε η βάρδια του, δεν μπόρεσε
να κλείσει μάτι. Τριγύριζε μέσα στο σπίτι σαν δαιμονισμένος.
Έπινε καφέδες να κρατηθεί και φρόντιζε τον
εξοπλισμό του: χοντρά ρούχα, διπλό μάλλινο σκουφί, δερμάτινα
γάντια, δυνατός φακός, ένα θερμός με καφέ, ένα
χορταστικό σάντουιτς, δύο πακέτα τσιγάρα, αναπτήρας
θυέλλης κι ένα χοντρό σκουπόξυλο, να το ’χει δίπλα του
για κάθε ενδεχόμενο. Κατά τις τέσσερις παρά, κατέβηκε
και παρέλαβε από τον προηγούμενο, που είχε φυλάξει το
νούμερο 1-4.

Το κύμα κακοκαιρίας είχε ξεκινήσει. Φυσούσε δαιμονισμένα,
ακούγονταν μπουμπουνητά, αστραπές αυλάκωναν
τον ουρανό και έπεφτε δυνατή βροχή. Η θερμοκρασία κατέβαινε
συνεχώς, και στα ψηλά σίγουρα είχε αρχίσει να
πέφτει χιόνι. Η πρώτη του φροντίδα ήταν να ανάψει όλα
τα φώτα και να κάνει έναν εξονυχιστικό έλεγχο.
Μετά την επιθεώρηση διάλεξε ένα ακρινό πεζούλι, απ’
όπου μπορούσε να ελέγχει την κατάσταση, και το έκανε
παρατηρητήριο. Κάθισε, με τα μάτια πάντα καρφωμένα
πάνω στους σκούρους όγκους των ψηλών δέντρων. Το
μυαλό του δούλευε πυρετωδώς.

Καλή η πιλοτή, αλλά θέλει θυσίες, σκεφτόταν. Παίζουν
τα παιδιά, καθόμαστε κι εμείς στα πεζούλια της το καλοκαίρι
και λέμε καμιά κουβέντα. Αλλά η πιλοτή κάνει την
πολυκατοικία γυναίκα με ανοιχτά φουστάνια. O καθένας
θέλει να χωθεί μέσα στα φουστάνια της, μέσα στα γυμνά
της μπούτια.

Η σκέψη αυτή τον γέμισε με οργή. Κοίταξε προς την
πλευρά του καταυλισμού. Μέσα στην άγρια νύχτα, οι σκιές
των ψηλών δέντρων φάνταζαν σαν πελώριοι γίγαντες
σε έναν ουρανό που κάθε τόσο φωτιζόταν από τις λάμψεις
των αστραπόβροντων. Ο δυνατός αέρας τους κινούσε
σαν να τους έσπρωχνε απειλητικά προς το μέρος του.
Τα βογκητά του ανέμου ήταν οι φοβερές κραυγές τους.

Ο Βαγγέλης ήταν σίγουρος πως ο άνεμος και η βροχή
σκέπαζαν τις συνομιλίες και τα σχέδια των μεταναστών.
Ήταν σίγουρος πως αυτή την ώρα συνωμοτούσαν εναντίον
της πολυκατοικίας του. Μια ανησυχία τον κατέλαβε
και ενστικτωδώς έκανε τον σταυρό του. Άνοιξε το θερμός,
ήπιε μια γουλιά καφέ, άναψε ένα ακόμη τσιγάρο. Κάτι
από τα τρία – σταυρός, καφές, τσιγάρο – ή και τα τρία
κατάλαβε να τον οπλίζουν με δύναμη. Ένιωσε αποφασισμένος
να εκπληρώσει με επιτυχία τη νυχτερινή αποστολή του.

Ταυτόχρονα με ένα ερωτικό σκίρτημα σκέφτηκε τη γυναίκα
του, καθηγήτρια σε γυμνάσιο. Κοιμόταν μόνη στο
ζεστό τους κρεβάτι. Ασφαλή ήταν και τα δύο αγόρια τους,
δέκα και δώδεκα χρόνων, χωμένα κι αυτά στα ζεστά τους
παπλώματα.

Ευτυχώς, η Δευτέρα, 17 Νοέμβρη, είναι σχολική αργία,
και οι τρεις τους δεν θα σηκωθούν πρωί. Θα χορτάσουν,
τουλάχιστον αυτοί, ύπνο, σκέφτηκε με τρυφερότητα.
Αναγνώρισε πως με τη νυχτερινή προετοιμασία του
τους είχε κρατήσει ξάγρυπνους.
Αυτές τις μέρες η οικογένεια φιλοξενούσε την πεθερά
του, την κυρα-Κατερίνα, από τη Λευκάδα. Όταν το απόγευμα
η κυρα-Κατερίνα άκουσε την απόφαση της συνέλευσης
έδειξε ανήσυχη. Όλο κάτι μουρμούριζε, αλλά δεν
τολμούσε να το πει μπροστά του. Την άκουσε, όμως, που
κάτι ψιθύριζε στην κόρη της.
– Άμα βρέξει, είναι κρίμα από τον Θεό να μουσκεύουν
μέσα στο κρύο, έπιασε το αυτί του.
Ο Βαγγέλης την κοίταξε αγριεμένος, αλλά δεν έδωσε
συνέχεια. Τώρα που το σκέφτεται θυμώνει:
– Αυτό έλειπε, να κάνουμε την πιλοτή ξενοδοχείο,
μουρμούρισε. Ήρθε από την Εγκλουβή να μας βάλει νόμους,
η χωριάτα, που ακόμα δεν έχει βγάλει τη λευκαδίτικη
φουστάνα της.

Σηκώθηκε από την πεζούλα του και άρχισε να περπατάει
πίνοντας μικρές γουλιές καφέ και καπνίζοντας.
Όταν διέκρινε κάποιους σκούρους όγκους να πλησιάζουν
αλαφιάστηκε. Αυτόματα σηκώθηκε από το πεζούλι
που είχε κάνει παρατηρητήριο. Πήρε στα χέρια το χοντρό
σκουπόξυλο που είχε ακουμπήσει στον τοίχο. Με
τα πόδια ανοιχτά στάθηκε όρθιος κάτω από ένα φως, να
τον βλέπουν. Τρεις νεαροί πρόσφυγες, με βήματα αργά
και φοβισμένα, πλησίαζαν. Ήταν μουσκεμένοι, παρά τα
αυτοσχέδια αδιάβροχα που φορούσαν. Στάθηκαν αρκετά
μακριά του και με νοήματα ζήτησαν την άδειά του να
πλησιάσουν στον χώρο της πιλοτής.
– Μακριά από δω, μην πλησιάζετε, φώναξε ο Βαγγέλης.

Οι τρεις μουσκεμένοι στάθηκαν ακίνητοι. Σκυφτοί, να
μην τους πάρει ο αέρας, που ανέμιζε τα πρόχειρα νάιλον
που είχαν για αδιάβροχα. Έδειξαν μια άκρη της πιλοτής.
Μετά σήκωσαν τα χέρια τους προς τον ουρανό. Προσπαθούσαν
να του εξηγήσουν με νοήματα πως θα έμεναν
μόνο όσο κρατούσε η βροχή.
– Είπαμε όχι, βόγκηξε ο Βαγγέλης προβάλλοντας το
σκουπόξυλο απειλητικά.

Κρατούσε, όμως, και μια πισινή, γιατί καταλάβαινε
πως οι Αφγανοί ήταν τρεις κι αυτός μόνος του.
Οι τρεις νεαροί κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, έκαναν
στροφή και χάθηκαν μέσα στη βροχή και στο σκοτάδι.
Οι σκιές τους εξαφανίστηκαν, αλλά τη θέση τους κατέλαβαν
άλλες απειλητικές σκιές. Κορμοί δέντρων, θάμνοι,
και αυτά τα ψηλά δέντρα του καταυλισμού. Οι αστραπές
σταμάτησαν, αλλά τα δέντρα συνέχιζαν να σείονται απειλητικά
στο φόντο ενός ουρανού που φωτιζόταν χλομά
από τα φώτα της πόλης. Ο Βαγγέλης ανήσυχος κάθισε
στο πεζούλι βαριανασαίνοντας.

 

 

 

 

 

Από τη διπλανή πολυκατοικία ακούγονταν παρόμοιες
μονολεκτικές κραυγές. Και από την πάρα πέρα το ίδιο.
Έκανε σήματα με τον φακό του, και κάποιοι φακοί απάντησαν
από μακριά. Όλα έδειχναν πως η μάχη δίνεται
παντού. Πως όλοι οι πιλοτοφύλακες είναι στη θέση τους.
Άναψε πάλι τσιγάρο και στράγγιξε το θερμός στο στόμα
του. Τέντωσε τα χέρια του, χτύπησε τα παγωμένα πόδια
του στο δάπεδο και κραύγασε:
– Πιλοτή είναι, δεν είναι μπουρδέλο, να κοιτάτε πώς
θα μπείτε. Η πιλοτή δεν είναι καμιά ξεβράκωτη.
Η κυρα-Κατερίνα είχε αντιληφθεί τι συνέβαινε και διαφωνούσε
με αυτή τη μανία της γειτονιάς. Δεν μπορούσε
να καταλάβει γιατί δεν άφηναν τους πρόσφυγες να απαγκιάσουν
στις πιλοτές. Λες και οι πρόσφυγες θα έμπαιναν
μέσα στα σπίτια και θα υποχρέωναν τους νοικοκυραίους
να τους στρώσουν τραπέζι και κρεβάτι.
Κάποια στιγμή μάλιστα, που ο γαμπρός της ήταν κλεισμένος
στην τουαλέτα, το είπε στην κόρη της:
– Άμα βρέξει, είναι κρίμα από τον Θεό να μουσκεύουν
μέσα στο κρύο. Θα πουντιάσουν.
Η κόρη της κούνησε τους ώμους και είπε αδιάφορα:
– Ας κάθονταν στον τόπο τους και στα σπίτια τους,
μάνα. Δεν τους καλέσαμε.
– Κόρη μου, πρόσφυγας δεν γίνεσαι επειδή το θέλεις.
Να εύχεσαι μόνο να μη μας τύχει, μονολόγησε η κυρα-
Κατερίνα. Περισσότερο μιλούσε στον εαυτό της και λιγότερο
στην κόρη της.

Κατά τις πέντε το πρωί, ενώ η καταιγίδα μαινόταν,
η κυρα-Κατερίνα κατέβηκε στην πιλοτή. Κρατούσε μια
μάλλινη κουβέρτα στο ένα χέρι κι έναν δίσκο στο άλλο.
Πάνω στον δίσκο είχε δύο μεγάλες κούπες καυτό τσάι
που άχνιζε. Φορούσε τη λευκαδίτικη φουστάνα της, το
πανωφόρι της και από πάνω είχε ρίξει μια άλλη μάλλινη
κουβέρτα. Βρήκε τον γαμπρό της να κάθεται στο ακρινό
πεζούλι και να κοιτάζει προς την πλευρά του καταυλισμού.
– Σου έφερα τσάι και μια κουβέρτα να τυλιχτείς, είπε
και του έδωσε το ρούχο και τη μία κούπα.
– Πιλοτοφύλακας κι εσύ, γριά, της είπε με φωνή μπερδεμένη.
Φαινόταν νυσταγμένος και κουρασμένος.
Άρπαξε αμίλητος την κούπα και την κουβέρτα και τραβήχτηκε
στο βάθος, σε ένα άλλο προστατευμένο πεζούλι.
Σκέπασε τα πόδια του με την κουβέρτα και άρχισε με μικρές
γουλιές να πίνει το καυτό τσάι. Μόλις το τέλειωσε,
ακούμπησε το κεφάλι πίσω στον τοίχο προσπαθώντας να
κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά.
– Κοιμήσου λίγο, θα μείνω εγώ στο πόδι σου, του είπε
η γυναίκα.
– Εσύ; Θα τα καταφέρεις; απόρησε ο Βαγγέλης.
– Μην ανησυχείς. Εδώ θα ’μαι να πίνω το τσάι μου….
-Αν δω κάτι, θα σου φωνάξω, τον καθησύχασε.

Ο Βαγγέλης την κοίταξε καχύποπτα. Η κούραση όμως
τον νίκησε. Τύλιξε καλά τη μάλλινη κουβέρτα γύρω από
το κορμί του, σταθεροποίησε το κεφάλι του κι έκλεισε τα
μάτια του. Η καταιγίδα δεν έλεγε να κοπάσει. Αέρας και βροχή
συνέχιζαν με την ίδια ένταση.

Η κυρα-Κατερίνα κάθισε στο ακρινό πεζούλι. Ακούμπησε
δίπλα της το τσάι και τύλιξε με την κουβέρτα τα
πόδια της. Με τα μάτια στραμμένα προς τον καταυλισμό
προσπαθούσε να μαντέψει τι γίνεται μέσα στο σκοτάδι.
– Άγρια βροχή, αλλά τη δουλειά της την κάνει. Χρήσιμη
για την εποχή. Από αυτές που στο νησί τις θεωρούμε
ευλογία Θεού. Αλλά εδώ είναι κατάρα. Μουσκεύει άστεγους
και απροστάτευτους. Κάνει τους ανθρώπους σκληρούς
και αφιλόξενους, μονολόγησε.

Kοίταξε τους χαμηλούς θάμνους και μετά τα ψηλά δέντρα
προς την πλευρά του καταυλισμού. Έγερναν από τη
δύναμη του αέρα και τα κλαδιά τους συστρέφονταν απότομα,
με φόντο τη βροχή που λαμπύριζε από τον αμυδρό
δημοτικό φωτισμό του διπλανού δρόμου. Ανησύχησε, γιατί
κάτω από τα δέντρα καταλάβαινε πως υπήρχαν άνθρωποι.
Νέα παιδιά, μόνα, χωρίς μάνα να τα νοιαστεί, απροστάτευτα.
Τα ένιωθε που προσπαθούσαν να κολλήσουν
στους κορμούς των μεγάλων δέντρων, να προστατευτούν.
Νόμιζε πως άκουγε τις χαμηλόφωνες κουβέντες τους,
πως έβλεπε τα μαλλιά και τα πρόσωπά τους να στάζουν
από το νερό της βροχής. Τα φανταζόταν να σκύβουν δύο
δύο, τρία τρία, κάτω από κάτι νάιλον και κουβέρτες.

Ξαφνικά διέκρινε μέσα στο σκοτάδι έναν μικρό όγκο
να κινείται αργά προς το μέρος της. Αμέσως κατάλαβε.
Ήταν ένα παιδί, γύρω στα δεκατέσσερα με δεκαπέντε.
Παρά το πρόχειρο αδιάβροχο που φορούσε, ήταν βρεγμένο
και έτρεμε.

Έριξε μια ματιά στον γαμπρό της. Είχε κλειστά τα
μάτια και ροχάλιζε. Στράφηκε στο παιδί και του έκανε
νόημα να πλησιάσει. Το παιδί πήγε κοντά της τρομαγμένο.
Η γυναίκα έφερε το δάχτυλο στα χείλη της, να του δείξει
πως έπρεπε να κάνει ησυχία. Το παιδί, αμίλητο, πλησίασε
κι άλλο κοντά της. Μετά του έκανε νόημα να γονατίσει.
Το παιδί γονάτισε υπάκουα κοιτάζοντάς τη στα
μάτια. Του ζήτησε να κινηθεί αργά, και το παιδί μπουσουλώντας
πλησίασε κι άλλο. Αποφασιστικά μάζεψε τα πόδια
της και άπλωσε την κουβέρτα της μπροστά. Του έκανε
νόημα να ξαπλώσει. Το παιδί διστακτικά πλησίασε και
ξάπλωσε πάνω στη ζεστή μάλλινη κουβέρτα. Κουλουριάστηκε
τρέμοντας. Η κυρα-Κατερίνα αυτή τη φορά άπλωσε
τα πόδια της και τα πέρασε πάνω από το σώμα του
παιδιού. Το μάτι της έπεσε στην κούπα με το τσάι. Ήταν
ακόμα ζεστό. Του έδωσε με προσοχή την κούπα. Μετά το
κάλυψε με τη φουστάνα της.

Έριξε μία ακόμη ματιά στον γαμπρό  της και έσιαξε καλά τη φουστάνα.

Την έστρωσε με επιμέλεια, προσπαθώντας να καλύψει τελείως το παιδί,
που κουλουριασμένο έπινε το ζεστό τσάι.

 

ΚΙ ΕΣΥ ΕΛΛΗΝΑΣ, ΡΕ; Ένα μυθιστόρημα για τους εθνισμούς και την εθνογένεση στα Βαλκάνια. 6η έκδοση.

 

Ένα μυθιστόρημα για τους εθνισμούς και την εθνογένεση στα Βαλκάνια και στην Ανατολία, στο γύρισμα του 19ου προς τον 20ον αιώνα. Για τους εθνισμούς που μεταλλάχτηκαν σε άγριους εθνικισμούς και οδήγησαν σε εμφύλιους και εθνικούς πολέμους, σε εθνοκαθάρσεις και γενοκτονίες.

Στο Α’ και Β’ μέρος, μέσα από μια πολυπρόσωπη μυθοπλασία, εκτεταμένη χρονικά και γεωγραφικά (Μακεδονία, Ανατολία) αναβιώνουν τα δεινά απλών ανθρώπων από τους αιματηρούς εθνικούς ανταγωνισμούς, αλλά και την καταρρέουσα Οθωμανική αυτοκρατορία . Οι Νεότουρκοι αντιμετωπίζουν κάθε διεκδίκηση με σκληρότητα, όταν μάλιστα σχετίζεται με το μικρό νεοελληνικό κράτος: Γραικοί, Ρωμιοί, Βλάχοι, Αρβανίτες, γίνατε όλοι Έλληνες.

 

Οι χαρακτήρες γίνονται παίγνιο της Ιστορίας και τελικά τα τραγικά θύματά της. Συνθλίβονται από τις πολιτικές των Μεγάλων δυνάμεων, την πολιτική συγκυρία, αλλά και το τυχαίο. Από όλους τους παράγοντες που τελικά κινούν την Ιστορία.
Στο Γ’ μέρος  το χθες συνδέεται με το σήμερα. Ένας Κούρδος «λαθρομετανάστης»,  στην Πάτρα του 2002, αναζητά συγγενείς από την Ανατολία του 1922. Όταν τους συναντά, αντιμετωπίζεται με χλεύη: Κούρδοι, Αλβανοί, Αφγανοί, γίνατε όλοι Έλληνες.

Το μυθιστόρημα Κι εσύ Έλληνας ρε, εκδόθηκε το 2005.
Σήμερα μετά από πέντε συνεχείς ανατυπώσεις, επανεκδίδεται με νέο εξώφυλλο και νέα τιμή.

 

ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ:

Δ. Ρούμπουλα, Εθνος, 4-2-2006
Το τρίτο λογοτεχνικό εγχείρημα του Β. Χριστόπουλου είναι πολύ φιλόδοξο. Καταπιάνεται με μια τεράστια ιστορική περίοσο. Από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τις μέρες μας, παρακολουθώντας απλούς ανθρώπους, τσακισμένους από τους εθνισμούς και τους εθνικισμούς…. Βιβλίο συγκινητικό, με γερή πλοκή και αβίαστη γλώσσα που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη έως το, κάπως μετέωρο, τέλος.

 

Μ. Πράτσικας, Εθνικός Κήρυξ Πατρών, 4-2-2006
Ο Β.Χ. προσφέρει στον αναγνώστη του βιβλίου το μηνυματικό από έναν ίσως δεύτερο Ρήγα Φεραίο. Ο πρώτος ήταν τα Βαλκάνια και το βροντερό θούριο για τα κοινά και αναστάσιμα της ελευθερίας. Ο Ρήγας Φεραίος του Β.Χ. καταγράφει … την δακρυροούσα μνήμη. Όσα δηλαδή κατόρθωσε να περιμαζέψει από την έμπνευση της ευαγγελίζουσας πληροφορίας για τα δεινά των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Μια κατάρα που συνεχίζει να στροβιλίζεται στην εγκληματική σιωπή του παρελθόντος.

 

Σ.Π. Σκαρτσής, Ημέρα Πατρών 10-5-2006
Είναι ένα βιβλίο που μέσα από μια άνετη αφήγηση, δίνει το πανόραμα της διαμόρφωσης των βαλκανικών κρατών και λαών τον τελευταίο αιώνα….
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του βιβλίου, ως τις μικρές λεπτομέρειες της γλώσσας, είναι η ποιότητα του ύφους του.

 

Γ. Ξενάριος, Περιοδικό Διαβαζω, Οκτώβριος 2006
Ο Χριστόπουλος προσπαθεί να ανασυστήσει με χειρουργική ακρίβεια, το χρόνο, το χώρο και τον καθ’ ημέρα βίον ανθρώπων διαφορετικής εθνικότητας και καταγωγής…. Από τις πρώτες σελίδες περνούν οι διάφορες πόλεις, με τις εθνικές επιμειξίες τους, και μέσα απ’ αυτές διυλίζονται και οι ήρωές τους…Δεν λείπουν οι αρετές του παραδοσιακού μυθιστορήματος από το βιβλίο του πατρινού συγγραφέα, η ιστορική έρευνα και τεκμηρίωση είναι πλουσιότατες, οι χαρακτήρες – ιδίως στο πρώτο μέρος- αναδεικνύονται πειστικοί και η πλοκή συμπαγής…

 

http://anagnostria.blogspot.com/2007/

Κλείνω την τελευταία (459η) σελίδα του μυθιστορήματος του Βασίλειου Χριστόπουλου «ΚΙ ΕΣΥ ΈΛΛΗΝΑΣ, ΡΕ;» (Κέδρος 2005), αφού για τρεις συνεχείς ώρες δεν σήκωσα κεφάλι από το τελευταίο του μέρος και για ώρα πολλή δεν μπορώ να κάνω ή να σκεφτώ τίποτε άλλο. Η σκέψη μου ανατρέχει ξανά και ξανά σε χρόνους ταραγμένους, σε πρόσωπα και τόπους, σε γεγονότα ιστορικά που σφράγισαν τη μοίρα του Ελληνισμού αλλά και άλλων λαών (Αρμένιων, Κούρδων, Βούλγαρων, Σέρβων κ.ά.) που ζούσαν στη μεγάλη κάποτε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Θλίψη και καημός, μελαγχολία που επιτείνεται από τη φουρτουνιασμένη πλάι μου θάλασσα του Σεπτέμβρη.

 

http://koulpaspot3.blogspot.com/2009/07/blog-post.html

Το αγόρασα χωρίς να ξέρω το συγγραφέα. Το κάνω τελευταία.. με ιντρίγκαρε ο τίτλος.. διάβασα το οπισθόφυλλο.. διάβασα μερικές σειρές τυχαία εδώ κι εκεί..
Ακολουθεί την ιστορία δύο οικογενειών από το τέλος του προπερασμένου αιώνα ως σήμερα.. για μυθιστόρημα.. είναι πολύ πιο ζωντανό και πιστευτό από την επίσημη ιστορία..

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΘΕΟ, Διηγήματα, Κέδρος, 2009

Ο Πατρινοϊταλός Σπύρος Κροτσέτι το Νοέμβρη του 1945, ένα χρόνο μετά την απελευθέρωση, μαζί με άλλους 3.000 Πατρινοϊταλούς απελαύνεται με την οικογένειά του στην Ιταλία.
Ο Πατρινός έμπορος Κώστας Μιχαλόπουλος το Μάρτη του 1820 ταξιδεύει στην Ευρώπη να ενημερωθεί από τους σοφούς για την υπόθεση του Γένους.
Ο Τσιγγάνος Ασημάκης Μπέλος παίζει ζουρνά στο πανηγύρι του Αϊ Συμιού και ταυτόχρονα αναζητά κουμπάρο μπαλαμό να του βαφτίσει το παιδί.
Ο πολιτικός πρόσφυγας Στέλιος Χαϊκάλης το Νοέμβρη του 1981 επιστρέφει από την Τασκένδη σε μια Ελλάδα που πανηγυρίζει τη σοσιαλιστική αλλαγή.
Ο Αμερικανός Πίτερ Λοστ γεννημένος το 1950, μαθαίνει σε μεγάλη ηλικία ότι είναι υιοθετημένο Πατρινόπουλο των ετών 1950-1955. Ταξιδεύει στην Πάτρα να συναντήσει το αίμα του.
Ο Αρβανίτης κτηνοτρόφος Φώτο Ζήκο στα 1799 εξορίζεται από το Σούλι της Ηπείρου γιατί διαφωνεί με τον πόλεμο. Με την οικογένειά του και το κοπάδι του εγκαθίσταται στο αλβανόφωνο  Σούλι του Βοδιά.

Όλοι με το πάθος αναζήτησης μιας καλύτερης ζωής.  Η ελπίδα που παραμένει ζωντανή, ακόμη κι όταν διαψεύδεται. Τα ανθρώπινα σχέδια και όνειρα.  Πάντοτε μέσα στα όρια της Ιστορίας, που μόνο αυτή γνωρίζει τις κινητήριες δυνάμεις της:  οικονομία, ιδεολογίες, κοινωνικές αντιπαραθέσεις και τη βία που σχεδόν πάντα ακολουθεί.

ΔEN ΘΑ ΗΣΥΧΑΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ, μυθιστόρημα, Κέδρος, 2012

hsixasoumeΤο 2013, στην πόλη Εσπερία της Δυτικής Ελλάδας το υπερκατάστημα παιχνιδιών Ciaobambini τυλίγεται στις φλόγες. Μια μητέρα με το παιδί της και μια νεαρή υπάλληλος απανθρακώνονται. Οι Αρχές θεωρούν ότι οι εμπρηστές είναι πρόσφυγες του παρακείμενου καταυλισμού.
Ο Λαοκράτης Κούκης, συνταξιούχος τοπογράφος, δημοσιογραφεί στην Ημερησία του παλιού του συντρόφου Στέλιου Χαϊκάλη. Κατά προτροπή του Χαϊκάλη ερευνά το ζήτημα της ελλιπούς πυροπροστασίας του κτιρίου αποκαλύπτοντας τις ευθύνες Πυροσβεστικής και Πολεοδομίας.
Διαφθορά διοίκησης, επιχειρηματικά συμφέροντα, Μαφία του λιμανιού, ρατσιστικές και τρομοκρατικές οργανώσεις, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, και μια πρώτη δολοφονία: του διοικητή της Πυροσβεστικής.
Όταν ο Λαοκράτης ανακαλύπτει ότι ο Χαϊκάλης βρίσκεται σε μυστική συμφωνία με την ασφαλιστική NIS Group, που επιδιώκει να μην καταβάλει ασφάλιστρα, κλονίζεται.
Όταν πηγαίνει στην Αστυνομία να καταθέσει τις υποψίες του για μια δεύτερη δολοφονία, κατηγορείται ως ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του διοικητή.
Ένα πολιτικό-υπαρξιακό μυθιστόρημα, ένα ελληνικό αντι-ρομάν νουάρ στη σκληρή εποχή της χρεοκοπίας και της προσφυγιάς. Ταυτόχρονα ένα μυθιστόρημα για τη μνήμη και το ασυνείδητο, γι’ αυτά που σφραγίζουν τις επιλογές στη ζωή ενός άντρα· για τα ιδανικά και το νόημα του κάθε αγώνα.

ΚΙ ΕΣΥ ΕΛΛΗΝΑΣ, ΡΕ; μυθιστόρημα, Κέδρος, 2005

ellinasΈνα ιστορικό μυθιστόρημα με φόντο τους εθνισμούς του 19ου-20ού αι. που φωτίζει αποκαλυπτικά και την εποχή μας. Ένα μυθιστόρημα για τους εθνισμούς και την εθνογένεση στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο, στο γύρισμα του 19ου προς τον 20ό αιώνα. Για τους εθνισμούς που εκδηλώθηκαν ως άγριοι εθνικισμοί και οδήγησαν σε εμφύλιους και εθνικούς πολέμους, σε εθνοκαθάρσεις και γενοκτονίες. Στο Α΄και Β΄μέρος, μέσα από μια πολυπρόσωπη και εκτεταμένη, χρονικά και γεωγραφικά, μυθοπλασία (Μακεδονία και Ανατολία), το μυθιστόρημα αναβιώνει τα δεινά απλών ανθρώπων του μόχθου από τους αιματηρούς εθνικούς ανταγωνισμούς αλλά και την καταρρέουσα Οθωμανική αυτοκρατορία που αντιμετωπίζει με σκληρότητα κάθε διεκδίκηση, όταν μάλιστα σχετίζεται με το μικρό νεοελληνικό κράτος: Γραικοί, Ρωμιοί, Βλάχοι, Αρβανίτες, γίνατε όλοι Έλληνες; Οι χαρακτήρες γίνονται παίγνιο της Ιστορίας και τελικά τα τραγικά θύματά της. Συνθλίβονται από τις πολιτικές των δυνάμεων, την πολιτική συγκυρία αλλά και από το τυχαίο. Από όλους τους παράγοντες που τελικά κινούν την Ιστορία. Η Ιστορία κινείται και λειτουργεί μόνον σε βάρος τους.
Στο Γ΄ μέρος του μυθιστορήματος η μυθοπλασία συνδέει το χτες με το σήμερα. Απόγονοι εκείνων είναι ένας σημερινός απόβλητος των αναπτυγμένων εθνικών κρατών: ένας Κούρδος λαθρομετανάστης που στην Πάτρα του 2002 προσπαθεί να βρει συγγενείς από τον Ανατολία του 1922. Όταν τους συναντά, αντιμετωπίζεται με χλεύη: Κούρδοι, Αλβανοί, Αφγανοί, γίνατε όλοι Έλληνες.

Στο φως της ασετιλίνης

asetiliniΣτην Πάτρα του 1890 ο Μίμης Σαρδούνης, ένας νεαρός ψάλτης και καθηγητής της βυζαντινής μουσικής, εγκαταλείπει την καριέρα του και γίνεται καραγκιοζοπαίχτης. Αν και η συμβολή του στη δημιουργία του Ελληνικού Θεάτρου Σκιών έχει αναγνωριστεί σήμερα, ελάχιστα μάς είναι γνωστά για τη ζωή του, για το περιβάλλον μέσα στο οποίο εργάστηκε και για το τίμημα που, τελικά, πλήρωσε. Στην Ελλάδα, μαζί με τον «εξευρωπαϊσμό» και την «προσκόλληση στη Δύση», έχει επιβληθεί και η δυτική τέχνη. Ολόκληρη η ελληνική παράδοση χαρακτηρίζεται «ανατολική» και εξοβελίζεται. Η εκκλησία, η «καλή κοινωνία» και η οικογένειά του συγκρούονται μαζί του. Ιδιαίτερα σκληρή γίνεται η μητέρα του, που, με απελπισία, βλέπει να διαψεύδονται τα όνειρά της. Ο Σαρδούνης ζει, πια, ανάμεσα στους λαϊκούς ανθρώπους. Παρά τα προβλήματα επικοινωνίας που έχει μαζί τους, αυτός είναι τώρα ο κόσμο του. Αυτοί μόνο τον αποδέχονται. Ο ίδιος «εθίζεται» στον τρόπο ζωής και στις συνήθειές τους.

Ορέστης, ο πατρινός καραγκιοζοπαίχτης Ανέστης Βακάλογλου

orestisΜέσα από τη βιογραφία του Ορέστη, γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο με τον «ζωντανό προφορικό λόγο του», γνωρίζουμε τους μεγάλους καραγκιοζοπαίχτες της Πάτρας της δεκαετίας του 30, την τέχνη του καραγκιόζη στην κατοχή και τον εμφύλιο, τις σκληρές περιοδείες και τους θριάμβους των λαϊκών θεαμάτων της περιόδου 50-70. Ταυτόχρονα, ερχόμαστε σε επαφή με έναν αγνό λαϊκό τεχνίτη που υπηρέτησε με καλλιτεχνική συνέπεια την τέχνη του, αλλά και αγωνιστική συνέπεια τη ζωή του. Κράτησε τις αρχές του, όπως κράτησε και σε δύσκολες εποχές το αντάρτικο όνομά του.
Η ζωή του καραγκιοζοπαίχτη είναι αξεδιάλυτη απ’ τη ζωή του λαϊκού αγωνιστή. Ο Ορέστης μας συγκινεί. Με την γλώσσα του, με το ύφος του, με τον τρόπο που έζησε και υπηρέτησε την τέχνη του.