ΟΙ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟΙ: Τέσσερα Διηγήματα για Πρόσφυγες και Μετανάστες

Περιέχονται στη Συλλογή διηγημάτων ΓΙΑΤΙ ΣΕ ΜΕΝΑ; του Βασίλειου Χριστόπουλου, Εκδόσεις Κέδρος, 2018

ASAD: Κατερίνα Χριστοπούλου

Τα χαμογελαστά κορίτσια
Οι δύο φίλες, η Σίλβια και η Νάντια, είχαν καιρό να
τα πουν. Εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα κάθονταν στο
στενό μπαλκόνι του υπερυψωμένου ισόγειου σπιτιού της
Νάντιας. Μετά βίας χωρούσε τις δύο καρέκλες τους και
ένα μικρό τραπέζι. Το μπαλκόνι βλέπει σε έναν στενό
ανηφορικό δρόμο, με μικρή κυκλοφορία. Η ώρα πλησί-
αζε εφτά, αλλά ήταν ακόμα μέρα. Είχε δροσιά και ήταν
ήσυχα.
Κρατούσαν από μια κούπα καφέ στο χέρι και συζητού-
σαν ανήσυχες.
– Ήρθαν και μου ζήτησαν να τους ξοφλήσω. Θυμήθη-
καν πως τους χρωστάω από το 1996, που μας έφεραν. Δεν
ξέρω τι να κάνω, είπε Σίλβια αναστατωμένη.
– Είναι πολλά;
– Κάπου τριακόσια ευρώ.
– Φιλενάδα, πολλά τα λεφτά, αλλά, αν έχεις, δώσ’ τα
να τελειώνεις.
– Πού να τα βρω, είμαι άνεργη εδώ και πέντε μήνες.
Δεν τα ξέρεις;
Η Νάντια έμεινε για λίγο σκεφτική, με τα μάτια κλει-
στά. Μετά, με φωνή μελαγχολική είπε:
– Ποιος να το φανταζόταν ότι εδώ στην Ελλάδα θα
είσαι άνεργη. Και δεν θα μπορείς να βρεις ούτε ένα σπίτι
να καθαρίσεις. Ούτε έναν γέρο, μια γριά να φροντίσεις.
Κοίταξε τη Σίλβια και της έπιασε τρυφερά το χέρι ενώ
συμπλήρωνε: Έπειτα από είκοσι ολόκληρα χρόνια.
– Μη μου τα θυμίζεις, ψιθύρισε τρομαγμένη η Σίλβια.
Είχαν πληρώσει ακριβά την κάθοδό τους από τη Ρου-
μανία. Είχαν συμφωνήσει να διαθέσουν τον εαυτό τους
επί έναν χρόνο στις απαιτήσεις του εργοδότη. Έναν ολό-
κληρο χρόνο δουλειάς, με μόνο αντάλλαγμα στέγη και φα-
γητό.
– Απ’ τον θεό να το βρουν, ψιθύρισε η Νάντια.
– Πώς τους εμπιστευτήκαμε; τα κουτορνίθια αναρωτή-
θηκε φωναχτά η Σίλβια.
– Ήμασταν δεκαοχτώ χρονών και πιστεύαμε πως φεύ-
γουμε από τη φτώχεια. Πως ερχόμαστε εδώ να φτιάξουμε
τη ζωή μας. Σκέψου, όμως, και τα άλλα κορίτσια.
– Λες να ’ναι καλύτερα που δεν είμαστε όμορφες; ρώ-
τησε η Σίλβια.
– Λέω, ναι. Σταθήκαμε τυχερές. Άλλο σεξουαλική εκ-
μετάλλευση κι άλλο εργασία τσάμπα σε ένα σπίτι ή σε ένα
εργοστάσιο, σχολίασε η Νάντια.
– Οι άλλες, όμως, είχαν κούτες τα ρούχα και τα εσώ-
ρουχα.
Η Νάντια την αγριοκοίταξε:
– Ναι, εσώρουχα για να διαλέγει ο πελάτης. Και κου-
τιά χάπια να μην καταλαβαίνουν. Ήθελαν τα κορίτσια να
είναι πάντα χαμογελαστά, μονολόγησε.
– Χαμογελαστά κορίτσια; ρώτησε η Σίλβια.
– Ναι, να χαμογελάνε στους πελάτες. Και με μέικαπ
να κρύβουν τα μαυρισμένα τους μάτια και μάγουλα. Τις
έδερναν κι από πάνω οι αθεόφοβοι. Και κουτιά παυσίπο-
να να μην πονάνε. Πονούσε όλο το σώμα τους. Μα, πιο
πολύ, μου έλεγε η Πέτρα, τη θυμάσαι την Πέτρα, πονού-
σε το μουνί τους.
– Ναι, δεν έμεναν με τη θέλησή τους. Να φύγουν ήθε-
λαν. Αλλά τις κρατούσαν με τη βία, σχολίασε η Σίλβια
και συνέχισε αναστατωμένη: Λες να κινδυνεύω κι εγώ;
Μήπως μπορείς να μου δανείσεις τριακόσια ευρώ εσύ,
που δουλεύεις ακόμα;
Η Νάντια δεν απάντησε, και έπεσε σιωπή. Είχε πια
νυχτώσει και το βλέμμα τους στράφηκε στον στενό δρό-
μο. Κάποιοι πρέπει να επέστρεφαν στο σπίτι τους. Άλλοι
από ολοήμερη δουλειά κι άλλοι από ολοήμερο ψάξιμο για
δουλειά, σκέφτηκε η Νάντια.
– Εγώ, ναι, δουλεύω ακόμα, απάντησε. Αλλά η δουλειά
μου, φιλενάδα, δεν είναι όπως την ήξερες.
– Τι άλλαξε;
– Παλιά, όταν κάποιος πελάτης εμφανιζόταν στο καφέ
κι έπιανε καρέκλα, έτρεχα να τον υποδεχτώ χαμογελαστή.
– Χαμογελαστή, είπες;
– Μου το είχαν ζητήσει τα αφεντικά. Άρεσε όμως και
σ’ εμένα. Του πρόσφερα ένα ποτήρι νερό και τον ρωτού-
σα τι θέλει. Τώρα, όμως, όλα άλλαξαν. Δεν πρέπει να χα-
μογελάω, είπε η Νάντια κλείνοντας τα μάτια της.
– Τι έγινε; ρώτησε ανήσυχη η Σίλβια.
Η Νάντια δεν απάντησε. Ακούμπησε στο σιδερένιο κά-
γκελο, σαν κάτι να έψαχνε. Κάποιος ηλικιωμένος ανέβαι-
νε αγκομαχώντας τον ανήφορο. Τον συνόδευε μια ώριμη
γυναίκα από την πατρίδα, γνωστή τους. Η γυναίκα έριξε
μια ματιά στο μπαλκόνι τους και σήκωσε το χέρι της. Οι
δύο φίλες ανταπέδωσαν. Δύο κορίτσια κατέβαιναν τριπο-
δίζοντας σαν νεαρά πουλάρια. Η μικρή νεραντζιά μπρο-
στά στο μπαλκόνι ήταν γεμάτη άνθη και αζήτητους καρ-
πούς. Οι καρποί είχαν αρχίσει να σαπίζουν και λίγοι λίγοι
έπεφταν στο πεζοδρόμιο και στον δρόμο.
Ήπιε μια γουλιά καφέ και άναψε τσιγάρο. Τράβηξε,
έβηξε και ξεκίνησε:
– Το μαγαζί, φιλενάδα, έχει προβλήματα. Πριν από
μέρες ήρθε η ΔΕΗ – είχε απλήρωτους λογαριασμούς –
και του έκοψε το ρεύμα. Για μία ακόμη φορά έτρεχε σε
γνωστούς, να γίνει επανασύνδεση και ευνοϊκός διακα-
νονισμός. Αμέσως μετά με φώναξε και μου είπε πως δεν
βγαίνει. Από τετρακόσια μπορούσε να μου δίνει τριακό-
σια είκοσι, δηλαδή ογδόντα ευρώ τη βδομάδα, χωρίς υπε-
ρωρίες. Και ασφάλεια part time, τρία ένσημα τη βδομάδα.
Σκέφτηκα εσένα, φιλενάδα, και δέχτηκα. Αλλά το επόμε-
νο Σάββατο, που ζήτησα τα ογδόντα, μου έδωσε σαράντα.
«Γιατί σαράντα, κύριε Βασίλη;» «Γιατί σήμερα δεν πιάσα-
με ούτε εκατό», με αποπήρε. Το μεθεπόμενο μου έδωσε
πάλι σαράντα. Όταν ζήτησα ολόκληρο το ογδοντάρι και
κάτι από τα προηγούμενα μου έβαλε τις φωνές. Φιλενά-
δα, για πρώτη φορά έχασα την ψυχραιμία μου. Χωρίς να
το πολυσκεφτώ, πέταξα τα κλειδιά και του φώναξα: «Δεν
ξανάρχομαι, και φροντίστε να με ξοφλήσετε».
– Είσαι δυνατή, πάντα το έλεγα, μίλησε με θαυμασμό
η Σίλβια.
Η Νάντια έσβησε το τσιγάρο, την πείραζε στον λαιμό,
και συνέχισε:
– Ύστερα από μία βδομάδα πέρασα να ζητήσω τα λε-
φτά μου, είχα ξεμείνει. «Σε συμβουλεύω να ξανάρθεις»,
μου είπε και συμπλήρωσε: «Αν δεν θες να ψοφήσεις της
πείνας. Αν φύγεις, δεν πρόκειται να βρεις πουθενά δου-
λειά». Πριν προλάβω να καταλάβω αν αυτό ήταν απειλή
ή απλή προειδοποίηση, συμπλήρωσε: «Όπως εσύ θέλεις
να φύγεις, το θέλω κι εγώ». «Μα γιατί θέλετε να φύγω; Τι
παράπονο έχετε;» ρώτησα. «Γιατί με ρουφιανεύεις», απά-
ντησε. Έμεινα άφωνη. «Με ρουφιανεύεις, και μάλιστα σε
καλούς πελάτες», επέμεινε.
– Τι σημαίνει «ρουφιανεύω»; ρώτησε η Σίλβια.
Η Νάντια την αγνόησε. Στράγγιξε το φλιτζάνι του
καφέ και συνέχισε:
– Ήταν κόκκινος, τα μάτια του είχαν αγριέψει, φο-
βήθηκα, έβαλα τα κλάματα. «Λοιπόν, αν αποφασίσεις να
μείνεις, μακριά από φίλους και πελάτες». «Δηλαδή, τι πρέ-
πει να κάνω;» ρώτησα. Και τι μου είπε, φιλενάδα; «Απα-
γορεύεται να χαμογελάς». Αυτό μου είπε. «Απαγορεύεται
να χαμογελάω; Μα εσείς μου το είχατε ζητήσει». «Τότε
ήθελα χαμογελαστά κορίτσια, τώρα δεν θέλω. Δέχεσαι;»
– Χαμογελαστά κορίτσια κι αυτός, ε; ψιθύρισε η Σίλ-
βια.
– Σκέφτηκα εσένα, φιλενάδα, και είπα «δέχομαι».
Από ένα μικρό μπουκάλι νερό που είχε στα πόδια της
έριξε λίγο στο φλιτζάνι του καφέ. Το κούνησε και το απο-
στράγγισε. Μετά συνέχισε σαν να μονολογούσε:
– Παλιά, όταν κάποιος πελάτης εμφανιζόταν κι έπιανε
καρέκλα, έτρεχα με χαμόγελο να του προσφέρω ένα πο-
τήρι νερό και να τον ρωτήσω τι θέλει. Τώρα προσπαθώ να
μη χαμογελάω, να μην απαντώ σε ερωτήσεις. Καταλαβαί-
νεις γιατί. Η μία κουβέντα φέρνει την άλλη, και μπορεί να
μπλέξω, να χάσω τη δουλειά μου.
– Δεν τα γνώριζα όλα αυτά. Δηλαδή, δεν ευκολύνεσαι
για τα τριακόσια, ψιθύρισε ανήσυχη η Σίλβια.
– Δεν έχω. Και ήταν ευκαιρία τώρα να τους τα δώσεις
να τελειώνεις. Στενοχωριέμαι. Περισσότερο, όμως, που
δεν έχεις καθόλου δουλειά. Έστω και κακοπληρωμένη.
Έστω σαν τη δική μου. Ποιος να το φανταζόταν είκοσι
χρόνια μετά πως θα σου συμβεί κάτι τέτοιο. Τέτοια ατυ-
χία, φιλενάδα. Να μην μπορείς να βρεις έστω έναν γέρο,
μια γριά.

Moving out: Ζωγραφική, Κατερίνα Χριστοπούλου

Κισμέτ Παστουνβαλί
Ο Αλή βρίσκεται για πέμπτη φορά κρατούμενος στη
Γενική Ασφάλεια Εσπερίας. Όπως και τις άλλες τέσσε-
ρις, όλα τα παιδιά γύρω είναι γνωστά. Είναι σχεδόν φίλοι
του. Με τα περισσότερα ζουν εδώ και χρόνια στον καταυ-
λισμό δίπλα στο ρέμα του Γύφτου ή Διακονιάρη.
Είναι ακόμα πρωί, και, πριν σφίξει η ζέστη, τα παιδιά
εκμεταλλεύονται την πρωινή δροσιά να κερδίσουν λίγες
ώρες ύπνου. Όλοι κοιμούνται, εκτός από τον Αλή. Θέλει
να μείνει ξύπνιος, να σκεφτεί το κισμέτ του.
Καθισμένος πάνω σ’ ένα χαμηλό ξύλινο κασόνι, ακου-
μπά την πλάτη του στον τοίχο. Τον βασανίζει ο τρόπος
με τον οποίο ο Αλλάχ αποφασίζει τη ζωή τους.
Βγάζει από την τσέπη του ένα νόμισμα, το κοιτά προ-
σεκτικά και από τις δύο όψεις και το πετάει στριφτά προς
το ταβάνι.
– Κορόνα ή γράμματα; Κορόνα, ρωτά και απαντά ο
ίδιος.
Καθώς το νόμισμα πέφτει, το πιάνει στη χούφτα του
αριστερού χεριού του ενώ με το δεξί το σκεπάζει. Μέσα
στο μισοσκόταδο σκύβει με αγωνία και προσπαθεί να δει
πώς έπεσε.
– Γράμματα, πφφ, κάνει απογοητευμένος.
Γεμάτος απορία κοιτά ψηλά στο ταβάνι, εκεί που πέ-
ταξε το νόμισμα. Ψιθυριστά μονολογεί:
– Πώς το γράφεις το κισμέτ μας, Αλλάχ Μωχαμέτη
μου; Να γίνει έτσι κι όχι αλλιώς; Πώς παίρνεις τις απο-
φάσεις σου; Γιατί κάποιους τους σβήνεις από το τεφτέρι
σου; Γιατί τους αφήνεις να χαθούν; Μήπως αποφασίζεις
στην τύχη; Σαν το μεταλίκι που πετάμε στον αέρα και
πέφτει όπως λάχει;
Προσπαθεί να κατανοήσει το μυστήριο της ζωής, της
ζωής του καθένα, της δικής του ζωής, και συνεχίζει να
μουρμουρίζει:
– Δηλαδή ο Αλλάχ πετά το μεταλίκι στον αέρα. Και
μετά ό,τι καθίσει. Στον ένα κάθεται κορόνα και στον άλλο
γράμματα. Τώρα που είμαι κρατούμενος, να ’ναι αυτό το
κισμέτ; Αυτό που μου έγραψε ο Αλλάχ εδώ πάνω στο μέ-
τωπό μου; Ή μήπως είναι απόφαση του κύριου Λεωνίδα;
Ο Αλή βάζει το νόμισμα στην τσέπη του. Αφήνει το
βλέμμα του να περιφέρεται πάνω στους κοιμισμένους συ-
ντρόφους του, περίπου είκοσι άτομα. Είναι σχεδόν όλοι
Αφγανοί. Ξαπλωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο πάνω στο
τσιμέντο. Με τα ρούχα τους, όπως ακριβώς τους συνέλα-
βαν. Λίγοι φρόντισαν να έχουν μια κουβέρτα μαζί τους.
Και όποιος έχει τη μοιράζεται με άλλους δύο. Το φως,
όπως μπαίνει από τους τρεις φεγγίτες που βρίσκονται
ψηλά, φωτίζει αμυδρά τα ξαπλωμένα κορμιά. Τα στήθη
τους πάλλονται έντονα από τη βαριά ανάσα τους. Με-
ρικοί ροχαλίζουν ελαφριά. Τα πρόσωπά τους γυαλίζουν
από τον ιδρώτα που τα καλύπτει. Κάποιοι χαμογελούν.
Πρέπει να βλέπουν ευχάριστο όνειρο. Ο Αμίν, ξαπλωμέ-
νος στην άκρη δίπλα στον τοίχο, βγάζει βογκητά μαζί με
ακατάληπτες κραυγές. Πρέπει να βλέπει εφιάλτη.
Οι περισσότεροι, όπως κι αυτός, είναι Παστούν σου-
νίτες από τον βορρά του Αφγανιστάν. Τους συνδέει το
παστουνβαλί και ο ίδιος τους αισθάνεται αδέρφια. Αλλά
και τους άλλους, που είναι Χαζάροι σιίτες, ακόμη και τους
Κιαφίρ, πάλι αδέρφια τους νιώθει. Όλοι είναι διωγμένοι
από τον πόλεμο. Μεγάλωσαν στον δρόμο, στη θάλασ-
σα, σε στρατόπεδα και καταυλισμούς. Κανταχάρ, Χεράτ
στο Αφγανιστάν. Τσαμάν στο Πακιστάν. Μετά Βηρυτός,
Ισμίρ, Ιστανμπούλ, Σάμος. Μέχρι που έφτασαν στην
Εσπερία.
Ο Αλή ξαπλώνει στο τσιμέντο. Δεν έχει κάτι να στρώ-
σει από κάτω. Ανεβάζει τα πόδια του πάνω στο κασόνι
και βολεύεται όσο μπορεί καλύτερα. Θέλει να ησυχάσει,
αλλά οι σκέψεις δεν τον αφήνουν και ο μονόλογός του
συνεχίζεται:
– Καθένας τους και μια μεγάλη ιστορία. Τους ντόπιους
όμως δεν τους ενδιαφέρει να μας ρωτήσουν. Για τους ντό-
πιους οι Αφγανοί είναι χωρίς παρελθόν. Κανείς δεν ρω-
τάει: «Από πού είσαι; Γιατί έφυγες; Πώς κατάφερες και
έφτασες μέχρι εδώ;» Οι ντόπιοι ποτέ δεν μας ρωτούν, και
εμείς πιστεύουμε πως μας οδηγεί μόνο το κισμέτ. Αυτό
μας έσπρωξε στη μεγάλη περιπέτεια, στην ατέλειωτη πο-
ρεία μας. Σαν η ζωή να προχωράει χωρίς δικές μας απο-
φάσεις. Σαν το παρόν και το μέλλον μας να μην είναι δικά
μας. Σαν η ίδια η ζωή μας να μην είναι δική μας. Να χα-
ράζεται πάνω στη γη χωρίς τη δική μας βούληση.
Μέσα στο μισοσκόταδο ο Αλή ξαναθυμάται τη ζωή του
και την πολύχρονη διαδρομή του από το Αφγανιστάν μέ-
χρι την Εσπερία. Από το 2001, που ήταν παιδί δώδεκα
χρονών, δεν θυμάται τίποτε άλλο παρά πόλεμο και προ-
σφυγιά. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, όταν η Βόρεια Συμ-
μαχία άρχισε τον πόλεμο στους Ταλιμπάν, οι Παστούν
του βορρά, της Μαζάρ-ι-Σαρίφ, βρέθηκαν σε δύσκολη
θέση. Κυνηγημένοι άρχισαν να κατεβαίνουν μέσα από τα
βουνά Ίντου-Κουχ στον Νότο. Εκτός από τη Συμμαχία,
τους κυνηγούσαν οι φυλές των Ουζμπέκων και των Τα-
τζίκων. Τους κατηγορούσαν ότι τα προηγούμενα χρόνια
είχαν υποστηρίξει τους Ταλιμπάν. Στην αρχή βρήκαν
καταφύγιο στα στρατόπεδα του Πακιστάν. Και όταν το
Πακιστάν έκλεισε τα σύνορα και άρχισε να συζητάει για
επαναπατρισμό, δεν είχαν πια άλλο δρόμο. Ξεκίνησε η
μεγάλη φυγή. Από κει και έπειτα ο Αλή ήταν στους δρό-
μους, μέχρι το 2008. Τότε έφτασε στην Ελλάδα.
Στην Ελλάδα κατάφερε να μάθει ελληνικά. Και τώρα
εργάζεται σαν μεταφραστής της αστυνομίας. Κερδίζει κά-
ποια χρήματα. Άλλοτε είκοσι ευρώ, άλλοτε τριάντα. Η
αστυνομία τού πήρε και κινητό τηλέφωνο, να μιλάει με
τον διοικητή, τον κύριο Λεωνίδα. Του ζητούν όμως συ-
νέχεια να μαθαίνει και να δίνει πληροφορίες. Γι’ αυτή τη
δουλειά που κάνει ξέρει καλά πως οι πατριώτες του δεν
τον εμπιστεύονται. Τον κατηγορούν. Και αυτό τον πλη-
γώνει. Γιατί ο Αλή, όσο μπορεί, βοηθάει. Όταν εξετά-
ζονται οι αιτήσεις ασύλου, ρωτάνε «γιατί έφυγες από το
Αφγανιστάν;» Αυτός το μεταφράζει ακριβώς στα αφγανι-
κά. Όταν, όμως, ο Αφγανός απαντά «έφυγα γιατί πεινά-
γαμε», τότε το αλλάζει: «Έφυγα γιατί με κυνηγούσαν οι
Ταλιμπάν, κινδύνευε η ζωή μου». Έτσι πρέπει να είναι η
σωστή απάντηση. Διαφορετικά η αστυνομία θα τον θεω-
ρήσει μετανάστη – όχι πρόσφυγα – και θα πετάξει την
αίτησή του στα σκουπίδια.
Αισθάνεται να τον πλακώνει η αδικία, που οι δικοί του
όλα αυτά τα ξεχνάνε. Που τον κατηγορούν ότι είναι ρου-
φιάνος της αστυνομίας.
Σηκώνεται όρθιος, παραμερίζει το κασόνι και αρχίζει
να βηματίζει πέρα δώθε. Είναι λαχανιασμένος και ανήσυ-
χος. Προσπαθεί να βρει μια ερμηνεία, να πάρει μια από-
φαση. Τι είναι, επιτέλους; Είναι ρουφιάνος ή τον αδικούν;
Το μεγάλο κελί γυρίζει γύρω του. Οι σύντροφοί του
γίνονται σκιές που σηκώνονται όρθιες. Τον πλησιάζουν
αργά, τον περικυκλώνουν απειλητικά. Κάποιες σκιές αρ-
χίζουν να τον καλύπτουν. Ο χώρος σκοτεινιάζει. Βάζει τα
χέρια του μπροστά να τους σταματήσει. Θέλει να τους
εξηγήσει. Τους μιλά δυνατά να τον ακούσουν:
– Δεν κάνω κακό. Καλό κάνω.
Κάποιοι ενοχλούνται.
– Σσσς, ησυχία, ψιθυρίζουν.
Ο Αλή δεν ακούει και συνεχίζει:
– Τι μου ζητάει; Να μαθαίνω τι γίνεται μέσα στον κα-
ταυλισμό. Και να του τα λέω. Να ξέρει πού μένουν οι απέ-
ξω, ποια παλιά σπίτια έχουν ανοίξει, πόσοι φεύγουν για
Ιταλία με τα πλοία. Έχει κι άλλους Αφγανούς που ρωτάει.
Αλλά εμένα μόνο μπορεί να καταλάβει. Άλλες φορές πάλι
τα ξέρει, με ρωτάει για επαλήθευση. Γι’ αυτό πρέπει να
λέω την αλήθεια, αλλιώς κινδυνεύω.
– Σκασμός, κοιμόμαστε, φωνάζει ο Αμίν.
Ο Αλή, κουρασμένος, κάθεται ξανά στο κασόνι. Ακου-
μπά την πλάτη του στον τοίχο και κλείνει τα μάτια. Θέλει
να κοιμηθεί κι αυτός, έστω για λίγα λεπτά.
Σήμερα, πολύ πρωί, μόλις είχε χαράξει, φορτωμένος
τις δύο κουβέρτες του επέστρεφε στην καλύβα του στον
καταυλισμό. Τη νύχτα κοιμάται, όπως οι περισσότεροι,
έξω. Είναι καλοκαίρι και προτιμούν τη δροσιά και τον κα-
θαρό αέρα. Και μετά ξέρουν πως στον καταυλισμό μπο-
ρεί να μπει η αστυνομία. Οι άνθρωποι που τους βοηθάνε,
από την Κίνηση Εσπερίας, τους έχουν από μέρες ενημε-
ρώσει πως έχει παρθεί απόφαση. Τον καταυλισμό θα τον
γκρεμίσουν. Γι’ αυτό κάθε τόσο έρχεται μέσα στη νύχτα
η αστυνομία και ψάχνει. Άλλοτε για ναρκωτικά και άλλο-
τε για όπλα. Άλλα παιδιά τα συλλαμβάνουν και άλλα τα
τρομοκρατούν. Τα απειλούν: «Μην ξαναπατήσετε στον
καταυλισμό».
Καθώς ο Αλή πήγαινε στον καταυλισμό, τον πήρε τη-
λέφωνο ο διοικητής:
– Θα έρθουμε για έλεγχο, να ’σαι κι εσύ μέσα να σε
πιάσουμε.
– Πάλι, κύριος Λεωνίδας; ξέφυγε αυθόρμητα του Αλή.
– Ρε, άι στο διάολο που αντιμιλάς. Κακοπερνάς, ρε
μαλάκα; Σάντουιτς, τυρόπιτες, μέχρι και κόκα κόλα σε
φιλεύουμε, έβαλε τις φωνές ο κύριος Λεωνίδας.
– Οκέι, κύριος Λεωνίδας, θα είμαι μέσα, συμφώνη-
σε.
Εκεί στον καταυλισμό βρήκε πολλούς Αφγανούς. Ήταν
κυκλωμένοι από αστυνομικούς. Ήταν παρών και ο ίδιος
ο κύριος Λεωνίδας. Κατάλαβε τον διοικητή να τον κοιτά
επίμονα. Ο ίδιος απέφυγε να τον κοιτάξει. Όσοι είχαν
ροζ κάρτα αφέθηκαν ελεύθεροι. Όσοι δεν είχαν οδηγή-
θηκαν στις κλούβες. Ο Αλή είχε μαζί του ροζ κάρτα, αλλά
δεν την έδειξε. Έμεινε να τον συλλάβουν. Τους οδήγησαν
στη Γενική Ασφάλεια κι εκεί τους μοίρασαν σε ομάδες.
Άλλους τους κράτησαν στην Εσπερία, άλλους τους έστει-
λαν σε άλλες πόλεις.
Κατά τις έντεκα η θερμοκρασία άρχισε να ανεβαίνει
και κάποιοι ξύπνησαν ιδρωμένοι. Ο Αλή δεν κατάλαβε αν
τον είχε πάρει ο ύπνος. Σκέφτεται, όμως, ότι πρέπει να
ανοίξει κουβέντα. Να ξεκαθαρίσει με τα παιδιά κάποια
πράγματα.
– Έι, Ανίφ, ξύπνησες; ρωτά τον πιο κοντινό του, που
τον βλέπει όρθιο να τρίβει τα μάτια του.
Ο Ανίφ κάτι μουρμουρίζει ενοχλημένος. Ο Αλή δεν
ακούει καθαρά τι λέει. Αλλά υποψιάζεται.
– Τι είπες, ρε, εγώ ρουφιάνος;
Ο Ανίφ συνεχίζει το ίδιο μουρμουρητό ενώ κάνει μια
χειρονομία. Να του δείξει πως δεν θέλει κουβέντες μαζί
του.
– Ρουφιάνος της αστυνομίας, είπες;
Ο Αλή θυμωμένος σηκώνεται από το κασόνι. Πλησιά-
ζει τον Ανίφ και τον πιάνει δυνατά από τους ώμους. Τον
τραντάζει με οργή. Χωρίς να μπορεί να συγκρατήσει την
ένταση της φωνής του λέει:
– Γιατί ρουφιάνος, ρε; Εμένα δεν μ’ έχει μαστιγώσει ο
Τατζίκος και ο Χατζάρος; Δεν με βασάνισε στην αλάνα
ο Ταλιμπάν; Εμένα, ρε καριόλη, δεν μου έχει γαμήσει τη
μάνα; Μπροστά στα μάτια μου;
Οι φωνές του ξυπνάνε τους κρατούμενους. Κάποιοι
δείχνουν να συμφωνούν με τον Ανίφ. Μερικοί νυσταγμέ-
νοι ζητούν ησυχία. Ο Αλή πισωπατάει και απευθύνεται
σε όλους:
– Γιατί είμαι ρουφιάνος; Εμένα στην Τουρκία δεν με
ξεβράκωσε ο χωροφύλακας; Δεν μου έχωσε το τουφέκι
του στον κώλο; Εδώ στην Ελλάδα δεν με χαστουκίζει ο
αστυνόμος; Δεν με κλoτσάει και με δέρνει όποτε γουστά-
ρει; Χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν; Γιατί; Μαζί
δεν κοιμόμαστε νηστικοί πάνω στο χώμα; Δεν μας βρίζουν
όλους κλέφτες; Βρωμιάρηδες και έμπορους ναρκωτικών;
Δεν μας αποφεύγουν, μην κολλήσουν αρρώστιες; Δεν μας
κλοτσάνε σαν τα σκυλιά; Δεν μας πετάνε από δω κι από
κει σαν τσουβάλια;
Κάθισε αποκαμωμένος στο κασόνι του. Είναι απελπι-
σμένος. Παρά την κοινή τους πορεία, την κοινή τους ζωή,
ξέρει πως όλοι είναι απέναντί του. Πρώτη φορά συνειδη-
τοποιεί πως δεν έχει φίλους. Για πρώτη φορά στη ζωή του
νιώθει μόνος. Πώς θα πορευτεί από δω και πέρα; Ποιοι
θα τον συντροφεύουν στη ζωή του; Δεν έχει κανέναν. Κι
αυτό του προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη μοναξιά. Ακόμη με-
γαλύτερη απελπισία.
Απελπισμένος κάνει μια τελευταία προσπάθεια. Σηκώ-
νεται όρθιος, κάνει μερικά βήματα προς το μέρος τους.
Απευθύνεται σε όλους:
– Γιατί; Επειδή μιλάω με τον κύριο Λεωνίδα; Εγώ το
διάλεξα; Εγώ το αποφάσισα; Αφού αυτό ήταν το κισμέτ:
να μάθω ελληνικά. Γι’ αυτό μιλάει μαζί μου. Αφού αυτό
έχει γράψει ο Αλλάχ εδώ πάνω, και χτυπά τα δυο του χέ-
ρια με δύναμη πάνω στο μέτωπό του.
Στέκεται για λίγο όρθιος. Σαν να μην ξέρει τι άλλο
πρέπει να τους πει. Μετά με αργά βήματα οπισθοχωρεί.
Επιστρέφει αμίλητος στο κασόνι του. Κάθεται και κουρα-
σμένος ψιθυρίζει:
– Αυτό είναι το δικό μου κισμέτ. Το δικό μου κισμέτ
παστουνβαλί.

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Οι πιλοτοφύλακες της Εσπερίας
Όταν το απόγευμα της Κυριακής, 16ης Νοέμβρη,
στην Εσπερία ξεκίνησε η βροχή, οι πρόσφυγες του κα-
ταυλισμού αναστατώθηκαν. Πριν από δεκαπέντε μέρες
το ρέμα του Γύφτου ή Διακονιάρη είχε πάλι φουσκώσει.
Φραγμένο από κλαδιά, σκουπίδια και ξύλα παρασυρμένα
από τις γύρω οικοδομές έσπασε το μικρό ανάχωμα. Τα
νερά υπερχείλισαν και γρήγορα ο καταυλισμός έγινε μια
μικρή λίμνη. Για μέρες οι περισσότερες από τις διακόσιες
καλύβες που ήταν στημένες κάτω από τα μεγάλα δέντρα
του πάρκου ήταν ακατοίκητες. Για να τις πλησιάσουν
έπρεπε να βραχούν μέχρι το γόνατο.
Έτσι, με τις πρώτες ψιχάλες της Κυριακής άρχισαν να
ελέγχουν τις πρόχειρες καλύβες τους και το χαμηλό ανά-
χωμα. Κυρίως ανησύχησαν αυτοί που είχαν στήσει καλύ-
βες δίπλα στο ρέμα.
Η Μετεωρολογική Υπηρεσία είχε από μέρες προβλέ-
ψει πως τη νύχτα της 16ης προς τη 17η Νοέμβρη ισχυρές
καταιγίδες θα πλήξουν τη Δυτική Ελλάδα. Μόνο που οι
πρόσφυγες δεν παρακολουθούν τα δελτία καιρού.
Οι κάτοικοι, όμως, των πολυκατοικιών γύρω από τον
καταυλισμό ήταν από μέρες ενημερωμένοι. Και είχαν
αναστατωθεί. Κυρίως αυτοί που κατοικούν στις νέες
πολυκατοικίες, με τις πιλοτές. Δεν ξεχνούσαν πως στην
προηγούμενη κακοκαιρία οι πιλοτές τους είχαν μετατρα-
πεί σε κέντρα προσωρινής διανυκτέρευσης. Αποφάσισαν,
λοιπόν, να κάνουν έκτακτες συνελεύσεις για να δουν πώς
θα περιφρουρήσουν τις πολυκατοικίες τους.
Την Παρασκευή, 14 Νοέμβρη, το απόγευμα, σχεδόν σε
όλες τις πολυκατοικίες της περιοχής έγιναν συνελεύσεις.
Πολλοί πρότειναν να περιφράξουν με κάποια μόνιμη πε-
ρίφραξη τις πιλοτές, αλλά η πρόταση σε καμία συνέλευση
δεν πλειοψήφησε. Κάποιοι ισχυρίστηκαν πως με την πε-
ρίφραξη θα αλλοιωθεί η αρχιτεκτονική των κτιρίων. Εξάλ-
λου και ο χρόνος δεν επαρκούσε. Ο βασικός όμως λόγος
ήταν πως η δαπάνη θα ήταν μεγάλη. Και συμφώνησαν
πως δεν είναι σωστό να χαλάσουν τόσα χρήματα μέσα
στην οικονομική κρίση. Έτσι οι συνελεύσεις αποφάσισαν
νυχτερινή περιφρούρηση – σκάντζα βάρδια.
Οι περισσότερες προτίμησαν τις τρεις νυχτερινές βάρ-
διες: 10-1, 1-4 και 4-7.
Τα ίδια αποφάσισαν και άλλες πολυκατοικίες, που δεν
είχαν πιλοτή, αλλά διέθεταν μεγάλα στέγαστρα και κά-
ποιες στεγασμένες εσοχές.
Ο Βαγγέλης Κολύρος σκεφτόταν από χρόνια να αγο-
ράσει ένα διαμέρισμα σε πολυκατοικία με πιλοτή στην
περιοχή.
Όταν απέκτησε το διαμέρισμα, ποιος να το φανταζό-
ταν ότι σύντομα θα υποχρεωνόταν να πληρώσει ένα τέ-
τοιο τίμημα: τις νύχτες του χειμώνα να μένει ξάγρυπνος
φύλακας της παγωμένης πιλοτής. Πολλές φορές το είχε
σκεφτεί: στάθηκε άτυχος στην αγορά του. Γιατί τον επό-
μενο κιόλας χρόνο μετά την αγορά οι Αφγανοί είχαν αρχί-
σει να συγκεντρώνονται στην Εσπερία και στο λιμάνι της.
Και η μεγάλη ζημιά έγινε όταν έστησαν τον καταυλισμό
τους. Μέχρι να συνηθίσει τη νέα κατάσταση, βασανίστη-
κε πολύ από την άτυχη επιλογή του. Τόσο μεγάλη πόλη,
τόσα προάστια και εξοχές, και αυτός πήγε και διάλεξε την
περιοχή του Γύφτου. Γαμώ την ατυχία μου.
Για εκείνη τη νύχτα της Κυριακής προς Δευτέρα, με
απόφαση της συνέλευσης, είναι ένας από τους τρεις
άγρυπνους φρουρούς της. Ένας πιλοτοφύλακας στην πιο
σκληρή βάρδια: 4-7 στην άγρια νύχτα.
Μέχρι τις τέσσερις, που άρχιζε η βάρδια του, δεν μπό-
ρεσε να κλείσει μάτι. Τριγύριζε μέσα στο σπίτι σαν δαι-
μονισμένος. Έπινε καφέδες να κρατηθεί και φρόντιζε τον
εξοπλισμό του: χοντρά ρούχα, διπλό μάλλινο σκουφί, δερ-
μάτινα γάντια, δυνατός φακός, ένα θερμός με καφέ, ένα
χορταστικό σάντουιτς, δύο πακέτα τσιγάρα, αναπτήρας
θυέλλης κι ένα χοντρό σκουπόξυλο, να το ’χει δίπλα του
για κάθε ενδεχόμενο. Κατά τις τέσσερις παρά, κατέβηκε
και παρέλαβε από τον προηγούμενο, που είχε φυλάξει το
νούμερο 1-4.
Το κύμα κακοκαιρίας είχε ξεκινήσει. Φυσούσε δαιμονι-
σμένα, ακούγονταν μπουμπουνητά, αστραπές αυλάκωναν
τον ουρανό και έπεφτε δυνατή βροχή. Η θερμοκρασία κα-
τέβαινε συνεχώς, και στα ψηλά σίγουρα είχε αρχίσει να
πέφτει χιόνι. Η πρώτη του φροντίδα ήταν να ανάψει όλα
τα φώτα και να κάνει έναν εξονυχιστικό έλεγχο.
Μετά την επιθεώρηση διάλεξε ένα ακρινό πεζούλι, απ’
όπου μπορούσε να ελέγχει την κατάσταση, και το έκανε
παρατηρητήριο. Κάθισε, με τα μάτια πάντα καρφωμένα
πάνω στους σκούρους όγκους των ψηλών δέντρων. Το
μυαλό του δούλευε πυρετωδώς.
Καλή η πιλοτή, αλλά θέλει θυσίες, σκεφτόταν. Παίζουν
τα παιδιά, καθόμαστε κι εμείς στα πεζούλια της το καλο-
καίρι και λέμε καμιά κουβέντα. Αλλά η πιλοτή κάνει την
πολυκατοικία γυναίκα με ανοιχτά φουστάνια. O καθένας
θέλει να χωθεί μέσα στα φουστάνια της, μέσα στα γυμνά
της μπούτια.
Η σκέψη αυτή τον γέμισε με οργή. Κοίταξε προς την
πλευρά του καταυλισμού. Μέσα στην άγρια νύχτα, οι σκι-
ές των ψηλών δέντρων φάνταζαν σαν πελώριοι γίγαντες
σε έναν ουρανό που κάθε τόσο φωτιζόταν από τις λάμ-
ψεις των αστραπόβροντων. Ο δυνατός αέρας τους κινού-
σε σαν να τους έσπρωχνε απειλητικά προς το μέρος του.
Τα βογκητά του ανέμου ήταν οι φοβερές κραυγές τους.
Ο Βαγγέλης ήταν σίγουρος πως ο άνεμος και η βροχή
σκέπαζαν τις συνομιλίες και τα σχέδια των μεταναστών.
Ήταν σίγουρος πως αυτή την ώρα συνωμοτούσαν ενα-
ντίον της πολυκατοικίας του. Μια ανησυχία τον κατέλαβε
και ενστικτωδώς έκανε τον σταυρό του. Άνοιξε το θερμός,
ήπιε μια γουλιά καφέ, άναψε ένα ακόμη τσιγάρο. Κάτι
από τα τρία – σταυρός, καφές, τσιγάρο – ή και τα τρία
κατάλαβε να τον οπλίζουν με δύναμη. Ένιωσε αποφασι-
σμένος να εκπληρώσει με επιτυχία τη νυχτερινή αποστο-
λή του.
Ταυτόχρονα με ένα ερωτικό σκίρτημα σκέφτηκε τη γυ-
ναίκα του, καθηγήτρια σε γυμνάσιο. Κοιμόταν μόνη στο
ζεστό τους κρεβάτι. Ασφαλή ήταν και τα δύο αγόρια τους,
δέκα και δώδεκα χρόνων, χωμένα κι αυτά στα ζεστά τους
παπλώματα.
Ευτυχώς, η Δευτέρα, 17 Νοέμβρη, είναι σχολική αργία,
και οι τρεις τους δεν θα σηκωθούν πρωί. Θα χορτάσουν,
τουλάχιστον αυτοί, ύπνο, σκέφτηκε με τρυφερότητα.
Αναγνώρισε πως με τη νυχτερινή προετοιμασία του
τους είχε κρατήσει ξάγρυπνους.
Αυτές τις μέρες η οικογένεια φιλοξενούσε την πεθερά
του, την κυρα-Κατερίνα, από τη Λευκάδα. Όταν το από-
γευμα η κυρα-Κατερίνα άκουσε την απόφαση της συνέ-
λευσης έδειξε ανήσυχη. Όλο κάτι μουρμούριζε, αλλά δεν
τολμούσε να το πει μπροστά του. Την άκουσε, όμως, που
κάτι ψιθύριζε στην κόρη της.
– Άμα βρέξει, είναι κρίμα από τον Θεό να μουσκεύουν
μέσα στο κρύο, έπιασε το αυτί του.
Ο Βαγγέλης την κοίταξε αγριεμένος, αλλά δεν έδωσε
συνέχεια. Τώρα που u964 το σκέφτεται θυμώνει:
– Αυτό έλειπε, να κάνουμε την πιλοτή ξενοδοχείο,
μουρμούρισε. Ήρθε από την Εγκλουβή να μας βάλει νό-
μους, η χωριάτα, που ακόμα δεν έχει βγάλει τη λευκαδίτι-
κη φουστάνα της.
Σηκώθηκε από την πεζούλα του και άρχισε να περπα-
τάει πίνοντας μικρές γουλιές καφέ και καπνίζοντας.
Όταν διέκρινε κάποιους σκούρους όγκους να πλησιά-
ζουν αλαφιάστηκε. Αυτόματα σηκώθηκε από το πεζούλι
που είχε κάνει παρατηρητήριο. Πήρε στα χέρια το χο-
ντρό σκουπόξυλο που είχε ακουμπήσει στον τοίχο. Με
τα πόδια ανοιχτά στάθηκε όρθιος κάτω από ένα φως, να
τον βλέπουν. Τρεις νεαροί πρόσφυγες, με βήματα αργά
και φοβισμένα, πλησίαζαν. Ήταν μουσκεμένοι, παρά τα
αυτοσχέδια αδιάβροχα που φορούσαν. Στάθηκαν αρκε-
τά μακριά του και με νοήματα ζήτησαν την άδειά του να
πλησιάσουν στον χώρο της πιλοτής.
– Μακριά από δω, μην πλησιάζετε, φώναξε ο Βαγγέ-
λης.
Οι τρεις μουσκεμένοι στάθηκαν ακίνητοι. Σκυφτοί, να
μην τους πάρει ο αέρας, που ανέμιζε τα πρόχειρα νάιλον
που είχαν για αδιάβροχα. Έδειξαν μια άκρη της πιλοτής.
Μετά σήκωσαν τα χέρια τους προς τον ουρανό. Προ-
σπαθούσαν να του εξηγήσουν με νοήματα πως θα έμεναν
μόνο όσο κρατούσε η βροχή.
– Είπαμε όχι, βόγκηξε ο Βαγγέλης προβάλλοντας το
σκουπόξυλο απειλητικά.
Κρατούσε, όμως, και μια πισινή, γιατί καταλάβαινε
πως οι Αφγανοί ήταν τρεις κι αυτός μόνος του.
Οι τρεις νεαροί κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, έκαναν
στροφή και χάθηκαν μέσα στη βροχή και στο σκοτάδι.
Οι σκιές τους εξαφανίστηκαν, αλλά τη θέση τους κατέ-
λαβαν άλλες απειλητικές σκιές. Κορμοί δέντρων, θάμνοι,
και αυτά τα ψηλά δέντρα του καταυλισμού. Οι αστραπές
σταμάτησαν, αλλά τα δέντρα συνέχιζαν να σείονται απει-
λητικά στο φόντο ενός ουρανού που φωτιζόταν χλομά
από τα φώτα της πόλης. Ο Βαγγέλης ανήσυχος κάθισε
στο πεζούλι βαριανασαίνοντας.
Από τη διπλανή πολυκατοικία ακούγονταν παρόμοιες
μονολεκτικές κραυγές. Και από την πάρα πέρα το ίδιο.
Έκανε σήματα με τον φακό του, και κάποιοι φακοί απά-
ντησαν από μακριά. Όλα έδειχναν πως η μάχη δίνεται
παντού. Πως όλοι οι πιλοτοφύλακες είναι στη θέση τους.
Άναψε πάλι τσιγάρο και στράγγιξε το θερμός στο στό-
μα του. Τέντωσε τα χέρια του, χτύπησε τα παγωμένα πό-
δια του στο δάπεδο και κραύγασε:
– Πιλοτή είναι, δεν είναι u956 μπουρδέλο, να κοιτάτε πώς
θα μπείτε. Η πιλοτή δεν είναι καμιά ξεβράκωτη.
Η κυρα-Κατερίνα είχε αντιληφθεί τι συνέβαινε και δια-
φωνούσε με αυτή τη μανία της γειτονιάς. Δεν μπορούσε
να καταλάβει γιατί δεν άφηναν τους πρόσφυγες να απα-
γκιάσουν στις πιλοτές. Λες και οι πρόσφυγες θα έμπαιναν
μέσα στα σπίτια και θα υποχρέωναν τους νοικοκυραίους
να τους στρώσουν τραπέζι και κρεβάτι.
Κάποια στιγμή μάλιστα, που ο γαμπρός της ήταν κλει-
σμένος στην τουαλέτα, το είπε στην κόρη της:
– Άμα βρέξει, είναι κρίμα από τον Θεό να μουσκεύουν
μέσα στο κρύο. Θα πουντιάσουν.
Η κόρη της κούνησε τους ώμους και είπε αδιάφορα:
– Ας κάθονταν στον τόπο τους και στα σπίτια τους,
μάνα. Δεν τους καλέσαμε.
– Κόρη μου, πρόσφυγας δεν γίνεσαι επειδή το θέλεις.
Να εύχεσαι μόνο να μη μας τύχει, μονολόγησε η κυ-
ρα-Κατερίνα.
Περισσότερο μιλούσε στον εαυτό της και λιγότερο
στην κόρη της.
Κατά τις πέντε το πρωί, ενώ η καταιγίδα μαινόταν,
η κυρα-Κατερίνα κατέβηκε στην πιλοτή. Κρατούσε μια
μάλλινη κουβέρτα στο ένα χέρι κι έναν δίσκο στο άλλο.
Πάνω στον δίσκο είχε δύο μεγάλες κούπες καυτό τσάι
που άχνιζε. Φορούσε τη λευκαδίτικη φουστάνα της, το
πανωφόρι της και από πάνω είχε ρίξει μια άλλη μάλλινη
κουβέρτα. Βρήκε τον γαμπρό της να κάθεται στο ακρινό
πεζούλι και να κοιτάζει προς την πλευρά του καταυλι-
σμού.
– Σου έφερα τσάι και μια κουβέρτα να τυλιχτείς, είπε
και του έδωσε το ρούχο και τη μία κούπα.
– Πιλοτοφύλακας κι εσύ, γριά, της είπε με φωνή μπερ-
δεμένη.
Φαινόταν νυσταγμένος και κουρασμένος.
Άρπαξε αμίλητος την κούπα και την κουβέρτα και τρα-
βήχτηκε στο βάθος, σε ένα άλλο προστατευμένο πεζούλι.
Σκέπασε τα πόδια του με την κουβέρτα και άρχισε με μι-
κρές γουλιές να πίνει το καυτό τσάι. Μόλις το τέλειωσε,
ακούμπησε το κεφάλι πίσω στον τοίχο προσπαθώντας να
κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά.
– Κοιμήσου λίγο, θα μείνω εγώ στο πόδι σου, του είπε
η γυναίκα.
– Εσύ; Θα τα καταφέρεις; απόρησε ο Βαγγέλης.
– Μην ανησυχείς. Εδώ θα ’μαι να πίνω το τσάι μου….
Αν δω κάτι, θα σου φωνάξω, τον καθησύχασε.
Ο Βαγγέλης την κοίταξε καχύποπτα. Η κούραση όμως
τον νίκησε. Τύλιξε καλά τη μάλλινη κουβέρτα γύρω από
το κορμί του, σταθεροποίησε το κεφάλι του κι έκλεισε τα
μάτια του.
Η καταιγίδα δεν έλεγε να κοπάσει. Αέρας και βροχή
συνέχιζαν με την ίδια ένταση.
Η κυρα-Κατερίνα κάθισε στο ακρινό πεζούλι. Ακού-
μπησε δίπλα της το τσάι και τύλιξε με την κουβέρτα τα
πόδια της. Με τα μάτια στραμμένα προς τον καταυλισμό
προσπαθούσε να μαντέψει τι γίνεται μέσα στο σκοτάδι.
– Άγρια βροχή, αλλά τη δουλειά της την κάνει. Χρήσι-
μη για την εποχή. Από αυτές που στο νησί τις θεωρούμε
ευλογία Θεού. Αλλά εδώ είναι κατάρα. Μουσκεύει άστε-
γους και απροστάτευτους. Κάνει τους ανθρώπους σκλη-
ρούς και αφιλόξενους, μονολόγησε.
Kοίταξε τους χαμηλούς θάμνους και μετά τα ψηλά δέ-
ντρα προς την πλευρά του καταυλισμού. Έγερναν από τη
δύναμη του αέρα και τα κλαδιά τους συστρέφονταν από-
τομα, με φόντο τη βροχή που λαμπύριζε από τον αμυδρό
δημοτικό φωτισμό του διπλανού δρόμου. Ανησύχησε, για-
τί κάτω από τα δέντρα καταλάβαινε πως υπήρχαν άνθρω-
ποι. Νέα παιδιά, μόνα, χωρίς μάνα να τα νοιαστεί, απρο-
στάτευτα. Τα ένιωθε που προσπαθούσαν να κολλήσουν
στους κορμούς των μεγάλων δέντρων, να προστατευτούν.
Νόμιζε πως άκουγε τις χαμηλόφωνες κουβέντες τους,
πως έβλεπε τα μαλλιά και τα πρόσωπά τους να στάζουν
από το νερό της βροχής. Τα φανταζόταν να σκύβουν δύο
δύο, τρία τρία, κάτω από κάτι νάιλον και κουβέρτες.
Ξαφνικά διέκρινε μέσα στο σκοτάδι έναν μικρό όγκο
να κινείται αργά προς το μέρος της. Αμέσως κατάλαβε.
Ήταν ένα παιδί, γύρω στα δεκατέσσερα με δεκαπέντε.
Παρά το πρόχειρο αδιάβροχο που φορούσε, ήταν βρεγ-
μένο και έτρεμε.
Έριξε μια ματιά στον γαμπρό της. Είχε κλειστά τα
μάτια και ροχάλιζε. Στράφηκε στο παιδί και του έκανε
νόημα να πλησιάσει. Το παιδί πήγε κοντά της τρομαγ-
μένο.
Η γυναίκα έφερε το δάχτυλο στα χείλη της, να του δεί-
ξει πως έπρεπε να κάνει ησυχία. Το παιδί, αμίλητο, πλη-
σίασε κι άλλο κοντά της. Μετά του έκανε νόημα να γο-
νατίσει. Το παιδί γονάτισε υπάκουα κοιτάζοντάς τη στα
μάτια. Του ζήτησε να κινηθεί αργά, και το παιδί μπουσου-
λώντας πλησίασε κι άλλο. Αποφασιστικά μάζεψε τα πό-
δια της και άπλωσε την κουβέρτα της μπροστά. Του έκα-
νε νόημα να ξαπλώσει. Το παιδί διστακτικά πλησίασε και
ξάπλωσε πάνω στη ζεστή μάλλινη κουβέρτα. Κουλουριά-
στηκε τρέμοντας. Η κυρα-Κατερίνα αυτή τη φορά άπλω-
σε τα πόδια της και τα πέρασε πάνω από το σώμα του
παιδιού. Το μάτι της έπεσε στην κούπα με το τσάι. u905 Ήταν
ακόμα ζεστό. Του έδωσε με προσοχή την κούπα. Μετά το
κάλυψε με τη φουστάνα της. Έριξε μία ακόμη ματιά στον
γαμπρό της και έσιαξε καλά τη φουστάνα. Την έστρωσε
με επιμέλεια, προσπαθώντας να καλύψει τελείως το παι-
δί, που κουλουριασμένο έπινε το ζεστό τσάι.

Ο ΞΕΝΟΣ. Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

Ο ανεπιθύμητος Αμάρ
Αρχές Φλεβάρη του 2015, μια μέρα κρύα και βροχερή.
Ο δικηγόρος Βασίλης Παπαδάτος, του Δικηγορικού Συλ-
λόγου Κορίνθου, μόλις είχε πάρει στα χέρια την απόφαση
του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κορίνθου. Με την ομπρέ-
λα ανοιχτή και το μακρύ παλτό του να ανεμίζει έφυγε τρέ-
χοντας για το Κέντρο Κράτησης. Πρόκειται για το παλιό
Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων που έχει μετατραπεί
σε Κέντρο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών. Ο Παπαδάτος
γνώριζε ότι στο Κέντρο πεντακόσιοι περίπου μετανάστες
υπέφεραν. Και όχι μόνο από το κρύο και την κακή δια-
τροφή. Δεν θα έφευγε από το Κέντρο, αν δεν έπαιρνε τον
κρατούμενο μαζί του.
Έπειτα από πολλές γραφειοκρατικές διαδικασίες κα-
τέθεσε την απόφαση και αιτήθηκε την άμεση αποφυλάκι-
ση του κρατούμενου Αμάρ Μοχάμεντ. Αργά το μεσημέρι
ο διοικητής την υπέγραψε. Ο Παπαδάτος μαζί με τον
Αμάρ εγκατέλειψαν περιχαρείς το στρατόπεδο.
Ο Αμάρ, μετανάστης από την Αλγερία, ύστερα από
πολύμηνη κράτηση, ήταν επιτέλους ελεύθερος. «Μία ακό-
μη επιχείρηση αλληλεγγύης ολοκληρώθηκε», σκέφτηκε ο
Παπαδάτος. Ολοκληρώθηκε όμως; Και μέχρι πότε; Γνώ-
ριζε μέσες άκρες την ιστορία του Αλγερινού με τις πολλές
συλλήψεις.
Ο ίδιος δεν είχε συμμετάσχει στη σύνταξη της αίτησης
αντιρρήσεων. Ούτε είχε παρασταθεί στην εκδίκασή της.
Την υπόθεση είχε αναλάβει εξαρχής έμπειρος δικηγόρος
των Πατρών, που ήταν φίλος του.
Ο Κορίνθιος Βασίλης Παπαδάτος, ως φίλος και συνά-
δελφος, ανέλαβε να εκτελέσει την τελευταία φάση: την
επίδοση της απόφασης στο Κέντρο Κράτησης και τη δι-
εκδίκηση της άμεσης απελευθέρωσης του κρατούμενου.
Η περίπτωση του Αμάρ και κυρίως ο χειρισμός της του
είχαν κινήσει το ενδιαφέρον. Ήθελε να μάθει περισσό-
τερα για την υπόθεση. Σκεφτόταν πως ίσως το μετανα-
στευτικό στον καιρό της κρίσης αποτελούσε και γι’ αυτόν
μια επαγγελματική διέξοδο. Ήθελε πολύ να διαβάσει την
απόφαση, που περιείχε και τα επιχειρήματα της αίτησης.
Και ήταν ευκαιρία αυτό να γίνει παρουσία του Αμάρ, προ-
κειμένου να του ζητήσει και κάποιες διευκρινίσεις.
Έτσι, πριν τον οδηγήσει στο πρακτορείο των ΚΤΕΛ,
του πρότεινε να πάνε για φαγητό. Να του κάνει το τρα-
πέζι, όπως του διευκρίνισε. Ο Αμάρ άλλο που δεν ήθελε,
δήλωσε μάλιστα πολύ πεινασμένος.
Η βροχή είχε δυναμώσει, και με την προστασία της
ομπρέλας κατέφυγαν σε ένα εστιατόριο-ταβέρνα κοντά
στο Κέντρο Κράτησης. Πριν από χρόνια, όταν ακόμα
λειτουργούσε το Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων, το
εστιατόριο έκανε χρυσές δουλειές. Από το 2011, που οι
νεοσύλλεκτοι και οι καθημερινοί επισκέπτες τους εξαφα-
νίστηκαν, η ταβέρνα είναι σχεδόν πάντα άδεια. Ακόμη και
όταν το στρατόπεδο μετατράπηκε σε Κέντρο Ανεπιθύμη-
των Αλλοδαπών, η δουλειά δεν αυξήθηκε.
Βολεύτηκαν σε ένα απόμερο τραπέζι και ύστερα από
συνεννόηση έδωσαν την παραγγελία. Περιμένοντας να
εκτελεστεί, ο Βασίλης Παπαδάτος άνοιξε και άπλωσε
πάνω στο τραπέζι τα φωτοαντίγραφα της απόφασης.
– Θα διαβάσουμε μαζί την απόφαση, Αμάρ. Καταλα-
βαίνεις ελληνικά, έτσι;
– Καταλαβαίνω.
– Οκέι, αρχίζω: «Σύμφωνα με τις διατάξεις του νό-
μου 3907/2011, όταν εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας, ο
οποίος είναι ανεπιθύμητος στη χώρα και διαμένει παρά-
νομα σε ελληνικό έδαφος, εκδοθεί απόφαση επιστροφής
και διαπιστωθεί ότι συντρέχει κίνδυνος διαφυγής, ο αλ-
λοδαπός τίθεται σε κράτηση για την προετοιμασία της
επιστροφής του. Η κράτηση επιβάλλεται και διατηρείται
για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα διεκπεραί-
ωσης της διαδικασίας επιστροφής, το οποίο δεν δύναται
να υπερβαίνει το εξάμηνο. Υπάρχει δυνατότητα να παρα-
ταθεί και πέραν του εξαμήνου, για δώδεκα ακόμη μήνες,
ήτοι συνολικά για δεκαοκτώ μήνες κατ’ ανώτατο όριο».
Σταμάτησε και εξήγησε: Αυτό είναι το γενικό νομοθετικό
πλαίσιο. Το κατάλαβες; ρώτησε.
– Μπορείτε, κύριε Βασίλη, να διαβάζετε πρώτα μόνος
και μετά να το λέτε πιο απλά;
– Οκέι, Αμάρ. Θα συνεχίσω όπως θες.
Ο Παπαδάτος άρχισε να διαβάζει μόνος του την από-
φαση. Όταν τέλειωσε την ανάγνωση, στράφηκε στον
Αμάρ:
– Η απόφαση περιγράφει με λεπτομέρειες την περί-
πτωσή σου. Λοιπόν, σε συνέλαβαν στις 25.9.2012 στην
Πάτρα. Γιατί σε βρήκαν χωρίς διαβατήριο και άλλα
νόμιμα έγγραφα. Γιατί υπάρχει απαγόρευση εισόδου.
Γιατί είσαι ανεπιθύμητος στη χώρα, κ.λπ., κ.λπ. Με από-
φαση σε φυλάκισαν για έξι μήνες. Σε φυλάκισαν για να
ετοιμάσουν την απομάκρυνσή σου. Δηλαδή την απέλα-
σή σου πίσω στη χώρα σου. Στην Ελλάδα είσαι χαρα-
κτηρισμένος ανεπιθύμητος και φοβούνται μη διαφύγεις.
Όπως κατάλαβες, δεν κατάφεραν να σε απελάσουν. u915 Για-
τί δεν είναι εύκολο, γιατί στοιχίζει πολλά, δεν ξέρω να
σου πω. Σταμάτησε και τον ρώτησε: Έχεις κάνει αίτηση
ασύλου;
– Έχω, αλλά απορρίφθηκε. Σε Αλγερινούς δεν δίνουν
άσυλο.
– Συνεχίζω. Η κράτησή σου αυτή παρατάθηκε με άλ-
λες αποφάσεις. Μέχρι που συμπληρώθηκαν δεκαοχτώ
μήνες κράτησης. Μετά τους δεκαοχτώ μήνες και αφού
δεν κατάφεραν να σε απελάσουν, η αστυνομία σε ελευθέ-
ρωσε και σου έδωσε εξάμηνη αναβολή της απέλασης. Και
συνεχίζουμε: Στις 30.9.2014 σε συνέλαβαν πάλι στην Πά-
τρα. Εκδόθηκε νέα απόφαση για φυλάκιση. Διατάχτηκε
και πάλι η απέλασή σου. Γιατί μπήκες στην Ελλάδα χωρίς
νόμιμο διαβατήριο και χαρτιά. Γιατί είσαι ανεπιθύμητος.
Γιατί ισχύει απαγόρευση εισόδου, κ.λπ., κ.λπ. Η φυλάκι-
σή σου έγινε για να ετοιμαστεί η απέλασή σου. Και πάλι
με την ίδια αιτιολογία: Είσαι ανεπιθύμητος και υπάρχει
φόβος μήπως διαφύγεις. Όπως είδες, και πάλι δεν κατά-
φεραν να σε απελάσουν.
Σταμάτησε και κοίταξε τον Αμάρ, περιμένοντας τις
αντιδράσεις του.
– Με ελευθέρωσαν και μετά από έξι μήνες με συνέλα-
βαν ξανά. Με έστειλαν πάλι στην Κόρινθο. Κινδύνευα με
νέο δεκαοχτάμηνο, αλλά, ευτυχώς, βγαίνω σήμερα, στους
τέσσερις μήνες, είπε με ένα πικρό χαμόγελο.
– Τελειώνουμε, συνέχισε ο Παπαδάτος. Με την αί-
τηση ο δικηγόρος σου υποστηρίζει ότι η νέα φυλάκιση
αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης φυλάκισης. Και όσο
μένεις φυλακισμένος παραβιάζεται το ανώτατο όριο των
δεκαοχτώ μηνών. Αφού η προηγούμενη φυλάκιση έφτασε
τους δεκαοχτώ μήνες, εξαντλήθηκε το δεκαοχτάμηνο. Δεν
μπορεί να συνεχιστεί. Εφόσον μάλιστα δεν είναι δυνατή
η απέλασή σου. Το δικαστήριο δέχτηκε τα επιχειρήματα
του δικηγόρου και αποφάσισε: Ο κρατούμενος Αμάρ Μο-
χαμέντ του Αμίν, υπήκοος Αλγερίας, δηλαδή εσύ, πρέπει
να ελευθερωθείς. Τελειώσαμε.
– Όταν φοβήθηκα πως θα κάνω και δεύτερο δεκαο-
χτάμηνο, κύριε Βασίλη, τηλεφώνησα στα παιδιά της Κί-
νησης στην Πάτρα. Παρακάλεσα. Τους ζήτησα βοήθεια.
Και ευτυχώς…
Ήρθαν τα φαγητά, το τραπέζι γέμισε. Δύο μερίδες
αχνιστός μουσακάς, πατάτες τηγανητές, τζατζίκι, χωριά-
τικη σαλάτα με φέτα και ελιές, άφθονο άσπρο ψωμί. Για
τον εαυτό του ο δικηγόρος παράγγειλε ένα ποτήρι κρασί,
για τον Αμάρ μια κόκα κόλα. Τα μάτια του Αμάρ ζωήρε-
ψαν μπροστά στα ζεστά πιάτα, αλλά δίσταζε.
– Εμπρός, Αμάρ, ώρα για φαγητό.
Ο Αμάρ έτρωγε σκυφτός, με αργές κινήσεις, χωρίς κα-
μία λαιμαργία. Ο δικηγόρος δεν πεινούσε, έτρωγε μόνο
τον μουσακά του. Το μυαλό του είχε κολλήσει στην πε-
ρίπτωσή του Αλγερινού. Ήταν αδύνατος, σχεδόν υποσι-
τισμένος. Μελαχρινός, μαύρα μαλλιά και γένια πολλών
ημερών που είχαν αρχίσει κατά τόπους να γκριζάρουν.
Μαύρα μάτια, μεγάλα και έξυπνα. Η κούραση και η εξά-
ντληση, σωματική αλλά κυρίως ψυχική, ήταν εμφανής
στις κινήσεις του. Την ηλικία του δεν μπορούσε να την
υπολογίσει.
– Πόσων χρονών είσαι, Αμάρ;
– Είμαι τριάντα τεσσάρων, κύριε Βασίλη.
– Πότε και γιατί ήρθες στην Ελλάδα; τον ρώτησε.
Ο Αμάρ κατάπιε την μπουκιά του και ήπιε λίγο νερό,
να καθαρίσει τον λαιμό του.
– Έφυγα από Αλγερία είκοσι ενός χρονών. Το 2002.

Για δουλειά στο εξωτερικό. Η Αλγερία φτωχή χώρα.
Οι οικογένειες μεγάλες. Τα παιδιά πολλά. Είναι νόμος
εκεί. Κάποια παιδιά πρέπει να φεύγουν. Για δουλειά έξω,
να βοηθήσουν οικογένεια. Να παντρευτούν οι αδερφές.
Αυτός που έπρεπε να φύγει ήμουν εγώ. Έτσι αποφάσι-
σε οικογένεια. Κι εγώ μαζί. Οι αδερφές μου με αγαπούν
πολύ. Με φρόντιζαν πολύ. Τώρα περιμένουν από μένα.
Δεν μπορώ να τις απογοητεύσω.
Ο Αμάρ μιλούσε αργά, με μικρές προτάσεις. Ανάμε-
σα στις προτάσεις είχε μεγάλες σιωπές. Στις σιωπές του
έβλεπε εικόνες από την οικογένεια στην πατρίδα. Μι-
λούσε σαν να τις περιέγραφε στον δικηγόρο. Στο τέλος
μπήκε κι αυτός στις εικόνες. Περιστοιχιζόταν από τις
αδερφές του. Είχε επιστρέψει στο σπίτι του και αυτές τον
φρόντιζαν. Τον χτένιζαν, του έβαζαν αλοιφή στις πληγές.
Η πιο μεγάλη τον ξύριζε απαλά. Η πιο μικρή του έπλενε
τα πόδια με αλατόνερο, του έκοβε τα νύχια.
Ο δικηγόρος κατάλαβε ότι τον έχασε.
– Έι, Αμάρ. Πόσες αδερφές έχεις;
– Είμαστε τρία αδέρφια και έχουμε πέντε αδερφές.
– Πώς έφτασες μέχρι εδώ;
– Πρώτα πήγα στη Λιβύη. Εκεί δούλεψα δύο χρόνια.
Πάντρεψα τη μια αδερφή. Μετά έφυγα για Τουρκία. Εκεί
έμεινα έναν χρόνο. Δούλεψα σε οικοδομές. Πάντρεψα
την άλλη αδερφή. Στην Τουρκία έμαθα για Ελλάδα. Για
μεγάλα μεροκάματα. Δεν είχε αρχίσει ακόμα η κρίση. Πέ-
ρασα παράνομα. Έβρος, Αθήνα, Πάτρα. Τώρα είμαι στην
Ελλάδα περίπου έντεκα χρόνια.
– Έχεις σπίτι;
– Έχω σπίτι στην Πάτρα. Όχι στο κέντρο, πιο έξω,
Ζαρουχλαίικα. Δουλεύω. Όταν βρίσκω δουλειά. Λίγο,
αλλά το μεροκάματο είναι καλό, όχι όπως Αλγερία. Με
δέκα μεροκάματα τον μήνα μπορώ να βοηθάω οικογέ-
νεια. Μόνο χαρτιά δεν έχω. Το ξέρω, είμαι ανεπιθύμητος.
Κάθε μέρα κινδυνεύω. Μέχρι τώρα με έχουν πιάσει πέντε
φορές.
Είχε σταματήσει να τρώει. Κοιτούσε ψηλά στο ταβάνι.
Σιγά σιγά απομακρυνόταν από το τραπέζι. Έκλεισε τα
μάτια και ξανάρχισε πάλι να ταξιδεύει. Αυτή τη φορά δεν
ταξίδεψε στην πατρίδα, αλλά στα κρατητήρια και στις
φυλακές που τον είχαν κατά καιρούς οδηγήσει. Χειμώνας,
να τρέμει από το κρύο. Να παρακαλάει για ένα μπουφάν,
μια κουβέρτα. Και μετά καλοκαίρι. Να καίγεται κάτω
από τις λαμαρίνες. Να παρακαλάει για λίγο νερό, για μια
έξοδο από το καμίνι. Πεινασμένος. Να ψάχνει ανάμεσα
στους συγκρατούμενους για λίγο ψωμί.
Μέτρησε τους μήνες που είχε μείνει κρατούμενος.
Τόσο εδώ, τόσο εκεί.
Ο δικηγόρος είδε το πρόσωπο του Αμάρ να σφίγγεται,
να γεμίζει ρυτίδες. Κατάλαβε τις γκρίζες περιοχές των
μαλλιών του να φωτίζονται.
– Πάλι σε έχασα, Αμάρ. Πού ταξιδεύεις;
– Εδώ είμαι, κύριε Βασίλη. Την πρώτη φορά έμεινα πέ-
ντε μήνες στην Ασφάλεια. Μετά με άφησαν. Τη δεύτερη
μόνο τρεις μήνες. Με άφησαν. Την τρίτη έξι μήνες. Με
άφησαν. Την τέταρτη δεκαοχτώ μήνες εδώ στην Κόριν-
θο. Με άφησαν. Την τελευταία, τέσσερις, πάλι εδώ. Όλα
μαζί τρία χρόνια.
– Τώρα τι θέλεις;
– Ζέστη και φαγητό, απάντησε χαμογελώντας.
– Η οικογένεια σου λείπει;
– Ναι, λείπει.
– Θέλεις να επιστρέψεις;
– Θέλω. Έκλεισε πάλι τα μάτια και συμπλήρωσε: Αλλά
για μένα, κύριε Βασίλη, δεν υπάρχει επιστροφή.
– Και γιατί, παρακαλώ;
– Γιατί μέχρι τώρα δεν μπόρεσα να βοηθήσω όσο έπρε-
πε. Πότε μέσα, πότε έξω. Τρία χρόνια ήμουν φυλακή.
Έσκυψε στο πιάτο του, να τελειώσει το φαγητό του.
Τέλειωσε τον μουσακά του και σκούπισε καλά τη σάλτσα
με ένα κομμάτι ψίχα ψωμί. Ήπιε μισό ποτήρι νερό και
είπε: Τώρα, ύστερα από δέκα χρόνια Ελλάδα, θα κάνω
νέα αίτηση.
– Μα μόλις μου είπες πως δεν μπορείς ως Αλγερινός
να πάρεις άσυλο.
– Μπορώ να πάρω καθεστώς προστασίας για ειδικούς
λόγους. Άδεια παραμονής και άδεια εργασίας. Έχω πολ-
λά χαρτιά. Σταμάτησε για λίγο και άρχισε να αριθμεί με
τα δάχτυλα: Έχω σπίτι. Έχω ΑΦΜ. Έχω ΑΜΚΑ – από
τότε που είχα ροζ κάρτα. Γνωρίζω ελληνικά. Έχω κάνει
μαθήματα πολλά χρόνια. Στην Κίνηση της Πάτρας. Έχω
φίλους. Όλοι Έλληνες. Χορεύω στο χορευτικό του δήμου.
Χόρεψα ελληνικούς χορούς στη μεγάλη πλατεία. Παίζω
ποδόσφαιρο σε ομάδα. Έχω κανονικό δελτίο. Είμαι εθε-
λοντής μεταφραστής. Βοηθάω Ερυθρό Σταυρό και Κίνη-
ση. Με έχει καλέσει για μεταφραστή και το δικαστήριο.
Ξέρω, είμαι ανεπιθύμητος και χωρίς χαρτιά. Αλλά ο δι-
κηγόρος λέει πως είμαι… ενταγμένος. Ε-ντα-γμέ-νος. Ξέ-
ρεις, κύριε Βασίλη, τι παναπεί ε-ντα-γμέ-νος, ε;
– Ξέρω. Καταλαβαίνω πως θέλεις πολύ να μείνεις.
– Χωρίς προκοπή δεν θέλω να γυρίσω. Η οικογένεια
περιμένει. Έχω άλλες δύο αδερφές ακόμη ανύπαντρες.
– Και πότε λες να επιστρέψεις; Όταν γεράσεις;
– Όταν βγάλω χαρτιά και έχω κάποια λεφτά. Αλλιώς,
εδώ. Ανεπιθύμητος. Πότε μέσα, πότε έξω.
Έσφιξε τις γροθιές του και τα χείλη του. Έκλεισε τα
μάτια. Δίστασε, αλλά στο τέλος συμπλήρωσε αργά αργά:
– Όταν αλλάξει το κισμέτ. Το μακτούμπ, που λέμε στα
αραβικά. Αλλιώς, δεν υπάρχει επιστροφή.
Όταν αποφάγανε, ο δικηγόρος κάλεσε ένα ταξί και
συνόδευσε τον Αμάρ μέχρι το πρακτορείο των ΚΤΕΛ. Η
βροχή είχε δυναμώσει. Πρόσεξε πως το μπουφάν του
Αμάρ ήταν ελαφρύ για τον χειμώνα. Χώρια που φαινόταν
βρεγμένο. Παρατήρησε πως τα αθλητικά του παπούτσια
ήταν διαλυμένα.
Δεν μπορούσε όμως να του δώσει το μαύρο παλτό του,
ούτε να ανταλλάξουν παπούτσια. Χρήματα δεν του πε-
ρίσσευαν. Άνοιξε την τσάντα του και έβγαλε από μέσα
ένα ζευγάρι μάλλινα γάντια. Η γυναίκα του επιμένει να τα
έχει μαζί του, αλλά σπάνια τα φοράει.
Με τα γάντια στο χέρι πήγε στο γκισέ και έβγαλε το ει-
σιτήριο για την Πάτρα. Μαζί με το εισιτήριο έδωσε στον
Αμάρ και τα γάντια. Του έπιασε τα χέρια. Τον χαιρέτησε
και του ευχήθηκε:
– Ύστερα από όσα πέρασες, Αμάρ, καλό μακ… μακ…
πώς το λες. Καλό κισμέτ.
– Να αλλάξει. Πιστεύω πως σύντομα κάτι θα γίνει. Θα
αλλάξει. Δεν μπορεί να με έχει συνέχεια ανεπιθύμητο. Και
συμπλήρωσε: Καλό μακτούμπ και σ’ εσένα, κύριε Βασίλη.

Ζωγραφική: Κατερινα Χριστοπούλου

Πρώτες δημοσιεύσεις
Το διήγημα «Κισμέτ παστουνβαλί» δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Οροπέδιο, τεύχος 8, χειμώνας 2009-10, και στο ιστολόγιο του περιοδικού τον Σεπτέμβρη του 2012.
Το διήγημα «Οι πιλοτοφύλακες» περιέχεται στο συλλογικό
Ελα στη θέση μου, 20 διηγήματα για την αλληλεγγύη, εκδόσεις Ταξιδευτής, 2015.
Επίσης, μαζί με άλλα έξι από το ίδιο βιβλίο διαμορφώθηκαν στα εφτά μονόπρακτα της θεατρικής παράστασης Έλα στη θέση μου (Θέατρο Αγορά Πάτρας, χειμώνας 2016-2017).

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: