ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ IΙΙ, Πατρινοί ποιητές για την προσφυγιά και τους πρόσφυγες

Α. Το βράδυ της Δευτέρας 21 Μάρτη 2016 στο Δημοτικό Θέατρο Απόλλων της Πάτρας, σε εκδήλωση για την παγκόσμια ημέρα ποίησης διαβάστηκαν ποιήματα 6 πατρινών ποιητών.
Damaged-Buildings-Syrian-Civil-War1Τίτλος της εκδήλωσης « Ο ξένος των νερών», από στίχο του ιρανού ποιητή και πρόσφυγα, Φερεϊντούν Φαριάντ (1949-2012). Η ανάγνωση των ποιημάτων έγινε από τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή Κώστα Καζάκο και τους ηθοποιούς Γεράσιμο Ντάβαρη και Ελένη Καλαντζοπούλου του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας. Αναρτούμε τα ποιήματα για το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν αλλά και για να μπορεί ο κάθε ένας που τα αναζητεί στο internet να να βρει.

ΡΑΜΜΕΝΑ ΧΕΙΛΗ
Σπύρος Λ. Βρεττός
Δεν έχω φως της έλεγε
Αν είχα θα σου το δινα για να με δεις
Γιατί – το ξέχασες – βρισκόμαστε σε σύνορα κλειστά
Πάει καιρός – θυμάσαι; –
Που ήτανε τα χείλη μου μες τα δικά σου
Σπρώχναν οι γλώσσες μας η μια την άλλη
Ποια γλώσσα θα νικήσει ποια
Κι ύστερα γίναν τα χείλη μας ραμμένα
Ποια λέξη πήγαινε να βγει; Θυμάσαι;
Ποια λέξη υπερήφανη θαρρούσε πως είναι αρκετή
Να ειπωθεί και να νικήσει;
Γι αυτό
Και γίνανε τα χείλη μας ραμμένα
Να ‘ρθει η φωνή, να ‘ρθει η φωνή πίσω απ’ τα χείλη
Να ‘ρθει και νάναι σώμα που εκφέρεται, Αφήνεται στο λόγο
Σπάει τα χείλη, σπάει τα δόντια
Σπάει τις δυνατές κλωστές ανοίγει
Να ‘ρθει η λέξη που μόνο σε φωνή ή γεγονός
Το στόμα σου ανοίγει
Πάει καιρός – θυμάσαι; –
Που το δικό σου δέρμα κινιότανε
Σαν να θελε να ανεβεί πιο πάνω από το σώμα
Με γύρευε πολύ, με ήθελες, θυμάσαι
Μείνε κοντά μου έλεγες να μη χαθούμε,
Δε βλέπεις που όλοι έχουν σταματήσει;
Τα όρια, τα όρια, μου φώναζες
Τα σύνορα, τα σύνορα κλειστά
Και πώς θα πάμε σ’ άλλη χώρα
Κι εγώ δεν έχω φως, του έλεγε
Αν είχα θα σου το δινα για να με δεις
Που σβήνω. Κι είναι τα σύνορα κλειστά
Κι είναι τα χείλη μου κλειστά
Κι είναι κιόλας το δέρμα μου
Πιο πάνω από το σώμα

ΕΚΤΟΣ
Διονύσης Καρατζάς
Με το ‘να χέρι έκοβε νερά
Με τ’ άλλο χέρι έσερνε πατρίδα
Το είδα πως καιγόταν πάνω του το κύμα
Και πως πνιγόταν μέσα του το αίμα
Από την Ανατολή μέχρι τη Δύση
Προσευχόταν με κραυγές πουλιών σε φλογισμένο ουρανό
Κι απ’ την ανάσα του λύγιζαν οι άνεμοι
Και χάνονταν στεριά κι ελπίδα
Κι όσο ερχόταν, έφευγε.
Το πρωί τον βρήκαν ανάμεσα στα φύκια
Ανοιχτό κοχύλι άγνωστης ζωής.
Στον πόνο το γιατί
Πάντα ξέρει, κι ας ρωτάει

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ
(η μάνα στο παιδί της)
Γιάννης Ζαρκάδης
Με δικά της έξοδα
Μια κόρη ξανθιά, η σελήνη
Με δικά της φλουρί μου
Με το φιτίλι και το λάδι της
Τις νύχτες που πάμε μας φέγγει
Να περνάμε τις γραμμές
Και τα συρματοπλέγματα
Με δικά της,
Μας πάει στα κρυφά σχολειά
Μας ανεβάζει στα ουράνια
Στην ασημένια της πατρίδα
Και ύστερα,
Μας στρώνει για τον ύπνο του δικαίου
Τα σεντόνια του σύμπαντος.
Με δικά της έξοδα
Φτάνει ως εδώ η θάλασσα
Η μάννα της μάνας μου
Με δικά της φλουρί μου
Μας στέλνει τα παιδιά, τα κύματά της
Και τα γαλάζια ξένα της.
Μας παίζει κρυφτό, μας νανουρίζει.
Και στην επιστροφή
Με δικά της
Μας παίρνει αγκαλιά
Στα μπλε της λιβάδια μας θηλάζει.
Και ύστερα
Μας πάει σιωπηλά
Κάτω στα βαθιά της

ΑΝ ΕΧΩ ΧΕΡΙ ΝΑ ΠΙΑΣΤΩ
Δημήτρης Κάββουρας
Πέτρα στα στήθη κουβαλώ
Το μαύρο ριζικό μου
Από γιαλό σ’ άλλο γιαλό
Κάτω από ξένον ουρανό
Χωρίς θεό δικό μου
Της μοίρας μου όλα τα κακά
Και το πλεούμενό μου
Παρατημένο στ’ ανοιχτά
Δίχως τιμόνι και πανιά
Με πάει στον όλεθρό μου
Πλέοντας μισοπέλαγα
Με τύλιξε το κύμα
Κι έγινε εντός μου χαλασμός
Κι η προσευχή έγινε θυμός
Και η ελπίδα κρίμα
Συντρίμμι πια με ξέβρασε
Σ’ ερημικό ακρογιάλι
Το κύμα σάμπως ναυαγού
Απελπισμένου κι ορφανού
Μήνυμα σε μπουκάλι
Στο κρύο, στην κάψα, στη βροχή
Γυμνό στρουθί του δρόμου
Σαν να ‘ ρθα απρόσκλητος στη γη
Με της ορφάνιας το ψωμί
Τρέφω το θάνατό μου
Συρματοπλέγματα φρουροί
Φραγμένοι όλοι οι δρόμοι
Σαν να μη με χωρά η ζωή
Και δεν υπάρχει λίγη γη
Για με όσο ζω ακόμη
Ποιος ξέρει – αν ξέρει- να μου πει
Μέχρι πού να γεράσω
Τις θάλασσες και τις στεριές
Και πόσες θάναι οι φορές
Που μέλει να περάσω
Το θάνατο πολλές φορές
Μπροστά μου θ’ αντικρίσω
Μα αν έχω χέρι να πιαστώ
-συμπόνιας χέρι αδελφικό-
Θα βρω καιρό να ζήσω

ΠΑΤΡΑ ΤΩΝ ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΩΝ, ΠΟΛΗ ΕΞΟΡΙΣΤΗ
Κώστας Λογαράς
Δρόμους της πόλης μου πιο ανοιχτούς
απ’ τους θαλασσινούς του λιμανιού της δεν γνωρίζω
Περάσματα ορθάνοιχτα απ ‘ όπου όρμησαν
Οι άνεμοι της Ιστορίας και του Μύθου της.
Πάτρα και Porto και πολιτεία και καταφύγιο του εξόριστου Πατρέα. Λιμάνι απάνεμο για τον ξεριζωμένο από την πατρίδα του – οικιστή της πόλης. Πέρασμα, ξανά και σταυροδρόμι των ανθρώπων που δεν έχουνε στον ήλιο μοίρα «η τελευταία πόρτα του παραδείσου» για τους κατατρεγμένους Κούρδους, τους πρόσφυγες και μετανάστες Αφγανούς, για τους απελπισμένους Σύριους.
Εδώ, ζεσταίνουμε με πείσμα τα’ όνειρό τους και θρέφουν ελπίδα πως θα αλλάξουν τη ζωή τους.
Σήμερα αυτοί, εμείς παλιότερα. Κι αύριο ποιος ξέρει πως γυρνάει ο τροχός της μοίρας, ο αέναος.
Χρόνια και χρόνια η πόλη μεγαλώνει δίπλα στο λιμάνι της.
Κι οι άνθρωποι μαζί της. Ξένοι και δικοί.
Τρέφουν τη φαντασία τυς με μακρινά ταξίδια, στήνουν αφτί στον άνεμο κι ακούν το πέλαγο που δε δέρνεται σαν το κορμί, σαν τη ψυχή τα’ ανθρώπου. Νύχτα και μέρα αφουγκράζονται τα κύματα και σχεδιάζουν τη φυγή τους.
Γιατί οι πόλεις που πλαγιάζουν δίπλα στα λιμάνια, σου φουσκώνουν τα μυαλά με ταξίδια νοερά
Σε ξεσηκώνουν με την παράξενη εκείνη προσμονή του αγνώστου, και την ίδια ώρα σ δένουν δυο και τρεις
Φορές σφιχτά στις μαντεμένιες δέστρες της προβλήτας τους.
Σε κρατάνε να μη φύγεις μακριά κι αν φύγεις,
Μην ξεχάσεις να γυρίσεις πίσω.
Τώρα η Πάτρα στοιχειώνει μακριά από το λιμάνι της. Αποκλεισμένη από τη δική της θάλασσα
Μοιάζει με πολιτεία που απομακρύνεται από το παρελθόν της και τις μνήμες της. Κι έχω το φόβο μην τύχει κάποια νύχτα κι η πόλη ξανοιχτεί στο άγριο πέλαγος. Μήπως κοπούν οι άγκυρες, λυθούν οι κάβοι της που την κρατούν δεμένη στις μαντεμένιες δέστρες της προβλήτας της και σαλπάρει στ’ ανοιχτά. Φορτωμένη ακυρωμένες υποσχέσεις, ματαιωμένες προσδοκίες κι άπορα βλέμματα. Φοβάμαι, λέω, μήπως η πόλη πάρει από πάνω μας τα μάτια της και φύγει μακριά.

ΣΑΝ ΠΑΙΧΝΙΔΙ
(Για τα παιδιά πρόσφυγες)
Βασίλης Λαδάς
Απ’ όποιο περίπτερο κι αν το αγοράσετε
Στο ίδιο πανάρχαιο ποτάμι ρέει το νερό
Μόλις κατάκοποι πιείτε και ξεδιψάσετε
Από τα μπουκάλια τζίνια θεόρατα θα ξεπηδήσουν
Και Πήγασοι φτερωτοί
Δύο δύο παραμάσχαλα τα τζίνια μας θα σας πάρουν
Σε πέντε λεπτά θα προσγειωθείτε στο Λονδίνο
Τρεις τρεις καθισμένοι στη ράχη των Πηγάσων
Σε τέσσερα λεπτά θα είστε στο Βερολίνο
Και να φοράτε μπλουζάκια με ιπτάμενους
-κι ας έχουν ξεραμένο αίμα στο στήθος-
Του Σούπερμαν του Μπάτμαν του Σπάιντερμαν
Κι ακόμη φανέλες μάγων ποδοσφαιριστών
-με το δεκάρι στην πλάτη-
Που πάνω από τα τείχη των αμυντικών

Περνάνε αέρινα την μπάλα και μπαίνει γκολ στα φάουλ.
Τα κοριτσάκια να φοράτε μπλούζες μοδάτες
Με την κατγούμαν – κι ας έχει αίμα στα χείλη-
Να έχετε πάντα κορδέλα περασμένη στα μαλλιά
Σαν να πηγαίνετε σε πάρτι γενεθλίων
Καμιά φορά σαν έλικας μπορεί να γυρίσει
Και σε έξι λεπτά να είστε στο Παρίσι.
Αν απομένει νερό στα μπουκάλια
Οπλίστε νεροπίστολα κι αν βρείτε κιγκλιδώματα
Σημαδέψτε τα και υγρό πυρ θα τα λειώσει
Σαν να ‘ναι βαμπίρ που λειώνουν στον ήλιο.
Και υπάρχουν κι άλλα μαγικά
Κάθε σκουφάκι κάθε τζόκεϊ κάθε κουκούλα
Σε καπέλα ταχυδακτυλουργού μπορεί να μεταμορφωθούν.
Μην τα φοβηθείτε, χωθείτε μέσα
Περιστέρια και λαγοί θα βγείτε
Σε τρία λεπτά θα είστε στη Ζυρίχη
Σε δυο λεπτά θα είστε στη Γενεύη
Μπροστά στις τράπεζες των Ελβετών
Η μορφή σας σε ένα λεπτό θα ξαναγυρίσει
Και κάποια μέρα μπορεί να τυπωθεί
Στα χαρτονομίσματα του ευρώ και του δολαρίου.
Μην ξεχνάτε κι αυτή τη συνταγή
Σε γραφή ιερογλυφική προφητικά γραμμένη:
Κρεμάστε λέει κινητά στα τείχη
Που σας κόβουν το δρόμο
Καλέστε τα νούμερά τους από άλλα κινητά
Σάλπιγγες της Ιεριχούς θα ηχήσουν τα σήματα
Και τα τείχη σαν παιχνίδι θα καταρρεύσουν.

  

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: