ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ του παππού για την εποχή του κορωνοϊού

Τα κείμενα «Τα παραμύθια του παππού» δημοσιεύτηκαν στην σελίδα μου στο FB, την περίοδο τέλος Δεκέμβρη 2010 – Γενάρης 2021.

Τα παραμύθια του παππού (1): Ο δράκος της λησμονιάς

-Παππού, πες μου ξανά εκείνο το παραμύθι.
-Ποιο, παιδί μου;
-Αυτό, που οι άνθρωποι ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους γιατί στους δρόμους κυκλοφορούσε ο κινέζικος δράκος με την κορώνα. Και όποιος μύριζε την ανάσα του αρρώσταινε βαριά.
-Πού το θυμήθηκες; Όμως δεν είναι παραμύθι. Είναι πραγματική ιστορία. Την έζησα ο ίδιος όταν ήμουν νέος.
-Από πού είπες πώς ήρθε ο δράκος;
-Από την Κίνα.
-Και τι σας έκανε αυτός ο δράκος;
-Όπως σου έχω πει, αυτός ο δράκος ξεφυσούσε μια ανάσα γεμάτη μικρόβια και ιούς. Όποιον κτυπούσε η ανάσα του, αρρώσταινε βαριά και κινδύνευε να πεθάνει ή γινόταν και αυτός σαν το δράκο. Έτσι, λοιπόν, έπρεπε να μένουμε μακριά ο ένας από τον άλλον. Βλέπεις, δεν ξέραμε, ποιος είναι μολυσμένος και ποιος όχι.
-Α, γι αυτό φορούσατε όλοι μάσκες. Έχω δει φωτογραφίες. Πλάκα είχε.
-Και δεν ήταν μόνο οι μάσκες. Η κυβέρνηση έβγαζε συνέχεια απαγορευτικά. Κλείστε τα μαγαζιά, κλείστε τα καφενεία, μην κυκλοφορείτε. Μην μαζεύεστε πολλοί μαζί. Ο ένας μακριά από τον άλλον. Κλειστείτε σπίτια σας.
-Και δεν δούλευε κανείς; Πώς ζούσατε;
-Πολλοί δούλευαν. Αυτούς ο τότε πρωθυπουργός κύριος Μ., τους έλεγε εξαρτημένους από το μιστό τους. Και τους άφηνε να στριμώχνονται στα εργοστάσια και στα λεωφορεία. Και μέσα στο στριμωξίδι η ανάσα του δράκου θέριζε.
-Τα παιδιά πήγαιναν σχολείο;
-Άλλοτε πήγαιναν, άλλοτε όχι. Αλλά και στα σχολεία στρίμωχναν πολλά παιδιά σε κάθε τάξη.
-Πέθαναν πολλοί τότε;
-Δυστυχώς ναι. Από τη μια ο δράκος, από την άλλη τα στριμωξίδια, έγινε μεγάλο κακό. Αλλά το χειρότερο ήταν πως η ανάσα του δράκου σκέπασε τον κόσμο με ένα πέπλο, ένα σύννεφο λησμονιάς. Οι άνθρωποι ξέχασαν.
-Τι ξέχασαν, παππού;
-Ξέχασαν την προηγούμενη ζωή τους. Ξέχασαν τα… πώς να στο πω, τα δικαιώματά τους. Τα πιο σημαντικά πράγματα που μέχρι τότε έδιναν νόημα στη ζωή τους.
-Τι είναι δικαιώματα, παππού; Δεν καταλαβαίνω.
-Δικαιώματα είναι να μπορεί ο καθένας να… πώς να στο πω.
-Πες μου καλύτερα τι ξέχασαν. Τι σταμάτησαν να κάνουν, από αυτά που έκαναν πριν το δράκο.
-Πάρα πολλά, σχεδόν όλα. Ξέχασαν να ζητάνε καλύτερα σχολεία για τα παιδιά, καλύτερα νοσοκομεία, περισσότερα λεωφορεία για να ταξιδεύουν με ασφάλεια. Την προστασία της δουλειάς τους. Να διεκδικούν, δηλαδή να ζητάνε κάνοντας πορείες, διαδηλώσεις, απεργίες. Άφηναν την κυβέρνηση να κάνει ότι ήθελε.
-Όλοι παππού; Κι εσύ;
-Κι εγώ, παιδί μου. Μόνο λίγοι νέοι δεν υπάκουαν και συνέχιζαν να βγαίνουν στους δρόμους. Αλλά η αστυνομία τους κυνηγούσε και τους χτυπούσε. Κι εμείς οι υπόλοιποι, αντί να τους υποστηρίζουμε που είχαν το θάρρος να το κάνουν, λέγαμε στην αστυνομία, «μπράβο, καλά τους κάνεις». Ξεχάσαμε πως πριν το δράκο πολεμούσαμε να αλλάξουμε όσα δεν μας άρεσαν, όσα μας στενοχωρούσαν. Με τη λησμονιά που έφερε ο δράκος δεν βλέπαμε τα λάθη της κυβέρνησης. Μας φαίνονταν όλα σωστά. Λέγαμε καλή είναι, προσπαθεί να μας σώσει από το δράκο. Αν κάνει και κανένα λάθος, δεν πειράζει. Μας φροντίζει. Να, θα μας φέρει και εμβόλιο. Σε τέτοια κατάντια είχαμε φτάσει.
-Καλά, παππού, μη κλαις.
-Στενοχωριέμαι, γιατί κι εγώ τότε δεν φέρθηκα σωστά.
-Μη στενοχωριέσαι, τώρα όλα τέλειωσαν. Για πες μου, όμως, όταν έφυγε ο δράκος ξαναθυμηθήκατε αυτά …τα δικαιώματα;
-Μπα, δυστυχώς όχι.
-Γιατί, παππού;
-Γιατί ο δράκος άργησε να φύγει. Και όταν έφυγε τα είχαμε εντελώς ξεχάσει.
-Και τώρα δεν έχετε … δικαιώματα;
-Ευτυχώς κάποιοι λίγοι δεν τα είχαν ξεχάσει. Άρχισαν σιγά σιγά να μιλάνε για αυτά. Εμείς ακούγαμε, ακούγαμε και λίγο λίγο μαθαίναμε. Μαθαίναμε από την αρχή, σαν τα παιδιά στο σχολείο. Αλλά αυτό… μας πήρε πολλά χρόνια.

(Πες μου, ποιον φόβο αγάπησες πάλι, Γ. Αγγελάκας)

Τα παραμύθια του παππού (2): Το πέπλο του φόβου
-Παππού, πες μου ξανά εκείνο το παραμύθι.
-Ποιο, παιδί μου;
-Αυτό…. που σας είχαν κλείσει στα σπίτια σας γιατί έξω κυκλοφορούσε ο κινέζικος δράκος που ξεφύσαγε… Φσσσς… Φσσσς… Πφφφ…
-Έτσι ακριβώς έκανε και ο δράκος. Ξεφυσούσε και έφτυνε. Αλλά, σου είπα, δεν είναι παραμύθι.
-Είχες δει ποτέ το δράκο;
-Όχι, ήταν αόρατος. Αυτός που λες ο δράκος ξεφυσούσε μια ανάσα γεμάτη μικρόβια και ιούς. Και όποιος την ανάπνεε….
-Ξέρω, ξέρω, άστα τώρα αυτά. Φορούσατε όλοι μάσκες, μου το έχεις πει.
-Μας είχε υποχρεώσει η κυβέρνηση, αλλά κι εμείς βήμα δεν κάναμε χωρίς μάσκα.
-Φοβόσασταν τόσο πολύ; -Όλος ο κόσμος φοβόταν. Ένα πέπλο φόβου είχε καλύψει σαν σύννεφο την πόλη μας, τη χώρα και όλο τον κόσμο.
-Κι εσύ, παππού, φοβόσουνα;
-Ντρέπομαι που στο λέω, αλλά ναι…. Δεν ξέρω τι μας είχε πιάσει. Αλλά δεν μπορείς να φανταστείς και τι γινόταν. Η κυβέρνηση, οι τηλεοράσεις, οι επιτροπές των γιατρών, οι εταιρείες που ετοίμαζαν τα εμβόλια μας είχαν τρομοκρατήσει.
Ο κάθε άνθρωπος φοβόταν το διπλανό του. Τους φίλους, τους συγγενείς, ακόμη και τα παιδιά του. Να φανταστείς, όταν μπαίνανε τα παιδιά σπίτι, ο πατέρας κρυβόταν στο μπάνιο, μέχρι τα παιδιά να φάνε και να πάνε στα κρεβάτια τους. Όταν χτυπούσε κάποιος την πόρτα, δεν ανοίγαμε, ούτε ρωτούσαμε ποιος είναι. Βλέπαμε στο δρόμο φίλους και αλλάζαμε πεζοδρόμιο ή τους χαιρετούσαμε από μακριά.
-Καλά, τόσο φοβητσιάρηδες ήσασταν τότε;
-Φοβόμασταν μην αρρωστήσουμε, γιατί οι γιατροί ήταν λιγοστοί, οι θάλαμοι των νοσοκομείων γεμάτοι, τα εμβόλια μόνο τα ακούγαμε και φάρμακα δεν υπήρχαν.
-Δεν υπήρχαν φάρμακα; Καλά για ποια εποχή μου μιλάς;
-Δεν είναι πολύ παλιά, αλλά θυμάμαι καλά πως φάρμακα για την αρρώστια του δράκου δεν είχαμε. Και το περίεργο ήταν πως κανείς δεν μιλούσε, κανείς δεν φώναζε: «Φέρτε πρώτα φάρμακα να γιατρεύονται οι άρρωστοι και μετά τα εμβόλια». Τότε όλοι μιλούσαν για το εμβόλιο που θα μας φέρει η καλή μας κυβέρνηση. Παρακολουθούσαμε λοιπόν την κυβέρνηση να μας λέει κάθε βράδυ ένα σωρό άχρηστες λεπτομέρειες: Φτάνουν τα εμβόλια, συντηρούνται σε καταψύκτες, τα προστατεύει η αστυνομία και ο στρατός, τέτοια…. Κι εμείς ακούγαμε σαν χαζοί.
Και όχι μόνο αυτό, αλλά συμφωνούσαμε κιόλας μαζί της. Ό,τι έλεγε και έκανε μας φαινόταν σωστό. Τόσο μας είχε παραλύσει ο φόβος.
-Γιατί παππού; Πώς την πατήσατε έτσι;
-Γιατί τα κανάλια μας είχαν πείσει πως πασχίζει για το καλό μας. Μετά είχαμε συνηθίσει το φόβο του δράκου. Να μη σου πω πως τον είχαμε αγαπήσει κιόλας.
-Τι λες ρε παππού; Δηλαδή, «Πες μου ποιον φόβο αγάπησες πάλι», που έλεγε ένα παλιό τραγούδι της εποχής σου;
-Δεν ξέρω το τραγούδι, αλλά φαίνεται πώς όταν νομίζεις πως ο φόβος προστατεύει τη ζωή σου, έτσι γίνεται. Πιστεύαμε πως ο φόβος ήταν η προστασία μας από το δράκο. Σε τέτοια κατάντια είχαμε φτάσει.
-Καλά, παππού, μην κλαις, ο δράκος έχει φύγει… Αλήθεια πώς έφυγε; Με το εμβόλιο;
-Α, μπα. Ο δράκος συνεχώς μεταμορφωνόταν και τα εμβόλια δεν τον έπιαναν. Άσε που κι αυτά τα κάνανε με το σταγονόμετρο. Έφυγε βέβαια μετά από χρόνια. Πώς έφυγε; Θα σου πω. Με πολλούς τρόπους. Λίγο από τα εμβόλια, λίγο από κάτι φάρμακα που τελικά ήρθαν, λίγο που γέρασε και αδυνάτισε ο ίδιος. Και μετά από δυο – τρία χρόνια, δεν θυμάμαι ακριβώς πόσα, έγινε κι αυτός μια ακόμη γρίπη.
-Και πότε , παππού, έφυγε ο φόβος σας; Πότε ξεθαρρέψατε;
-Αργήσαμε πολύ….
-Μα γιατί;
-Ο φόβος είχε ριζώσει τόσο πολύ μέσα μας που δεν έφευγε με τίποτα.
-Δηλαδή εσείς οι παλιοί είστε ακόμη… φοβισμένοι;
-Με τον καιρό κάπως ξεθαρρέψαμε. Αλλά πήρε πολλά χρόνια. Βλέπαμε τους νέους κι εσάς τα παιδιά που δεν φοβόσασταν και δεν ξέρεις πόσο σας ζηλεύαμε. Γιατί είναι πολύ βασανιστικό να ζεις με το φόβο. Αν ο φόβος μείνει για πολύ, ο άνθρωπος μπορεί και να τρελαθεί. Προσπαθούσαμε, λοιπόν, να σας μιμηθούμε. Αλλά αυτό μας πήρε πολλά χρόνια. Γι αυτό σου λέω πως ο φόβος σε μας τους παλιούς δεν έχει φύγει τελείως. Να προχτές είδα στ’ όνειρό μου τον δράκο να με κυνηγάει και … ξύπνησα ιδρωμένος και τρομαγμένος.

Τα παραμύθια του παππού (3): Ο δράκος της αδικίας

-Παππού, πες μου ξανά εκείνο το παραμύθι με τον κινέζικο δράκο, που ξεφυσούσε την ανάσα του…. Φσσσς, φσσσς, πφφφφ…
-Αφού το ξέρεις, πως δεν είναι παραμύθι… Και κάθε φορά που με βάζεις να σου μιλάω για αυτόν, με πιάνει ένα σφίξιμο στο στομάχι μου.
-Έλα παππού, μη στενοχωριέσαι, πάει έφυγε ο δράκος…. Για πες μου πέθαναν πολλοί τότε;
-Μαθαίναμε από τα κανάλια ότι κάθε μέρα πέθαιναν 50 – 60 καμιά φορά και 100. Θυμάμαι πως στο τέλος της πανδημίας πρέπει να είχαν ανακοινώσει κάπου 10 χιλιάδες θανάτους.
-Ποιοι πέθαιναν πιο πολύ; Άντρες ή γυναίκες; Νέοι ή γέροι; Πλούσιοι ή φτωχοί;
-Μα τι περίεργες απορίες έχεις;
-Γιατί παππού; Θέλω να μάθω ποιους κυνήγησε περισσότερο. Σε ποιους ξεφύσαγε ανάσα και σάλια και τους αρρώσταινε. Φσσς, φσσς, είμαι ο δράκος, φσσσσς… φυλάξου, παππού.
-Σταμάτα να με φτύνεις.
-Θα γίνει ωραίο videogame, παππού. Πρόσεξε: Ο δράκος είναι ένα άγριο ζώο με φολίδες και κεφάλι φιδιού. Έχει φτερά και μπορεί να πετάει αλλά και πόδια να περπατάει. Η ανάσα του καίει, σαν φωτιά. Γυρίζει αγριεμένος μέσα στην πόλη. Ξεφυσάει και φτύνει δεξιά κι αριστερά. Οι άνθρωποι τρέχουν να κρυφτούν. Πλησιάζει κάποιους που δεν μπορούν να τρέξουν ή δεν έχουν που να κρυφτούν. Τους στριμώχνει σε μια γωνία και φσσσςς, φσσσςς… Πλάκα θα έχει, ε, παππού; Για πες μου, λοιπόν, ποιους κυνήγησε περισσότερο;
-Κοίτα, θα σου πω τι γινόταν τότε και θα καταλάβεις μόνος σου… Στην αρχή φάνηκε πως ο δράκος κυνηγούσε όλους το ίδιο. Στη συνέχεια όμως έδειξε πως είχε τις προτιμήσεις του.
-Αλλά όλοι φορούσατε μάσκα. Έτσι δεν είναι;
-Εκτός από τη μάσκα, η κυβέρνηση μας είχε δώσει κι άλλες εντολές: Όχι συνωστισμός, όχι πολλοί μαζί, κρατάτε αποστάσεις, μείνετε σπίτια σας. Αν έχετε πυρετό κλειστείτε στο δωμάτιό σας, μη βλέπετε τους δικούς σας. Οι ηλικιωμένοι να αποφεύγετε τους νέους και τα παιδιά…
-Μου τα έχεις πει αυτά, παππού. Θέλω να μου πεις ποιους κυνηγούσε ο δράκος.
-Θα μάθεις, μη βιάζεσαι. Ας δούμε πρώτα τι συμβαίνει μέσα στην κοινωνία…. Από τη μια είναι οι φτωχοί. Αυτοί πρέπει να δουλεύουν για να ζήσουν, όσοι έχουν δουλειά. Αυτοί που έχουν δουλειά στριμώχνονται στα εργοστάσια και στα λεωφορεία. Οι φτωχοί ηλικιωμένοι μένουν όλοι μαζί στα γηροκομεία. Οι πρόσφυγες και μετανάστες ζουν ο ένας πάνω στον άλλον στους καταυλισμούς. Οι Τσιγγάνοι στους συνοικισμούς,, σε μια καλύβα στριμώχνονται πέντε και δέκα άτομα. Το ίδιο και οι φυλακισμένοι. Και όλοι αυτοί δεν τρέφονται καλά, δεν πλένονται τακτικά.
-Και οι πλούσιοι; Τι γίνεται με τους πλούσιους, παππού;
-Θα σου πω και γι’ αυτούς. Οι πλούσιοι ή αυτοί που δεν χρειάζεται να δουλεύουν ζουν στα μεγάλα τους σπίτια. Με πολλά δωμάτια που μπορούν να κρατάνε τις αποστάσεις. Μπορούν ακόμη και να απομονώνονται στο δικό τους δωμάτιο αν χρειαστεί. Τρέφονται καλά, είναι καθαροί, τους παρακολουθεί συχνά γιατρός. Παίρνουν τις βιταμίνες τους και άλλα ακριβά δυναμωτικά. Ποιους λοιπόν νομίζεις ότι κυνηγούσε περισσότερο ο δράκος;
-Όπως μου τα λες, παππού, ο δράκος κυνηγούσε τους πρώτους, τους φτωχούς.
-Και δεν ήταν μόνο αυτό. Όποιος από τους φτωχούς δεν ένοιωθε καλά συνήθως δεν το έλεγε. Φοβόταν μη χάσει τη δουλειά του. Και όταν έφτανε στο νοσοκομείο ήταν κιόλας βαριά άρρωστος. Εκεί για αυτόν δεν είχε θέση στην Εντατική. Και αφού δεν είχε λεφτά, δεν μπορούσε να φέρει το ακριβό φάρμακο από την Αμερική. Όποιος, όμως, από τους πλούσιους έφτανε στο νοσοκομείο είχε τα πάντα. Και κρεβάτι στην εντατική, και το ακριβό φάρμακο από την Αμερική και τις βιταμίνες του και όλα δικά του.
-Καλά, παππού, ο δράκος δεν καταλάβαινε πως αυτούς που κυνηγούσε, τους τιμωρούσε από πάνω και η κυβέρνηση; Πολλές αδικίες έκανε αυτός ο δράκος.
-Και νάταν μόνο οι αδικίες του δράκου…
-Για αυτό, παππού, στο δικό μου videogame ο δράκος θα είναι διαφορετικός. Θα κυνηγάει τους πλούσιους.
-Χα, χα. και πώς θα τους ξεχωρίζει;
-Θα τους δείχνω καλοντυμένους, με ακριβά αυτοκίνητα και μεγάλα σπίτια για να τους καταλαβαίνει. Και θα αποφεύγει τους φτωχούς… Αν θέλεις πάλι μπορεί να κυνηγάει τους δεξιούς και να αποφεύγει τους αριστερούς…. Μπορώ να το κάνω κι αυτό, παππού.
-Αλήθεια μπορείς;
-Ναι παππού. Ή μήπως θέλεις να κυνηγάει τους αριστερούς; Όπως κυνηγούσαν παλιά το μπαμπά και τον παππού σου, ε παππού; Οι αριστεροί έχουν μάθει από κυνηγητά … Ξέρουν να τρέχουν, να φυλάγονται, να κρύβονται… Φσσς, φσσς, είμαι ο δράκος, Πφφφφσσσσς… Θα γίνεται ωραίο κυνηγητό, θα έχει μεγάλη πλάκα.
-Χα, χα, χα… πρώτη φορά σου μιλάω για το δράκο και αντί να νοιώσω σφίξιμο στο στομάχι, γέλασα με τη καρδιά μου, χα, χα, χα…

Τα παραμύθια του παππού (4): Το δίχτυ της βίας

-Παππού, πες μου ξανά εκείνο παραμύθι με τον κινέζικο δράκο…
-Στo έχω πει πολλές φορές, δεν είναι παραμύθι. Και δεν μπορώ να μιλάω γι αυτόν συνέχεια…
-Γιατί, παππού; -Έγιναν πολλά δυσάρεστα τότε και όταν τα λέω με στεναχωρούν… Να σου πω την ιστορία με τα καλικατζαράκια που πριόνιζαν τον κορμό της γης.
-Όχι, όχι, το δράκο θέλω. Φσσσς, Φσσσς, Πφφφφ. Ξέρεις τι θέλω να μάθω παππού; Σας έκανε τίποτα μαγικά κόλπα αυτός ο δράκος;
-Τι εννοείς;
-Να… να σας μεταμορφώνει… Να σας αλλάζει το πρόσωπο, να σας γερνάει, να σας αγριεύει, να πέφτουν τα μαλλιά σας, να μεγαλώνουν τα αυτιά και οι μύτες σας, χα, χα, χα.
-Κάτι μας έκανε σαν κι αυτά που λες. Αλλά όχι με την ανάσα του όπως νομίζεις.
-Με τι, παππού; Για πες μου…
-Κοίτα ο δράκος δεν μας είχε κλείσει μόνο στα σπίτια μας. Δεν είχε απλώσει πάνω μας μόνο το πέπλο του φόβου και της λησμονιάς, όπως σου έχω πει. Αλλά είχε στήσει πάνω από τους ανθρώπους και ένα δίχτυ. Στο δίχτυ αυτό πολλοί παγιδεύτηκαν τότε και καταστράφηκε η ζωή τους.
-Δίχτυ; Τι δίχτυ παππού;
-Ένα δίχτυ βίας. Όποιος παγιδευόταν σ’ αυτό το δίχτυ έχανε την ψυχραιμία του και γινόταν βίαιος. Κι όσο προσπαθούσε να ξεφύγει και δεν έβρισκε τρόπο, σπαρταρούσε σαν το ψάρι που πιάνουν οι ψαράδες. Σπαρταρούσε, πληγωνόταν και χειροτέρευε.
-Φαινότανε αυτό το δίχτυ παππού;
-Όχι ήταν αόρατο, όπως και ο δράκος ήταν αόρατος.
-Για λέγε, για λέγε…
-Όποιος, λοιπόν, πιανόταν στο δίχτυ γινόταν νευρικός, άδικος και επιθετικός. Πολλοί προσπάθησαν να βρουν παρηγοριά στο ποτό, μήπως και ηρεμήσουν, αλλά αυτό τους έκανε περισσότερο επιθετικούς.
-Πες μου να καταλάβω. Τι δηλαδή έκανε ένας που είχε πιαστεί στο δίχτυ;
-Αρπαζόταν για ψύλλου πήδημα, που λένε. Δεν μπορούσε να ελέγξει τα νεύρα του και έψαχνε αφορμή για καυγάδες και τσακωμούς. Τσακωνόταν με…
-Με την κυβέρνηση; Ή έψαχνε το δράκο να τσακωθεί μαζί του;
-Όχι, όχι, ούτε με το δράκο, ούτε με την κυβέρνηση, Γινόταν κάτι πιο τρομερό. Τα έβαζε με τους δικούς του μέσα στην οικογένειά του. Την πλήρωναν τα παιδιά του, οι γέροντες γονείς αν τους είχε μαζί του, η γυναίκα του. Κάποιοι άντρες έφταναν στο σημείο να δέρνουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Είναι αυτό που ονομάζουμε ενδοοικογενειακή βία. Αυτή η κατάσταση δυστυχώς υπήρχε και πριν το δράκο. Αλλά ο δράκος με το δίχτυ της βίας που άπλωσε αγρίεψε αυτές τις καταστάσεις και παγίσευσε περισσότερες οικογένειες…
-Καμιά γυναίκα έδερνε τον άντρα της;
-Ναι, ίσως, κάποιες δυνατές γυναίκες να έδειραν και τους άντρες τους.
-Και η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα;
-Τίποτα απολύτως. Αντίθετα, είχε εγκαταλείψει τους ανθρώπους στην ανεργία, στα χρέη, στα οικονομικά προβλήματα. Αυτή η εγκατάλειψη και ο δράκος έσπρωχναν τους ανθρώπους πιο βαθιά στο δίχτυ του δράκου. Να σκεφτείς υπάρχει ακόμη ένα τηλεφωνικό νούμερο, το 15900, για την ενδοοικογενειακή βία. Ε, λοιπόν, εκείνο τον καιρό είχε πάρει φωτιά από τις καταγγελίες.
-Τι λες ρε παππού, όπως μου τα λες είχατε γίνει τρελοκομείο. Για πες μου παππού έπεσες και συ στο δίχτυ του;
-Εγώ… δεν…
-Έλα, μίλα μου μη με ντρέπεσαι, παππού. Θέλω να ξέρω τι έγινε τότε.
-Κοίτα, έπεσα κι εγώ στο δίχτυ, αλλά διαφορετικά. Με έπιασε μια μελαγχολία. Πέρασα μια κατάθλιψη, που λένε. Έχασα τη δουλειά μου, χρωστούσα παντού, η οικογένεια πεινούσε, ντρεπόμουνα να ζητήσω δανεικά, κλείστηκα στο σπίτι. Δεν έτρωγα, δεν ήθελα να δω κανένα… Όλα τα έβλεπα μαύρα, δεν έβρισκα νόημα στη ζωή μου..
-Ναι αλλά εσύ δεν έδερνες το παιδί και τη γυναίκα σου.
-Όχι, αλλά έδερνα τον εαυτό μου.
-Τι έκανες, λέει;
-Κοίτα η κατάθλιψη είναι μια μορφή βίας που την στρέφουμε εναντίον του εαυτού μας. Είναι μια μορφή αυτοκαταστροφής….
-Καλά παππού μην κλαις. Δεν αυτοκτόνησες κιόλας.
Ο παππούς με το μαντίλι του σκούπισε τα δακρυσμένα μάτια του. Θυμήθηκε το μυστικό του, αυτό που δεν τόλμησε ούτε στη γυναίκα του να πει. Τότε είχε σκεφτεί ακόμη και να αυτοκτονήσει. Ή είχε κάνει και μια αποτυχημένη απόπειρα; Όλα ήταν τόσο θολά στο μυαλό του…
-Και πώς συνήλθες, παππού. Με το εμβόλιο;
-Όχι με το εμβόλιο… Κοίτα, ήμουνα πατέρας. Είχα ένα παιδί, τον πατέρα σου. Αυτό το γεγονός με βοήθησε… και ξέφυγα από το δίχτυ του δράκου.

Τα παραμύθια του παππού (5): Αλληλεγγύη και ρατσισμός στην εποχή του δράκου

-Παππού, πες μου ξανά εκείνο το παραμύθι με τον κινέζικο δράκο, που ξεφυσούσε πάνω στους ανθρώπους… Φσσσς, φσσσς…. πφφφφ…
-Eπιμένεις να το λες παραμύθι αν και ξέρεις πως δεν είναι … Σου έχω πει πως στεναχωριέμαι κάθε φορά που σου μιλάω για το δράκο….
-Μη στενοχωριέσαι, παππού, πάει έφυγε ο δράκος…. Για πες μου, πώς περνούσατε τότε; Είχατε φαγητά να τρώτε ή πεινάσατε;
-Πώς σου ήρθε αυτό;
-Έλα παππού… Εσύ μου είπες πως έχασες τη δουλειά σου, χρωστούσες, η οικογένειά σου πεινούσε…. Tα ξέχασες κιόλας;… Πέθαναν πολλοί τότε από την πείνα;
-Δεν πέθαναν, αλλά πολλοί δυσκολεύτηκαν.
-Και πως τα καταφέρατε;
-Κοίτα, μαζί με τη λησμονιά, το φόβο, την αδικία και τη βία που σου έχω διηγηθεί, ο δράκος παρακίνησε πολλούς ανθρώπους να δημιουργήσουν ομάδες αλληλεγγύης.
-Τι είναι αυτή η αλληλεγγύη, παππού; Και πώς τους παρακίνησε ο δράκος; Τους έκανε τίποτα μαγικά; Τους μάγεψε;
-Πες το κι έτσι… Όλα ξεκίνησαν από τις δυσκολίες που προκάλεσε ο ίδιος ο δράκος. Πολλοί ένιωσαν πως η κοινωνία έχει ανάγκη από αλληλεγγύη. Δηλαδή να βοηθά ο ένας τον άλλον. Γιατί σήμερα εσύ, αύριο εγώ όλοι μπορεί να βρεθούμε σε δύσκολη θέση.
-Και τι έκανε παππού αυτή η αλληλεγγύη;
-Δημιούργησε πολλές ομάδες… Άλλες μάζευαν τρόφιμα από αυτούς που είχαν δουλειά και χρήματα και τα μοίραζαν σε όσους δεν είχαν. Άλλες μοίραζαν μαγειρεμένο φαγητό στα σπίτια και άλλες μαγείρευαν στις πλατείες και μοίραζαν συσσίτιο. Η οικογένειά μας που ήταν σε ανάγκη τότε, κάθε βδομάδα έπαιρνε μια σακούλα με τα βασικά τρόφιμα.
-Τι λες, ρε παππού; Να που έκανε και καλά ο δράκος που όλο τον κατηγορείς.
-Στην αρχή έτσι φαινόταν. Πολλοί έλεγαν πως ο δράκος είναι μια ευκαιρία να γίνουμε μια πιο αλληλέγγυα κοινωνία. Ξαναθυμηθήκαμε τότε και τον ξεχασμένο σοσιαλισμό. Είναι ώρα, λέγαμε, να χτίσουμε έναν πιο δίκαιο κόσμο.
-Και τι έγινε; Τον χτίσατε, παππού;
-Δυστυχώς όχι. Γιατί άλλοι άνθρωποι … πώς να στο πω, μαγεύτηκαν αλλιώς από το δράκο. Δεν ήθελα ούτε να ακούσουν για σοσιαλισμό. Κάποιοι μάλιστα μαγεύτηκαν τόσο άγρια που δεν ήθελαν να βοηθήσουν κανέναν. Κοιτούσαν μόνο τον εαυτόν τους. Και αυτήν τη συμπεριφορά τους τη δικαιολογούσαν με διάφορες θεωρίες με τις οποίες κατηγορούσαν αυτούς που βρίσκονταν σε ανάγκη.
-Δηλαδή κατηγορούσαν κάποιον γιατί έχασε τη δουλειά του;
-Δυστυχώς ναι. Τον κατηγορούσαν ότι είναι ανίκανος, τεμπέλης και δεν του φταίει κανείς , παρά μόνο ο ίδιος. Και ξέρεις, αν πιστεύεις πως αυτοί που δυσκολεύονται είναι κατώτεροι από τους άλλους, αρχίζεις και ξεχωρίζεις τους ανθρώπους: Από τη δουλειά, από τις συνήθειες, από το χρώμα του δέρματος, τη θρησκεία, το φύλο. Και αυτό λέγεται ρατσισμός. Την ξέρεις αυτή τη λέξη… Έτσι δεν είναι;
-Βέβαια παππού… Εσύ δε λες για το διπλανό μας πως είναι ρατσιστής;
-Ναι το λέω γιατί όλο βρίζει τους τσιγγάνους που μένουν στο άλλο τετράγωνο. Επειδή βάζουν τη μουσική δυνατά, επειδή τα παιδιά τους καμιά φορά ζητιανεύουν…. Όλο και κάτι βρίσκει για να τους βρίζει.
-Άσε το γείτονα τώρα, παππού. Πες μου για κείνους τους ρατσιστές… τότε με το δράκο.
-Οι ρατσιστές τότε πίστευαν πως κινδύνευαν από τους φτωχούς, τους τσιγγάνους, τους μετανάστες. Επειδή αυτοί, όπως ξέρεις, δεν είναι και πολύ καθαροί και περιποιημένοι. Τους κατηγορούσαν, λοιπόν, πως δήθεν τραβάνε πάνω τους την ανάσα του δράκου. Και καταλαβαίνεις…
-Tι τους έκαναν; Τους φώναζαν;
-Όχι μόνο αυτό… Αλλά τους έδιωχναν, τους έβριζαν, μέχρι και την αστυνομία φώναζαν. Και πιο πολύ κυνηγούσαν στους Τσιγγάνους. Γι αυτό οι Τσιγγάνοι έπαθαν τη μεγαλύτερη ζημιά από το δράκο. Δεν μπορούσαν ούτε να… ζητιανεύουν.
-Για στάσου ρε παππού. Ο δράκος άλλους τους μάγεψε με την αλληλεγγύη και άλλους με το ρατσισμό; Πώς έγινε αυτό;
-Γίνεται και μην ξαφνιάζεσαι. Και σήμερα πώς είναι τα πράγματα; Όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι; Όλοι μαγεύονται το ίδιο; Όχι. Άλλοι μαγεύονται από την αλληλεγγύη και άλλοι από το ρατσισμό – σαν το γείτονά μας. Άλλοι από τη δικαιοσύνη και άλλοι από τα πλούτη και την αδικία…. Άλλοι από τα βιβλία και άλλοι από τα λούσα και τα ακριβά ρούχα… Πάντα έτσι γινόταν και πάντα έτσι θα γίνεται…
-Ε, τότε, παππού, αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ.
-Πώς το λες αυτό; Γιατί να μην αλλάξει; Κάποτε θα…
-Μα εσύ το είπες μόλις τώρα, παππού…. Και τότε με το δράκο και τώρα χωρίς δράκο ο κόσμος ίδιος μένει. Και αν η απειλή του δράκου δεν μπόρεσε να μαγέψει τους ανθρώπους στην αλληλεγγύη και να κάνει τον κόσμο πιο δίκαιο, τότε ποιος θα μπορέσει;

Ζωραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Τα παραμύθια του παππού (6): Η μάσκα του δράκου

-Παππού, πότε θα μου πεις καμιά ιστορία με τον κινέζικο δράκο…. που φσσσς… φσσσς….. πφφφφ… σας αρρώσταινε με την αναπνοή του;
-Σου έχω πει πως στεναχωριέμαι κάθε φορά που μιλάω για αυτόν….
-Για πες μου, τότε που φορούσατε μάσκες, πώς αναγνωρίζατε ο ένας τον άλλον;
-Πώς σου ήρθε αυτό;
-Έχω δει φωτογραφίες… Και το χειμώνα που φορούσατε σκούφους, κασκόλ και τέτοια φαινόσασταν όλοι ίδιοι. Σαν άνθρωποι χωρίς πρόσωπο.
-Κάπως έτσι ήταν… Μεγάλη ιστορία αυτή η μάσκα… Στη πρώτη φάση της Άνοιξης μας είπαν πως είναι προαιρετική. Όποιος ήθελε φορούσε. Αλλά και να ήθελες δεν έβρισκες να αγοράσεις. Μόνο στη μαύρη αγορά. Τότε κάποιοι επιστήμονες έλεγαν ότι μπορεί να κρύβει και κινδύνους, να κάνει και κακό η συχνή χρήση της.
-Το έλεγαν, ρε παππού, επειδή δεν υπήρχαν μάσκες για όλους….
-Μπορεί να έχεις δίκιο. Στο δεύτερο όμως κύμα του χειμώνα, τότε που μέσα σε δυο μήνες πέθαναν πάνω από 5000 άνθρωποι, την έκαναν υποχρεωτική. Μέσα κι έξω. Βάζανε μάλιστα και ακριβά πρόστιμα αν δεν τη φορούσες. Ήμασταν, λοιπόν, υποχρεωμένοι ακόμη και στην εξοχή να φοράμε μάσκα.
-Για να μη μείνουν απούλητες, ρε παππού, δεν καταλαβαίνεις;
-Μπορεί… Πράγματι οι βιομηχανίες είχαν παράγει εκατομμύρια μάσκες…. Έπρεπε να πουληθούν.
-Και πώς ήταν η ζωή με μάσκα;
-Δύσκολη, πολύ δύσκολη. Ξέρεις με τη μάσκα εισπνέεις την εκπνοή σου. Έτσι εισπνέεις λιγότερο οξυγόνο και περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα. Η αναπνοή γίνεται ανθυγιεινή και οι άνθρωποι ήταν πάντα ζαλισμένοι… Αλλά τη φορούσαμε… Δηλαδή που λέει ο λόγος . Γιατί πολλοί τη φορούσαν μόνο στο στόμα, η μύτη έξω. Ίσα – ίσα να γλυτώνουν το πρόστιμο. Αλλά η γιαγιά σου κι εγώ τη φορούσαμε κανονικά. Θέλαμε να προστατεύουμε το μωρό μας. Καθώς, λοιπόν, όλοι κυκλοφορούσαμε με μάσκα, κανείς δεν ξεχνούσε το δράκο. Η μάσκα ήταν το σύμβολο του που μας κρατούσε όμηρους στο φόβο του. Κάποιοι έλεγαν, πως «αυτός ο φόβος προστατεύει από το δράκο». Αλλά το πιο σωστό ήταν πως «ο φόβος φυλάει τα έρμα». Γιατί τότε νοιώθαμε έρημοι και απροστάτευτοι…
-Γιατί, παππού; Δεν σας προστάτευε η κυβέρνηση;
-Μα σου έχω μιλήσει γι΄ αυτήν. Παντού ελλείψεις: νοσοκομεία, γιατροί, νοσοκόμοι, αίθουσες σχολείων, λεωφορεία , άσε στα γηροκομεία… Μετά δεν είχαμε φάρμακα. Μόνο lockdown, καραντίνα στα σπίτια… και μας παρηγορούσαν με το εμβόλιο. Μεγάλη ιστορία αυτό το εμβόλιο…. Αξίζει να την ακούσεις…. Οι φαρμακοβιομηχανίες που λες….
-Άστο, άστο αυτό, παππού. Άλλη φορά. Τώρα θέλω ιστορία με μάσκες.
-Μα τι ακριβώς θέλεις;
-Να, παππού. Να είσαι δίπλα με το δικό σου άνθρωπο και να μην τον αναγνωρίζεις. Πλάκα που θα είχε….
-Εντάξει, θα σου πω μια τέτοια ιστορία… Όταν είχα απολυθεί και έμεινα άνεργος δεν το είπα στη γιαγιά σου. Κάθε πρωί, λοιπόν, φορούσα τη μάσκα μου κανονικά, το κράνος της βέσπας, το χοντρό μπουφάν, και έφευγα από το σπίτι σαν να πήγαινα στη δουλειά. Γυρνούσα κάθε μέρα από δω κι από κει, μήπως βρω κάτι, έστω και προσωρινό. Μια μέρα είχα ραντεβού σε μια πιτσαρία για ντελιβεράς. Η πιτσαρία ζητούσε προσωπικό.
Στάθηκα τελευταίος στη σειρά, όρθιος έξω από το μαγαζί. Να έρθει η σειρά μου να μπω μέσα. Ξαφνικά βλέπω να έρχεται μια γυναίκα που κάτι μου θύμιζε και να στέκεται πίσω μου. Έριξα μια γρήγορη ματιά και κατάλαβα πως ήταν η γιαγιά σου. Φορούσε μάσκα, ένα σκουφί που κατέβαινε μέχρι τα μάτια, κασκόλ…. Με κοίταξε κι αυτή, δεν έκανε όμως καμιά κίνηση. Σκέφτηκα, δεν με γνώρισε. Αποφάσισα τότε να μην της μιλήσω.… Γιατί θα έπρεπε να της πως την αλήθεια. Κατάλαβα όμως ότι έψαχνε για δουλειά και αυτό…. μου άρεσε. Όταν ήρθε η σειρά μου, με πλησίασε. «Μου παραχωρείτε τη σειρά σας, κύριε, γιατί έχω αφήσει τα παιδιά μόνα τους στο σπίτι»; με ρώτησε. Τάχασα. Η φωνή της μέσα από τη μάσκα ακουγόταν βαριά, διαφορετική. «Ευχαρίστως, κυρία μου», απάντησα. Όταν προχώρησε μπροστά μου την ξανακοίταξα…. Λες να μην είναι αυτή; αναρωτήθηκα. Με προβλημάτιζε που μου μίλησε για παιδιά, ενώ εμείς τότε είχαμε ένα μόνο παιδί, τον πατέρα σου.
-Και μετά και μετά;
-Όταν την είδα να βγαίνει σιγουρεύτηκα πως ήταν αυτή. Το μεσημέρι γύρισα σπίτι στην ώρα μου. Σαν να είχα πάει για δουλειά. Η γιαγιά σου ήταν εκεί σαν να μην είχε βγει καθόλου από το σπίτι. Δεν της είπα τίποτα για τη συνάντησή μας. Δυο μέρες μετά πάλι κάπου την είδα, από μακριά αυτή τη φορά, να ψάχνει για δουλειά. Το μεσημέρι που γύρισα σπίτι εκεί που τρώγαμε, δεν άντεξα. «Ψάχνεις για δουλειά, Μαρία;» τη ρώτησα…. «Ναι, το σκέφτομαι», μου είπε…. «Πού θα αφήνεις το παιδί;» τη ρώτησα… «Κανόνισα με τη μάνα μου να μου το φυλάει», μου είπε…. «Ξέρεις είναι δύσκολο να βρεις δουλειά τώρα με το δράκο», την ενημέρωσα…. «Το ξέρω, μου είπε. Είναι δύσκολο και για μένα και για σένα»…. Τάχασα. «Το ξέρεις»; ρώτησα. «Το ξέρω, Γιάννη μου, σε είδα προχτές στην πιτσαρία»…. «Κι εγώ σε γνώρισα, αλλά νόμισα πως δεν…» της είπα. Και αμέσως τη ρώτησα: «Γιατί μου είπες πως είχες αφήσει μόνα τα παιδιά σου;»…. «Να σε μπερδέψω, αν είχες κάτι υποψιαστεί», απάντησε γελώντας…. Και τότε που λες σηκωθήκαμε και οι δυο από το τραπέζι, αγκαλιαστήκαμε και υποσχεθήκαμε πως….
-Έλα ρε παππού, μου το χάλασες…. Εγώ ήθελα μια ιστορία που να μην αναγνωρίζει ο ένας τον άλλον…. να γίνεται μπέρδεμα. Να, όπως να πηγαίνεις σχολείο να πάρεις το παιδί σου, να μπερδεύεις τα παιδιά και να παίρνεις κάποιο ξένο. Αυτό θα είχε μεγάλη πλάκα, ε παππού;

Τα παραμύθια του παππού (7): Τα εμβόλια του δράκου (Ι)
-Παππού, θέλω να μου πεις την ιστορία με τα εμβόλια του κινέζικου δράκου…
-Σου έχω πει πως στεναχωριέμαι όταν σου μιλάω για αυτόν….
-Μα ξεκίνησες να μου τη λες… και δεν σε άφησα γιατί τότε ήθελα να μου πεις για τις μάσκες. Δεν το θυμάσαι; Τώρα θέλω τα εμβόλια, παππού….
-Καλά…. Όταν εμφανίστηκε ο δράκος η τότε κυβέρνηση της χώρας μας αποφάσισε να τον αντιμετωπίσει μόνο με το εμβόλιο. Παραμέλησε, λοιπόν, νοσοκομεία, γιατρούς, νοσοκόμους, φάρμακα. Δεν ήθελε με τίποτα να ενισχύσει τη δημόσια υγεία. Μόνο καραντίνα, πρόστιμα και για παρηγοριά το εμβόλιο.
-Τα έχουμε πει αυτά, παππού. Μη λες πάλι τα ίδια.
-Εντάξει…. Όταν σου λέω τα ίδια να μου το λες…. Για τα εμβόλια λοιπόν κατά του δράκου, Αμερική και Ευρώπη έδωσαν δισεκατομμύρια στις μεγάλες ιδιωτικές φαρμακευτικές εταιρείες, αντί να χρηματοδοτήσουν τους Δημόσιους Οργανισμούς Έρευνας. Προτίμησαν να βγάλουν οι εταιρείες τα εμβόλια και όχι τα κράτη τους. Καταλαβαίνεις το γιατί…
-Μα παππού, εσύ το είπες πριν λίγο. Δεν ήθελαν το Δημόσιο.
-Οι εταιρείες λοιπόν άρπαξαν την ευκαιρία. Πήραν τα δισεκατομμύρια, πόσα ακριβώς κανείς δεν έμαθε, υπογράφοντας συμβόλαια ότι θα βρουν και θα παραδώσουν μεγάλες ποσότητες εμβολίων. Και πράγματι μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο βρήκαν τα εμβόλια… Αμέσως άρχισαν να διαφημίζουν πόσο αποτελεσματικά είναι. Το ένα 90 %, το άλλο 95% και το τρίτο 98%…. Πήρανε και τις εγκρίσεις από τα Παγκόσμια Κρατικά Κέντρα Εμβολίων και μέχρις εδώ όλα καλά.
-Σιγά μην δεν τις έπαιρναν, παππού… Δικοί τους άνθρωποι ήταν κι εκεί.
-Ναι δεν λέω, αλλά οι κυβερνήσεις ήταν ικανές να αρχίσουν να μας εμβολιάζουν χωρίς καμιά έγκριση… Μόλις λοιπόν εγκρίθηκαν τα εμβόλια, κυβερνήσεις και εταιρείες άρχισαν να πανηγυρίζουν και να μας παραμυθιάζουν. Κάνετε υπομονή, σιγά σιγά θα εμβολιαστούμε όλοι, σε λίγους μήνες θα γλυτώσουμε από το δράκο. Αλλά όταν η παραγωγή των εμβολίων πήρε εμπρός, ξεκίνησαν και τα παρατράγουδα…. Αντί να τα παραδίδουν στις χώρες σύμφωνα με τις συμφωνίες, οι εταιρείες κοίταγαν πώς θα μεγαλώσουν τα κέρδη τους, κλείνοντας νέες συμφωνίες με άλλες χώρες. Βιάζονταν, βλέπεις, μην εμφανιστούν και νέα εμβόλια και μοιραστεί η πίτα. Άσε που τα νέα εμβόλια μπορεί να ήταν και καλύτερα. Από την άλλη οι κυβερνήσεις των μεγάλων χωρών κοίταγαν πώς θα πάρουν τη μερίδα τους λέοντος, ρίχνοντας τις μικρές χώρες όπως η Ελλάδα. Για να καταλάβεις, όποια χώρα πλήρωνε περισσότερο, έπαιρνε περισσότερα. Το Ισραήλ για παράδειγμα τα πλήρωσε διπλά και αμέσως εμβολίασε όλον τον πληθυσμό του.
Αυτόν τον ανταγωνισμό των εταιρειών τον είπαν νέο παγκόσμιο πόλεμο. Ένας πόλεμος των φαρμακευτικών εταιρειών….
-Αυτό παππού δεν το καταλαβαίνω. Για κάνε το πιο λιανά.
-Κοίτα… Από τη μια μεριά είναι τα αμερικάνικα εμβόλια των εταιρειών Pfizer και Moderna. Από την άλλη το ρώσικο Sputnik V. Και έχουμε και το κινέζικο Cinofarm. Και όλα αυτά τον πρώτο καιρό, γιατί μετά εμφανίστηκαν και άλλα εμβόλια, AstraZeneca, Johnson & Johnson, Sanofi κλπ, ούτε που τα θυμάμαι. Μιλάμε για έναν παγκόσμιο ανταγωνισμό των εταιρειών να αυξήσουν τα κέρδη τους, να κλείσουν συμφωνίες, να πουλήσουν σε περισσότερες χώρες…. Και κοντά σε αυτά η παραγωγή τους να καθυστερεί, ενώ ο δράκος άρχισε να μεταμορφώνεται και να ξεφεύγει. Ακουγόταν ότι τα εμβόλια δεν τον έπιαναν πια. Και όλα αυτά τα παρατράγουδα συνέβαιναν γιατί τα εμβόλια ήταν ιδιωτικά. Επειδή οι πατέντες των εμβολίων δεν ανήκαν στα κράτη αλλά στις εταιρείες… Μόνο αυτές είχαν δικαίωμα να τα παράγουν, να κάνουν τα δοκιμαστικά τεστ, και να ανακοινώσουν ό,τι αποτελέσματα ήθελαν…. Κι εμείς να ζούμε στην αμφιβολία αν πρέπει να εμβολιαστούμε ή όχι. Και οι άνθρωποι να πεθαίνουν στα νοσοκομεία… Ένας πανικός σου λέω…
-Γιατί βούρκωσες, παππού;
-Δάκρυσα, γιατί θυμήθηκα έναν πολιτικό. Ήταν πρόεδρος τότε του μεγάλου Αριστερού κόμματος. Αυτός λοιπόν φώναζε: «Σπάστε τις πατέντες… Κρατικοποιείστε το εμβόλιο. Το εμβόλιο πρέπει να είναι δημόσιο αγαθό και όχι εμπόρευμα». Και έπεσαν πάνω του να τον φάνε. Όλο το σύστημα, εταιρείες, ΜΜΕ, κυβέρνηση… Μα δεν γίνεται αυτό, του έλεγαν, λες κουταμάρες, είσαι άσχετος, δεν ξέρεις τη νομοθεσία.
-Και τι έκανε το κόμμα αυτό παππού;
-Κοίτα, λόγω του δράκου και της καραντίνας, δεν μπορούσε να κάνει και πολλά. Τα μέλη του κόμματος ήταν κλεισμένα στα σπίτια τους. Δεν μπορούσαν ούτε να συναντηθούν, ούτε να συνεδριάσουν. Με τα μέλη απομονωμένα το κόμμα ήταν παγωμένο, σαν να βρισκόταν στην κατάψυξη.
-Αυτό το κόμμα πού είναι τώρα, παππού; Υπάρχει ακόμη;
-Κατά κάποιο τρόπο υπάρχει, αν και έχει αλλάξει… Εκείνα τα χρόνια κυβέρνησε κάνα δυο φορές… Ούτε που θυμάμαι πότε ακριβώς… Προσπάθησε για μια πιο δίκαιη κοινωνία, αλλά….
-Τι αλλά, παππού, τι έγινε;
-Πολλά έγιναν…. Η πλειοψηφία των ανθρώπων μαγεύτηκε, όπως σου έχω πει, από άλλες αξίες. Οι εταιρείες, τα ΜΜΕ και τα άλλα συμφέροντα το πολέμησαν… Εμείς τα μέλη του, δεν το υποστηρίξαμε όσο έπρεπε. Ξέρεις, ζητούσαμε πολλά… Άλλοι το θέλαμε ριζοσπαστικό, άλλοι ζητούσαμε μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη, και άλλοι ήθελαν σοσιαλισμό… Του κάναμε αυστηρή κριτική… ενώ οι συνθήκες τότε δεν….
-Παππού, θέλω να μου πεις την ιστορία αυτού του κόμματος. Και θέλω να μάθω σήμερα πού βρίσκεται. Πού βρίσκονται τα μέλη του; Κάπου θα είναι, παππού, δεν μπορεί να πέθαναν όλα…
-Κοίτα, οι ιστορίες του κινέζικου δράκου, των εμβολίων και του αριστερού κόμματος για χρόνια προχώρησαν μαζί. Άσε με να συνέλθω και θα τα λέμε σιγά – σιγά.
-Μη κλαις, ρε παππού… Τέλειωσαν τώρα αυτά.
-Μα γι αυτό κλαίω, επειδή τέλειωσαν.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s