ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΙΙ, Ποίηση για για την προσφυγιά και τους πρόσφυγες

THE FLYING BIRD
Ozdemir Ince

(Τούρκος ποιητής, συγγραφέας, δημοσιογράφος)

Ποια είμαι η πατρίδα σου;
Γλάρος είμαι, μου ‘πε.
Από ποια χώρα έρχομαι;
Από τη Γη.
Τα σύνορά μου, τώρα πια,
το χώμα, το νερό, ο αγέρας.

SHOOTING SPORTSMAN
Colan Haji (Κούρδος)

(μεταφρ. Δημήτρης Καλαντζής)

Οι επιβάτες στα μίνιμπας πλήρωσαν τον θάνατό τους το πρωί με δέκα λίρες.
Το ντουλάπι έθαψε τις παντόφλες, τα τζάμια έσκισαν τις κουρτίνες και τους λαιμούς σαν γκιλοτίνες.
Μία σιωπηλή λίμνη αίματος στην άσφαλτο όπου αιωρείται η οχλοβοή. Μετά ήρθαν, ακύρωσαν τις υποχρεώσεις τους, πήραν τα δόντια τους και έριξαν τα απομεινάρια των καρδιών μας στα μυρμήγκια.
Και φώναξαν: «Κανείς δεν είναι κατηγορούμενος. Όλοι είναι καταδικασμένοι!»
Έκλεισαν τα φαρμακεία και τις γέφυρες, μπλόκαραν τις εισόδους των πόλεων, και τις εισόδους στις πλατείες και έβαλαν μία λάθος διεύθυνση στην άκρη της λόγχης τους:
Είτε το βάραθρο, είτε ο τοίχος.
Μας άφησαν άυπνους και μία λίστα από ονόματα, σκόνη που οι πεινασμένοι έγλυψαν από τα παπούτσια τους, οπλισμό από σκουπιδοντενεκέδες, σάβανα που τραβούσαν τις τίγρεις στους αμπελώνες, κανάτες με θολά νερά, ένα παπούτσι στο δρόμο,
κρύο και κεριά, τη φτυσιά των εμπόρων, σφαίρες στην πόρτα του ψυγείου, στην οθόνη και στη δεξαμενή, ένα στρατώνα σε μουσείο, μώλωπες στους ζωγράφους, την κάπα του μοναχού, ένα ξεριζωμένο νύχι και τη ζεστασιά των όρχεων.
Και πήραν τους ερασιτέχνες ηθοποιούς, τον γιατρό, τον περαστικό, μουσικούς, ανθρώπους που έψαχναν για ψωμί, πωλητές λαχείων και τερματοφύλακες.
Συνέτριψαν τον ουρανό και χρωμάτισαν τα τανκς με το χρώμα του για να αυξήσουν τον ήχο του πιάνου, το φέρετρο της μουσικής.
Σκότωσαν τον τρελό της γειτονιάς, το μηχάνημα γάλακτος και τον πωλητή μαϊντανού.
Σκότωσαν το παράθυρο και την αδελφή που κοίταζε από αυτό.
Ούτε η αγελάδα του γείτονα επέζησε.
Ούτε η λάμπα του δρόμου.
Έφτυσαν στην πηγή και κατέστρεψαν τα φώτα, το δακρυσμένο αισιόδοξο μάτι της ζωής, το μάτι της ελπίδας.
Με μαχαίρια ξέσκισαν τους χρησιμοποιημένους καναπέδες.
Τη βαλίτσα και τις τυλιγμένες κουβέρτες.
Σταύρωσαν τον μαραγκό, στραγγάλισαν την καρδερίνα και έσφαξαν τον τραγουδιστή. Έκαψαν τις θημωνιές, τα βιβλία και τα ποδήλατα. Και μετά ξάπλωσαν στο γρασίδι της παιδικής χαράς. Και πήραν έναν υπνάκο.
Αυτές δεν είναι εικόνες. Αυτοί είναι οι φύλακες των παραστάσεων.

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

(Από τη συλλογή «Ο θάνατος του Μύρωνα», 1960)

Νύχτωνε στην Ελ Μίνα και πυκνή
σιωπή ανέβαινε απ’ τη μεριά της θάλασσας
κι αντάμωνε το κάστρο• ολημερίς
ξαπλώνονταν αμίλητο και σκυθρωπό
σα μουδιασμένο ζώο

Τότε ξεχώρισα ήχο πνιχτό καθώς το φύλλο
που τσαλακώνεται μέσα σε χέρια ανάρμοστα
γρατσούνισμα σε σώμα ακάθαρτο, αρρωστημένο

Κι είδα έναν Άραβα μικρό, σημαδεμένο
έφεγγαν χέρια, πρόσωπο, μάτια κι ήταν όλος
χιλιάδες που άφηναν τη γη τους κι επιστρέφανε
μέσα στην άμμο, σε σκηνές, στο άσπρο φως.
Κι όταν μιλούσε δάκρυζε η φωνή του και όλο ικέτευε
για κάποια θέση στη ζωή ή έστω αντίσταση
στο θάνατο που ερχότανε αργά και τον ρουφούσε
Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου. Άγρια μοναξιά
τα χρόνια που έφευγαν με είχανε ποτίσει

Πηγή: https://tokoskino.me/ νίκος-αλέξης-ασλάνογλου-πρόσφυγες-στ-2/

ΣΤΗΝ ΞΕΝΙΤΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
Παντελής Μπουκάλας

(Από τη συλλογή «Ρήματα», εκδ. Άγρα, 2009)

Τυχαία ώρα. Τυχαία πλατεία. Τυχαία Ελλάδα. Πάντως
Κυριακή, τότε που δέεσαι το χρόνο να ειρηνέψει. Στα παγκάκια, μισοί να κάθονται, μισοί ανεβασμένοι. Αλβανοί. Τώρα μιλάνε δυνατά και ξαναβρίσκουν όσα έκρυψε φοβισμένος ο καιρός της σιωπής. Ξενιτεμένοι μες στη γλώσσα τους. Οι εδραίοι δεν της αποδίδουν σημασία, Καν δεν τη διακρίνουν Γι αυτό κι ελευθερώνει ερμητικό τον ήχο της. Στο θάλαμο τηλεφωνούν. Φιλιππινέζοι. Μάλλον. Διπλά ξενιτεμένοι αυτοί της γλώσσας και του δέρματος δεσμεύουν τη φωνή τους αθόρυβοι διασχίζουν το ακίνητο βλέμμα μας. Συλλέκτης μάταιος επεισοδίων παίρνεις να γράφεις σιωπηρά, δίχως χαρτί ή μολύβι, λες ξαναλές τις φράσεις μη χαθούν, έχει ραγίσει ο ρυθμός, κομπιάζει η μνήμη. Εκείνο το βαρύ τ’ αγενεολόγητο: «Πατρίδα του ποιητή η γλώσσα του» σου τρώει το νου τον φαρμακώνει. Μα ποια πατρίδα. Λέξεις και λέξεις και πάλι λέξεις. Ιθαγενής του κενού, μετράς, διπλή- τριπλή η ξενιτιά της γλώσσας όταν γράφεται. Να μένεις έξω μακριά απ’ ό,τι πόθησες ό,τι σχεδίασες πριν το αναθέσεις στα ρημάτια. Να μένεις έξω μακριά απ’ όσους δεν νοούν τη γλώσσα σου σε άλλον ήλιο γεννημένοι. Έξω μακριά κι απ’ τους ομόγλωσσους που διασχίζουν την παλιλλαλία σου αδιάφοροι. Μια ξενιτιά η πατρίδα σου. Σαν έρωτα που τον ζητάς μόνον για να τον χάσεις.
Πηγή: https://ologramma.art/stin-xenitia-tis-glossas-pantelis-mpoykalas/

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ
Αλέξιος Μάινας,

Από τη συλλογή «Το περιεχόμενο του υπόλοιπου», εκδ. Γαβριηλίδης, 2011)

Κι αν υπήρχαν πουλιά
(τότε) φωνές χαμένων πουλιών·
γιατί η κούραση θα φέρει πάλι
την άγνοια.
Οι μέρες περπατήσαν αργά
συρθήκαν κακοτράχαλα κάτω απ’ τη ζέστη
μέσα στον άλλο ήλιο
αυτόν της δίψας μας
αφήσαν να κυλήσει σαν χαλίκι
ο φόβος τους στα δρομάκια
ο φόβος που πιστέψαμε πως είναι
η φαντασία του παιδεμένου
το κίνητρο του φυγά, η επιτυχία της φάμπρικας
και κατέβηκαν τις ανηφόρες των λόφων
προς τα σπίτια όπου
ζούσαν όλοι ίσοι και σκλάβοι
παράγκες ροβολώντας στα σκάμματα των οδών
με σκυλιά να ψοφάνε τσίγκινα στα κατώφλια
και πεταμένα ορθογώνια χαλιά για κήπους
με λουλούδια πλεγμένα
ανάμεσα σε σταυρούς
κι αγκυλωτά μοτίβα
με λάσπες και τρύπες
αφού παίζουν συχνά τα παιδιά,
πέτρες ριγμένες με λαστιχένιες σφεντόνες
από σπασμένα υπαίθρια καμίνια όπου βράζουν
καζάνια με σούπες και
μπουγάδες από σκέτο νερό,
και στο τέλος του πλέγματος
εκεί που τελειώνει βαλαντωμένο το εδώ
κι αρχινούν τα φουγάρα των πλοίων
εκβάλλει και σκιάζει το μόλο στοργικά ο καπνός
χωρίς φλόγα
δημιουργώντας την απτή αδιάφθορη αίσθηση
πως δεν αρκεί η φτώχεια του σκελετού των τειχών
μιας αποθήκης σπασμένης
στεγάζοντας υπέρογκη την αχρηστία
το άδειο
για να νιώσει κανείς μετανάστης
ούτε η προφορά σε τόσες γλώσσες
ονομάτων στα ναυάγια
ψάχνοντας για σημάδια της μάχης
στις πανοπλίες των μακρόστενων τάνκερ.

Πηγή: https://www.andro.gr

ΛΟΥΟΜΕΝΟΣ
Γιάννης Βούλτος:

Η θάλασσα
Οι ευκάλυπτοι
Η μάντρα με τα κάγκελα
Το συρματόπλεγμα
Εντός
Ένας ξένος
Λουόμενος
Εκτός
Οι αυτόχθονες
Επίσης λουόμενοι
Σε ιαματικά λουτρά
Αίματος

ΣΗΜΕΡΑ ΚΟΥΡΔΟΙ
Αλέξανδρος Φωσταίνης

Από τη συλλογή «Ναυάγιο Φως», Διάττων, 2004

Τους βρίσκουν χωριάτες, ελεεινούς
Και στρέφουν το πρόσωπο αλλού
Σημερινοί αστοί με περιφρόνηση

Εγώ που μεγάλωσα σους αγρούς
Χωριάτης μέσα στους χωριάτες
Πόσο αλλάζουν οι ανάσες
σε ένα μικρό απόσταγμα του χρόνου,
αγνοούσα

Γυρίστε εσείς της ευκολίας
Το ράθυμο βλέμμα σας πέρα
Στην άκρη του λιμανιού
Το πρόσωπό σας να αντικρύστε.
Διωγμένοι από τον τόπο τους
Στη μπούκα της μοίρας – σήμερα Κούρδοι –
Στις ασυγκίνητες αυλές του κόσμου
Με τα σκυλιά μοιράζονται το αύριο.
Βαρύ το ξεροκόμματο κι αχώνευτο•
Η προσδοκία ανίατο έλκος.

Τη νύχτα ψάχνουν τα’ όνειρο
Και η αυγή το καίει. Και τι ήταν;
Ένα χωρφι σκληρό να ’ρχεται η Άνοιξη
Καλύβα από ξερόκλαδα να κόβει τον αέρα•
Μια μάνα στο κατώφλι να φυλάει το γυρισμό
Πράγματα ακριβά, πανάκριβα τα’ αγαπημένα.

Τώρα μάθατε
Ξημερώσατε ναυαγοί άξενης μοίρας.
Δεν έχει τόπο για σας. Δεν έχει καλημέρα.
Γυρολόγος λαός λαθρεπιβάτης της ιστορίας
Να κατέβει. Αλλιώς πετιέται στη θάλασσα.

-Μάταια ψάχνεις, ξένε, εφέστιες στάχτες.
Εδώ κατοικούν άλλοι άνθρωποι.

ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΨΑΧΝΩ
Βασίλειος Χριστόπουλος

Και τώρα, πατρίδα, πρέπει να σ’ αφήσω,
Χαλέπι, και Κομπάνι, και Παλμύρα,
Τα παιδιά μου μόνο θα κρατήσω.
Καθώς η θύελλα μας σπρώχνει δυτικά.
Σύνορα και σύρματα μπροστά μας
Σαν τα διαβούμε θα γίνουμε πια ξένοι.
Στον κάθε νέο τόπο, για λίγο θα σταθούμε
Λίγο να ξαποστάσουμε, νερό θα πιούμε
πριν κι από κει μας σπρώξουν μακριά.
Και τώρα, πατρίδα, πρέπει να σ’ αφήσω.

Έ, ξένε, πού πηγαίνεις, τι ζητάς;
Μια πατρίδα ψάχνω, ήσυχος να ζήσω.

Ο πόλεμος κτυπά από κάτω κι από πάνω.
Τρέχει πίσω μας, από κοντά μάς κυνηγά
Τρέχουμε κι εμείς, τρέχω και δεν φτάνω
Κι αν τον αφήσαμε, ξοπίσω αυτός
περνά τα σύνορα μαζί μας,
λυσσομανά δαιμονισμένος.
Κι εμείς άπιστοι και τρομοκράτες.
Κυνηγημένοι, βρώμικοι, χαμένοι,
Χωρίς χαρτιά, από το Θεός μας ξεχασμένοι.
Ο πόλεμος κτυπά από κάτω κι από πάνω.

Έ, ξένε, πού πηγαίνεις, τι ζητάς;
Μια πατρίδα ψάχνω να πεθάνω.

Χωρίς πατρίδα και χαρτιά, θάμαι πάντα ξένος
Κι ο πόλεμος θα με κτυπά αγριεμένος
Με κυνηγούν, ανθρώποι, θεοί και νόμοι.
Και πού ελπίζεις; Σ’ αυτό που λέει ο ποιητής:
Η τελευταία λέξη δεν ειπώθηκε ακόμη.

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: