ΔΙΗΓΗΜΑ : Η μάσκα να καλύπτει σωστά το πρόσωπό σου

Το διήγημα (σε έκδοση 1200 λέξεων) προκρίθηκε στη λογοτεχνική άμιλλα της Πολιτισμικής Συλλογικότητας «ΑΟΡΤΗ» με θέμα «Μάσκα και πρόσωπο» μαζί με άλλα 22 διηγήματα. Όλα τα διηγήματα δημοσιεύονται στο FB: Aorti Patras και στο blog: aortipatras. Η παρούσα έκδοση είναι η πλήρης (1550 λ).

Και αυτό το χειμωνιάτικο πρωινό o Γιάννης, όπως κάθε πρωί τα τελευταία χρόνια, ετοιμάστηκε για τη δουλειά του. Πριν φύγει έριξε μια τρυφερή ματιά στο μικρό γιο του που ακόμη κοιμόταν. Μετά αγκάλιασε απαλά τη Μαρία, τη γυναίκα του. Αυτή του χάιδεψε το πρόσωπο, του φόρεσε τη μάσκα και του είπε ψιθυριστά.
-Να προσέχεις….. Να καλύπτει σωστά το πρόσωπό σου.
Ο Γιάννης φόρεσε το χοντρό μπουφάν και με το κράνος στο χέρι έκλεισε πίσω του αθόρυβα την πόρτα. Με αργά και διστακτικά βήματα κατέβηκε τη σκάλα και πριν βγει έξω, έβαλε το κράνος του και έσφιξε με επιμέλεια τον ιμάντα. Ανέβηκε στη μικρή του βέσπα, αλλά δίστασε να ξεκινήσει. Καθώς ένοιωσε το κρύο να του περονιάζει το κορμί, κατάλαβε να τον κατακλύζει μια δυνατή επιθυμία να γυρίσει στη θαλπωρή του σπιτιού του. Ο δισταγμός του, όμως, κράτησε μόνο για λίγες στιγμές. Αποφασιστικά γύρισε τη μίζα και έφυγε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Τις τελευταίες δέκα μέρες, δεν πηγαίνει στη δουλειά, γιατί δουλειά δεν υπάρχει πια. Στο δεύτερο lockdown η εταιρεία ηλεκτρονικών, που δούλευε για τρία σχεδόν χρόνια, τον απέλυσε. Στη Μαρία δεν έχει πει τίποτα, δεν θέλει να τη στενοχωρήσει. Συνεχίζει, λοιπόν, κάθε πρωί να φεύγει στην ώρα του και να περιπλανιέται στην πόλη. Άλλοτε με τη βέσπα και άλλοτε με τα πόδια να επισκέπτεται, να ρωτά, ακόμη και να παρακαλεί. Να ψάχνει για μια δουλειά, έστω και προσωρινή. Άλλοτε ήρεμα χωρίς άγχος και άλλοτε αγχωμένος γιατί οι μέρες περνούν και οι πενιχρές οικονομίες εξαντλούνται.
Εκείνη τη μέρα είχε ραντεβού με τον ιδιοκτήτη μιας πιτσαρίας στον κεντρικό πεζόδρομο. Όταν έφτασε έξω από το μαγαζί βρήκε να περιμένουν καμιά δεκαριά και αμέσως κατάλαβε. Χωρίς να ρωτήσει, στάθηκε τελευταίος στη σειρά. Το κρύο ήταν τσουχτερό, αλλά ευτυχώς δεν έβρεχε. Τράβηξε το φερμουάρ του μπουφάν μέχρι επάνω, σήκωσε το γιακά, τακτοποίησε τη μάσκα που είχε γλιστρήσει κάτω από τη μύτη και χαλάρωσε τον ιμάντα του κράνους του. Ήταν αποφασισμένος να περιμένει όσο χρειαστεί, αν και γνώριζε πως οι πιθανότητες ήταν εναντίον του. Για δυο θέσεις ντελιβερά οι ενδιαφερόμενοι σίγουρα θα ξεπερνούσαν τους είκοσι. Και για την κουζίνα, δηλαδή λαντζέρης, οι ενδιαφερόμενες θα ήταν πολύ περισσότερες. Για μια στιγμή σκέφτηκε τα προσόντα που διέθετε και χαμογέλασε με πίκρα.
Σε άλλες συνθήκες θα ντρεπόταν να εργάζεται ντελιβεράς πιτσαρίας. Αλλά τώρα είναι όλα διαφορετικά. Άλλωστε, σκέφτηκε με ένα πικρό χαμόγελο, με το κράνος και τη μάσκα να καλύπτει όλο το πρόσωπο, κανείς δεν πρόκειται να τον αναγνωρίσει. Τουλάχιστον τον πρώτο καιρό, μέχρι να συνηθίσει και ο ίδιος τη νέα κατάσταση.
Βάλθηκε να χαζεύει την κίνηση στον πεζόδρομο. Οι διαβάτες ήταν αρκετοί, παρά το γενικό lockdown. Άλλοι με αργό βήμα, οι αργόσχολοι, κάνουν τον πρωινό τους περίπατο. Και άλλοι βαδίζουν βιαστικά προς κάποιον προορισμό. Στο παγκάκι ένας ηλικιωμένος μουσικός έχει ήδη πάρει τη θέση του. Η μαύρη μάσκα κρύβει το πρόσωπό του, σίγουρα, όμως, πρέπει να έχει πατήσει τα εξήντα. Με το ακορντεόν κολλημένο πάνω του πλημμυρίζει τον πεζόδρομο με όμορφες μελωδίες. Νάναι κάποιος μετανάστης από την ανατολική Ευρώπη; αναρωτήθηκε. Ή μήπως κάποιος ντόπιος άνεργος μουσικός που βρήκε τον τρόπο να επιβιώσει; Λίγο πιο πέρα ένας λιπόσαρκος ζητιάνος είναι διπλωμένος στα δύο. Το πιγούνι του είναι ακουμπισμένο στα γόνατά του. Κρατά προκλητικά όρθιο το πρόσωπό του χωρίς μάσκα, ούτε καν μια ζαρωμένη και κατεβασμένη στο πηγούνι του. Σαν να αγνοεί επιδεικτικά την πανδημία. Παρά τα γκρίζα του μαλλιά και γένια, δεν πρέπει να είναι πάνω από σαράντα. Κάθεται στα πέτρινα σκαλοπάτια ενός ακατοίκητου και σχεδόν ερειπωμένου νεοκλασικού. Φαίνεται ντόπιος, το πολύ να είναι Ρομά. Δίπλα του είναι ακουμπισμένο ένα δεκανίκι. Να έχει κάποιο πρόβλημα αναπηρίας, αναρωτήθηκε, ή είναι για ξεκάρφωμα;
Έβαλε το χέρι στην τσέπη του, είχε κάποια λιανά. Διάλεξε δυο πενηντάλεπτα, κοίταξε για τη θέση του, τελευταίος ήταν, και τους πλησίασε διστακτικά.
-Καλημέρα, είπε στο μουσικό και του άφησε το νόμισμα. Αυτός τον κοίταξε και τού χαμογέλασε εγκάρδια ενώ συνέχισε να παίζει.
-Καλημέρα, είπε και στον ζητιάνο.
-Ευχαριστώ, αφεντικό, τού απάντησε ανέκφραστος χωρίς να τον κοιτάξει.
Ξαναγύρισε στη θέση του. Σκέφτηκε πως οι δυο απορίες του δεν λύθηκαν. Δεν έμαθε ούτε την πατρίδα του μουσικού, ούτε αν ο ζητιάνος είναι πράγματι ανάπηρος. Μάλλον θα έμενε με τις απορίες. Εκτός κι αν όσο περίμενε κάποιες κινήσεις τους τον φώτιζαν περισσότερο.
Κατάλαβε ότι είχε κολλήσει στο μουσικό και στον ζητιάνο γιατί ήθελε με κάτι να απασχολεί το μυαλό του. Να μην σκέφτεται τη θλιβερή αναμονή του και τις μηδαμινές πιθανότητες που είχε. Γι αυτό και δεν την πρόσεξε αμέσως, αν και είχε σταθεί δίπλα και όχι πίσω του. Φορούσε τη μάσκα κανονικά, να πιάνει σωστά το πρόσωπο, και ένα κόκκινο σκουφί κατεβασμένο μέχρι τα μάτια. Ένοιωσε μια ταραχή και κατάλαβε πως είχε χάσει το χρώμα του. Ευτυχώς η μάσκα και το κράνος τον προστάτευαν. Κάθισε ακίνητος περιμένοντας να του μιλήσει αυτή πρώτη. Η γυναίκα δεν έκανε καμιά κίνηση, μόνο τον κοίταξε μια δυο φορές φευγαλέα και αδιάφορα. Σκέφτηκε πως μάλλον δεν τον κατάλαβε. «Αφού δεν με κατάλαβε ας μην της μιλήσω, αποφάσισε. Καλύτερα έτσι».
Η σειρά μπροστά του είχε μειωθεί. Ο Γιάννης ετοιμαζόταν να μπει στο μαγαζί όταν ξαφνικά η γυναίκα τον πλησίασε.
-Μου παραχωρείτε τη σειρά σας, κύριε, γιατί έχω αφήσει τα παιδιά μόνα τους;
Ο Γιάννης τα έχασε. Η φωνή της μέσα από τη μάσκα ακουγόταν βαριά, διαφορετική.
-Ευχαρίστως, κυρία μου, απάντησε σαν υπνωτισμένος.
Όταν αυτή προχώρησε μπροστά την ξανακοίταξε προσεκτικά από πίσω. Χοντρό μπουφάν, παντελόνι τζιν, κόκκινος σκούφος που από τον όγκο του έδειχνε να κρύβει πλούσια μαλλιά, σώμα κανονικό, προς το αδύνατο…. Λες να μην είναι αυτή; αναρωτήθηκε. Τον προβλημάτιζε ακόμη που του μίλησε για παιδιά, ενώ είχαν μόνο ένα παιδί. Όταν βγήκε από το μαγαζί της έριξε μια ακόμη ματιά. Αυτή τη φορά σιγουρεύτηκε, αλλά αυτόν τον κόκκινο σκούφο στο κεφάλι της έκανε όρκο πως πρώτη φορά τον έβλεπε.
Αργά το μεσημέρι προς το απόγευμα γύρισε σπίτι, όπως συνήθως, σαν να είχε πάει για δουλειά. Η Μαρία ήταν εκεί, σαν να μην είχε βγει καθόλου από το σπίτι. Ο Γιάννης κοίταξε εξεταστικά τα κρεμασμένα ρούχα. Έκανε πως τα τακτοποιεί, να βρει χώρο να κρεμάσει το μπουφάν του. Στην πραγματικότητα έψαχνε για τον κόκκινο σκούφο. Δεν τον εντόπισε πουθενά.
Τρώγοντας συζήτησαν τα συνηθισμένα. Το παιδί, πότε θα ανοίξει το νηπιαγωγείο του, ο κορωνοϊός, τα εμβόλια, η δουλειά του, η κίνηση στους δρόμους… Την κοιτούσε εξεταστικά και αναρωτιόταν αν είχε υποψιαστεί κάτι. Ήταν τόσο φυσική που σκεφτόταν πως μπορεί να είχε κάνει λάθος. Ή μήπως τον παραπλανούσε με την ψυχραιμία και την αυτοκυριαρχία της;
Μετά από δυο μέρες ενώ γύριζε στον ίδιο πεζόδρομο, πάλι την είδε, αυτή τη φορά από μακριά. Στάθηκε και την παρατήρησε να σιγουρευτεί. Φορούσε τον ίδιο κόκκινο σκούφο. Κάποια στιγμή έβγαλε το σκούφο της να μαζέψει τα μακριά μαλλιά της και τότε σιγουρεύτηκε. ΄Ηταν αυτή και έψαχνε για δουλειά. Καθώς την παρατηρούσε εκτίμησε το γεγονός ότι αποφάσισε να εργαστεί. Κι αυτός το είχε σκεφτεί, αλλά δεν ήθελε να φορτώσουν το μικρό στην πεθερά του.
Το μεσημέρι εκεί που τρώγανε δεν άντεξε άλλο.
-Ψάχνεις για δουλειά, Μαρία;
-Ναι… το σκέφτομαι, του απάντησε αδιάφορα.
-Και το παιδί;
-Κανόνισα με τη μάνα μου…. Προσφέρθηκε να μας το φυλάει.
-Ξέρεις είναι δύσκολο να βρεις δουλειά…. τώρα με τις απαγορεύσεις, την ενημέρωσε.
-Το ξέρω, Γιάννη μου.
-Για μια γυναίκα…. με παιδί.
-Και για γυναίκα… και για άντρα.
-Ειδικά για μια γυναίκα, επέμεινε ο Γιάννης.
-Αλλά μήπως και έναν άντρα…. για σένα…. είναι εύκολο;
Ο Γιάννης τα έχασε.
-Για μένα; Γιατί;…. Εγώ έχω δουλειά; διαμαρτυρήθηκε.
-Έχεις; Ρώτησε γελώντας πονηρά.
-Τι ξέρεις;…. Ξέρεις τίποτα που δεν το ξέρω εγώ;
-Σε είδα, Γιάννη….. προχτές στην πιτσαρία.
-Νόμισα πως εσύ δεν…. Όταν μου ζήτησες… τη θέση μου… Ήμουν σίγουρος πως δεν…., ψεύδισε ο Γιάννης.
-Εγώ δεν ήμουνα σίγουρη….. Γι αυτό σου μίλησα… Μετά, όμως, το «ευχαρίστως, κυρία μου», σιγουρεύτηκα.
Ο Γιάννης και η Μαρία κοιτάχτηκαν, αμίλητοι και οι δυο. Πρώτος σηκώθηκε από την καρέκλα του ο Γιάννης και αμέσως ακολούθησε η Μαρία. Συναντήθηκαν στη μέση του τραπεζιού. Αγκαλιάστηκαν, ακουμπώντας το κεφάλι τους ο ένας πάνω στον ώμο του άλλου. Και έμειναν εκεί, ακίνητοι.
-Γιατί είπες πως έχεις αφήσει τα παιδιά μόνα τους; ρώτησε. Έχεις και κανένα άλλο που δεν το ξέρω; Της μίλησε ψιθυριστά, με τρυφερότητα, σχεδόν μέσα στο αυτί της.
-Ήθελα να σε μπερδέψω… στην περίπτωση που κάτι είχες υποψιαστεί. Να σε παραπλανήσω, απάντησε η Μαρία χαμογελώντας.
-Κι αυτόν τον κόκκινο σκούφο, πού τον ξετρύπωσες; Δεν θυμάμαι να τον είχες.
-Αχ βρε Γιάννη… Τον τελευταίο καιρό ούτε που με προσέχεις, απάντησε η Μαρία, χαϊδεύοντας τρυφερά το πρόσωπό του.
Στην πόρτα είχε εμφανιστεί ο μικρός γιος τους. Στεκόταν ακίνητος και τους κοιτούσε με απορία.

Advertisement

One thought on “ΔΙΗΓΗΜΑ : Η μάσκα να καλύπτει σωστά το πρόσωπό σου”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: