ΠΑΤΡΙΝΟΪΤΑΛΟΙ – ΙΤΑΛΟΠΑΤΡΙΝΟΙ: Μια λογοτεχνική και ιστορική προσέγγιση

ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ grammata.com_Την Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015 8.30 μμ, στο Πολύεδρο (Πάτρα),
έγινε μια εκδήλωση με το γενικό τίτλο
Πατρινοϊταλοί – Ιταλοπατρινοί,
στηριγμένη στα λογοτεχνικά κείμενα:
“Η Μαρίνα” του Κοσμά Πολίτη
“Να φροντίζετε το μπαούλο” του Βασίλειου Χριστόπουλου (από τη συλλογή ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΘΕΟ) 

Ομιλητές  ήταν οι:
Νικολέττα Παλαιολόγου, αρχαιολόγος – μουσειολόγος
Σ.Ν.  Φιλιππίδης, ομοτ. καθηγ. νεοελληνικής φιλολογίας Παν. Κρήτης

Με την άδεια των συγγραφέων παραθέτουμε τις δυο ομιλίες  που παρουσιάζουν  λογοτεχνικό και  ιστορικό ενδιαφέρον.

 

H ομιλία του Σ.Ν. Φιλιππίδη:

Πιθανότατα όλοι γνωρίζετε ότι το πραγματικό όνομα του Κοσμά Πολίτη ήταν Πάρις Ταβελούδης και ότι το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο δηλώνει «κοσμοπολίτης». Η «Μαρίνα» βρίθει από δεδομένα που συνθέτουν ένα κοσμοπολίτικο περιβάλλον στην Πάτρα του τέλους της δεκαετίας του 1930: στίχοι από άριες από ιταλικές όπερες, θραύσμα στίχου τού Μπωντλαίρ και κοινότυπες φράσεις στα γαλλικά, στίχοι από αμερικανικά τραγούδια, καφενεία με ορχήστρα, μεταμεσονύκτια μπαρ, παραθεριστές σε τουριστικά θέρετρα, γιοτ, κλπ. Σε αυτή την αντι-ηθογραφική αφηγηματική πρακτική προστίθενται και δύο χαρακτήρες, δύο ηλικιωμένοι Ιταλοί κατασκευαστές μασκών που ζουν σε ένα φτωχόσπιτο στα σοκάκια κάτω από το Κάστρο, ο Σιορ Μπατίστα και ο Αρνούλφος. Πιθανώς έχουν έρθει από την Κεφαλονιά. Αν και ζουν χρόνια στην Πάτρα, μιλάνε σπασμένα ελληνικά και τα αναμιγνύουν επιπλέον με ιταλικές φράσεις.
Το διήγημα «Μαρίνα» διασώζεται σε δύο μορφές, αυτήν που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα το 1939 και αυτήν που δημοσιεύθηκε στο βιβλιαράκι Τρεις γυναίκες το 1943 και αναδημοσιεύθηκε στον τόμο με όλα τα διηγήματα του Κοσμά Πολίτη Η Κορομηλιά και άλλα διηγήματα. Οι δύο μορφές διαφέρουν κυρίως ως προς το τέλος του διηγήματος(1).  Στην πρώτη μορφή το πλοιάριο, μέσα στο οποίο βρίσκονται ο σύζυγος Δημήτρης, η σύζυγός του Ρέα, ο γιος τους Πέτια, ο εραστής Στέφανος, καθώς και δύο φίλοι τους, και ταξιδεύει από την Ιτέα προς το Ξυλόκαστρο, εμβολίζεται από ένα μεγάλο πλοίο, αλλά σώζονται όλοι· το διήγημα ωστόσο παραμένει αμφίσημο, με ανοιχτό τέλος: το ατύχημα συμβαίνει Κυριακή βράδυ, αλλά οι δύο εραστές είχαν συμφωνήσει να πάρουν το αγόρι μαζί τους την επόμενη Τετάρτη και να πάνε να ζήσουν αλλού. Στη δεύτερη, μεταγενέστερη μορφή του διηγήματος, στο πλοιάριο βρίσκονται μόνο ο εραστής, η σύζυγος και ο μικρός, που διέφευγαν από το Ξυλόκαστρο στην Πάτρα, και, όταν εμβολίζεται, βουλιάζει και πνίγονται όλοι.       [……………………………]

Ο κοσμοπολιτισμός και η ατμόσφαιρα μιας άδειας ζωής που ελλείψει στόχου και νοήματος σπαταλιέται στο κυνήγι της απόλαυσης, είναι εμφανή στοιχεία ήδη στην αρχή του διηγήματος. Το νόημα στη ζωή τού κύριου ήρωα, του Στέφανου, θα μπορούσε να δημιουργηθεί μέσα από την ερωτική του σχέση με την παντρεμένη Ρέα. Αλλά και στις δύο μορφές του διηγήματος η δυνατότητα αυτή εκμηδενίζεται. Στη δεύτερη μορφή η δυνατότητα της οριστικής ένωσης των εραστών αποκλείεται, αφού πνίγονται· το ότι το ίδιο ισχύει και στην πρώτη μορφή, είναι κάτι που συμπεραίνεται έμμεσα, από την αφηγηματική ακολουθία που διαδραματίζεται στο «Ατελιέ Μπατίστα». Έτσι μια αφηγηματική ακολουθία που ενδεχομένως θα φαινόταν ήσσονος σημασίας, αποδεικνύεται θεμελιακός συντελεστής στην παραγωγή του νοήματος, δηλαδή της αρνητικής κατάληξης της ερωτικής σχέσης.
Ο φίλος του Στέφανου Λεώνης δεν μένει σε ξενοδοχείο, όπως οι δύο φίλοι του, αλλά έχει νοικιάσει ένα σπιτάκι σε εργατική συνοικία, έξω από την Πάτρα. Όταν εκείνοι τον επισκέπτονται, ο Στέφανος εντυπωσιάζεται από μια μάσκα που έχει κρεμασμένη στον τοίχο ο Λεώνης. Μαθαίνει από πού την πήρε και επισκέπτονται το «Ατελιέ Μπατίστα», που —όπως έχω πει— ήταν ένα παλαιό σπίτι σε σοκάκι κάτω από το Κάστρο. Στους τοίχους του εργαστηρίου δεν υπάρχουν μάσκες, αλλά ο Σιορ Μπατίστα ανοίγει κασέλες και βγάζει πλήθος μάσκες που αναπαριστούν πρόσωπα σε μια κατάσταση έξαψης, μορφάζοντα, με έντονα χρώματα, με μια υπερβολή στην απόδοση χαρακτηριστικών και εκφράσεων. Μολονότι στο κείμενο δεν υπάρχει σχετική πληροφορία, πιθανότατα είναι μάσκες που οι Ιταλοί κατασκεύαζαν για το Πατρινό Καρναβάλι. Το 1939, έτος συγγραφής του διηγήματος, στην Πάτρα έγινε «το ωραιότερο προπολεμικό Καρναβάλι»(2).  Αλλά και το πνεύμα του Καρναβαλιού ταιριάζει με τον κοσμοπολιτισμό του διηγήματος.
Ο Στέφανος δεν μένει ικανοποιημένος από όλες αυτές τις μάσκες, κι όταν ζητάει «κάτι άλλο» από τον Μπατίστα, εκείνος φωνάζει προς «την πλαϊνή πόρτα: —Αρνούλφο, porta la femina marina» (—Αρνούλφο, φέρε τη γυναίκα της θάλασσας). Ο Αρνούλφος φέρνει ένα μαρμάρινο μπούστο μιας όμορφης γυναίκας, αναγεννησιακής μάλλον και όχι αρχαιοελληνικής ή ρωμαϊκής τεχνοτροπίας, που υποτίθεται πως είχε ψαρέψει με τα δίχτυα του ο ψαράς πατέρας τού Αρνούλφο. Ο Στέφανος παραγγέλλει μια μάσκα από χοντρό συμπιεσμένο χαρτόνι σε χρώμα άχυρου που θα είναι αποτύπωση της femina marina. Τελικά, χαρίζει τη μάσκα στον Πέτια, τον εφτάχρονο γιο τής Ρέας. Και στις δύο μορφές του, το διήγημα τελειώνει με τη μάσκα να βουλιάζει αργά. Έτσι, η femina marina, το σύμβολο της ιδανικής γυναίκας, κι όταν ο Στέφανος βρίσκει την Ρέα, το σύμβολο του ιδανικού έρωτα, ενώ έχει την ίδια κατάληξη, την καταβύθιση, στην μεν πρώτη μορφή, που όλοι σώζονται, υποδηλώνει τη μελλοντική ατυχή έκβαση του ειδυλλίου, ενώ στη δεύτερη μορφή σφραγίζει εμβληματικά το θάνατο των εραστών.
Το διήγημα «Μαρίνα» είναι γραμμένο με μια ποιητική, μετα-Χαμσουνική γραφή, με την οποία επιχειρείται να περιγραφεί μια ατμόσφαιρα μάλλον παρά πλασματικά συμβάντα. Στον αντίποδα μιας τέτοιας γραφής βρίσκεται η πεζογραφία τού Βασιλείου Χριστόπουλου. Ο Χριστόπουλος είναι ένας απόλυτος και κλασικός πεζογράφος. Τα κείμενά του ενσωματώνουν πραγματικά γεγονότα, ώστε και τα πλασματικά να φαντάζουν εξίσου πραγματικά.           […………………………]

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ 22_41791Το διήγημα έχει την εξής διάρθρωση: αρχίζει με μια πεντασέλιδη πρωτοπρόσωπη σύντομη διήγηση του Νικόλα Κροτσέτι για τη ζωή της οικογένειάς του στο Μπεγουλάκι και την απέλασή τους το 1945· ακολουθεί ωστόσο μια πενηντασέλιδη τριτοπρόσωπη αφήγηση, στην οποία ο αφηγητής-Χριστόπουλος διηγείται με τη δική του φωνή τη ζωή τού πατέρα τού Νικόλα, του Σπύρου Κροτσέτι και της οικογένειάς του. Όπως η διήγηση του Νικόλα αποκτά αυθεντικότητα με την εμπράγματη τοποθέτησή της, τοπική και χρονική («Πολύεδρο» 6 Μάη 2006), έτσι και η υπόλοιπη μακρά διήγηση που αφορά στην περιπέτεια του Σπύρου Κροτσέτι αποβλέπει στο να διατηρήσει τη ρεαλιστική απεικόνιση πλασματικών συμβάντων με την επικουρία ημερομηνιών και ιστορικών δεδομένων. Ο Σπύρος Κροτσέτι ήταν ένας από τους χιλιάδες Πατρινοϊταλούς που ζούσαν στην Πάτρα. Μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, το 1945, κάποιοι παρέμειναν και κάποιοι απελάθηκαν (2.500 κατά τον Χριστόπουλο). Η οικογένεια Κροτσέτι, δηλαδή ο Σπύρος, γεννημένος στην Πάτρα αλλά ιταλός υπήκοος, η σύζυγός του Αριστέα, ελληνίδα από την Εγλυκάδα, και τα δίδυμά τους, ο Νικόλα και η αδερφή του, απελάθηκαν, ενώ οι οικογένειες των αδερφών τού Σπύρου, για παράδειγμα, που είχαν αλλάξει το επίθετό τους σε Σταυρόπουλος («κρότσε» ιταλικά σημαίνει «σταυρός») παρέμειναν.
Η αφήγηση, όπως είπα, ξεκινά με την διήγηση του γιου, του Νικόλα, για το σπίτι τους στο Μπεγουλάκι και τη ζωή τους εκεί: ο Σπύρος Κροτσέτι είχε ένα σπίτι, χωράφι που καλλιεργούσε, και ζώα. Με το κάρο του μετέφερε «γάλα, λαχανικά και φρούτα και τα πουλούσε στο Μαρκάτο»· αλλά και για την απέλασή τους, διότι ο πατέρας του δεν είχε διάθεση να αλλάξει το ιταλικό επίθετό του και την υπηκοότητά του κι όταν το επιχείρησε, ήταν πια ανέφικτο. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση που ακολουθεί, ξεκινά με την ημέρα της απέλασης, αλλά σύντομα γυρίζει πίσω στο χρόνο και περιγράφει τα συμβάντα με μια γραμμική αφήγηση, από τη στιγμή της εγκατάστασης του πατέρα τού Σπύρου στην Πάτρα το 1870 έως και την ζωή της οικογένειας μετά την απέλαση, στην Ιταλία. Τα συμβάντα εξιστορούνται με συντομία έως τον ξαφνικό τορπιλισμό του πολεμικού πλοίου «Έλλη» στην Τήνο ανήμερα της Παναγίας το 1940 και την πρώτη ανεπιτυχή απόπειρα του Σπύρου Κροτσέτι να αλλάξει υπηκοότητα και επίθετο. Μέσα στις πολύπλοκες πολιτικές συνθήκες τού Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και της Κατοχής, ο Σπύρος Κροτσέτι καταφεύγει αρχικά σε ένα φασίστα δικηγόρο για να τον βοηθήσει, και έπειτα σε ένα εαμίτη δικηγόρο. Κυρίως εξαιτίας της επιμονής της συζύγου του, ο Σπύρος κρατιέται μακριά από το «Φάτσο», μια ομάδα Πατρινοϊταλών φασιστών, αλλά και από τους ταγματασφαλίτες και τους ελασίτες. Ωστόσο, ύστερα από μια εμφύλια σύρραξη στο δρόμο Κλάους Πατρών στις 13 Αυγούστου 1944,οι Κροτσέτι αναγκάζονται τη νύχτα να περιθάλψουν διαδοχικά δύο ελασίτες κι ένα ταγματασφαλίτη, τρεις τραυματίες από την ολοήμερη μάχη.
Οι πληροφορίες για ιστορικά γεγονότα, συγκεκριμένα πρόσωπα και τόπους αποτελούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσονται τα πλασματικά συμβάντα. Για παράδειγμα, η απόφαση του Σπύρου Κροτσέτι να προσφύγει σε εαμίτη δικηγόρο για να αλλάξει υπηκοότητα, τοποθετείται αμέσως μετά την ομιλία του Παναγιώτη Κανελλόπουλου με δίπλα του τον Βελουχιώτη από ένα μπαλκόνι γωνία Μαιζώνος και Ερμού το 1944.            [………………………….]
ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ 22 ες1Ο Χριστόπουλος γνωρίζει κάποιες γενικές πληροφορίες για τον πατέρα, Σπύρο Κροτσέτι, τις οποίες έμαθε από το γιο του Νικόλα. Στο διήγημα, ωστόσο, έχει χτίσει ένα χαρακτήρα, του οποίου αφηγείται καθημερινές λεπτομέρειες, συμβάντα, σκέψεις, συναισθήματα και κουβέντες, όλα επινοήσεις της παντοδύναμης ρεαλιστικής φαντασίας του. Και όλα παρουσιασμένα ως αλήθεια με συγκεκριμένες αφηγηματικές τεχνικές: την αποφυγή υπερβολών, τη γνώση της ρεαλιστικής αναπαράστασης, και κυρίως, την παρεμβολή ιστορικών δεδομένων, ημερομηνιών, αναφορών σε τοποθεσίες, κτήρια και δρόμους των Πατρών. Το μήνυμα που ο συγγραφέας θέλει να μεταδώσει, τη σύνθλιψη του καθημερινού ανθρώπου από τα ιστορικο-πολιτικά γεγονότα, που τον παρασύρουν, έρμαιο, σε μια αθέλητη κατάσταση, αφενός· και αφετέρου, τον άδικο ξεριζωμό ανθρώπων —συγκεκριμένα, πολλών Πατρινοϊταλών— από τον τόπο τους με οδυνηρά γι’ αυτούς αποτελέσματα. Εάν στον Κοσμά Πολίτη οι Ιταλοί της Πάτρας είναι ξένοι, εξωτικοί, οι Πατρινοϊταλοί τού Χριστόπουλου είναι Έλληνες, με μια διακριτή Πατρινή εντοπιότητα.
Αυτή η ριζική διαφορά αφηγηματικής γραφής μεταξύ Κοσμά Πολίτη και Χριστόπουλου επιβεβαιώνεται και από τη χρήση ενός συμβολικού αντικειμένου στα δύο διηγήματα: της μάσκας της «γυναίκας της θάλασσας» στην «Μαρίνα» και του μπαούλου στο «Να φροντίζετε το μπαούλο». Ο συμβολισμός της μάσκας της femina marina είναι ασαφής, πολύσημος, ανοιχτός σε ερμηνείες. Εγώ, ως επαρκής αναγνώστης, τη βλέπω ως ένα σύμβολο της ιδανικής γυναίκας και, συνεκδοχικά, του ιδανικού, αλλά ανέφικτου έρωτα. Το κείμενο του Κοσμά Πολίτη πουθενά δεν δηλώνει τι ακριβώς συμβολίζει αυτή η μάσκα. Αντιθέτως, το μπαούλο στο διήγημα του Χριστόπουλου έχει πολύ σαφή συμβολισμό: μέσα σε αυτό βρίσκονται ό,τι υπάρχοντα μπορούσαν να πάρουν οι Κροτσέτι από τη ζωή τους στο Μπεγουλάκι, είναι δηλαδή γι’ αυτούς η μνήμη της ζωής τους στην Πάτρα και το δέσιμό τους με αυτήν. Αυτή την προσκόλληση στον εράσμιο εντόπιο χώρο —μισό πραγματικό, μισό φαντασιακό— δείχνει και η προτροπή της γηραιάς πια Αριστέας στα παιδιά της —προτροπή που είναι και ο τίτλος του διηγήματος.


1.Για όλες τις διαφορές μεταξύ πρώτης και δεύτερης γραφής της «Μαρίνας» βλ. το μελέτημα της Αγγέλας Καστρινάκη «Ο Κοσμάς Πολίτης και η ‘Μαρίνα’: από την ειρωνεία στο δράμα», Ο λόγος της παρουσίας, τιμητικός τόμος για τον Παν. Μουλλά, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 97-103.
2. Λάμπρος Σ. Βρεττός, Πάτρα: Οδηγός πληροφόρησης, 1998, σ. 212

 

Η ομιλία της Νικολέττας Παλαιολόγου :

Όταν ο Κώστας Καπέλλας μου ανέφερε το θέμα της σημερινής εκδήλωσης και ρώτησε αν θα ήθελα να πω λίγα πράγματα για αυτό, αμέσως ανταποκρίθηκα θετικά, καθώς βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι σχετίζεται με την ιστορίας της πόλης μας και αναδεικνύει μια πτυχή του παρελθόντος όχι και τόσο γνωστή στο ευρύτερο κοινό –πόσο μάλλον σε εμάς τους νεότερους.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που άκουγα για το θέμα των Πατρινοϊταλών. Αν και αυτό έγινε πολύ πρόσφατα, μόλις πέρυσι, όταν έχοντας πιάσει στα χέρια μου το Ιστορικό Λεξικό των Πατρών του Κώστα Τριανταφύλλου, το μάτι μου έπεσε στο λήμμα Ιταλοί – Ιταλοί πρόσφυγες. Και διαβάζοντάς το εξεπλάγην. Μέχρι τότε, δεν με είχε πολυαπασχολήσει το γεγονός ότι είχα γνωστούς με το επώνυμο Σινιγάλια, Δεμαρτίνος, Παολίνος ούτε γιατί στο κέντρο της πόλης υπάρχει ο μεγάλος καθολικός ναός του Αγίου Αντρέα. Στο συγκεκριμένο λήμμα διάβασα λοιπόν τα εξής: «Τη 4η ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ 22 43585Ιουλίου 1849 απεβιβάσθησαν εις Πάτρας Ιταλοί πρόσφυγες, εξ ων εις λοχαγός και 69 στρατιώται εκ της φρουράς Αγκώνης/ Ο Νομάρχης Αχαϊας και Ήλιδος κύριος Αναγνωστόπουλος, καλώς ποιών, διέταξε την Δημαρχίαν να τοις δοθώσι καταλύματα. Μανθάνομεν δε μετά της μεγαλυτέρας ευχαριστήσεως ότι οι πολίται Πατρών έδειξαν συμπαθείας χριστιανικής αισθήματα, υποδέχοντες και περιποιούμενοι τους πρόσφυγες εις τους οίκους των. Εις τους πρόσφυγας αυτούς δεν δύναται η Ελλάς να αρνηθή άσυλον. Διατάσσομεν τον Νομάρχην Αχαϊας και Ήλιδος να τους δεχθή και να τους γνωστοποιήσει ότι είναι ελεύθεροι να κυκλοφορούν και να μεταβούν εις οιονδήποτε μέρος της Ελλάδος θελήσουν δια να δυνηθεί ο καθείς να εξακολουθήσει το επάγγελμα, το οποίον είχε προτού λάβει τα όπλα δια να αμυνθεί» και αλλού: «Από του 1848 ήρχισαν να καταφθάνουν οι Ιταλοί πατριώται, θύματα του αγώνος των της ενώσεως Ιταλίας. Εις τας αγγλοκρατουμένας Κέρκυραν και Μελίτην δεν εγένοντο δεκτοί, ουδέ εις αυτην την Γαλλία και Ελβετίαν και μόνον η μικρά Ελλάς τους παρεχώρησε άσυλον παρά τας παραστάσεις προς τον βασιλέα Όθωνα των εν Αθήναις πρέσβεων Αυστρίας και Ρωσίας»» …..
Η παροικία που άρχισε να διαμορφώνεται στα μέσα του 19ου αιώνα, σταδιακά αυξανόταν καθώς κατέφθαναν και εγκαθίσταντο στην Πάτρα συγγενείς των εδώ παροικούντων, ενώ τα έργα της κατασκευής του λιμανιού και των σιδηροδρόμων της Πελοποννήσου ήταν δυο ακόμα παράγοντες που προσείλκυσαν εργάτες και τεχνίτες από την Ιταλία. Η πατρινή παροικία εξελίχθηκε στη μεγαλύτερη της Ελλάδας, αριθμώντας περί τα 8.000 άτομα, προερχόμενα κατά το πλείστον από την Απουλία. Επρόκειτο για μια ιδιαίτερα δυναμική κοινότητα, η οποία έφτασε στην καμπή του 19ου αιώνα να αντιπροσωπεύει το 5% του πληθυσμού της πόλης. Η οικονομική κατάσταση των μελών της δεν ήταν η ίδια με εκείνη των μελών της αγγλικής παροικίας. Οι περισσότεροι ασχολούνταν με την αλιεία, εργάζονταν σε σταφιδαποθήκες ή ήταν τεχνίτες, ακολούθησαν δηλαδή κοινά με τους πατρινούς επαγγέλματα και παρόλο που διατήρησαν το θρήσκευμα, το επώνυμό και την ιταλική υπηκοότητα, συνέδεσαν το βίο τους σε όλες τις εκφάνσεις του με τους ντόπιους. Οι περισσότερες οικογένειες κατοικούσαν στην περιοχή του Αγίου Διονυσίου, ενώ οι αγρότες είχαν κτήματα στο Μπεγουλάκι, στην Εγλυκάδα, στις Ιτιές, κυρίως στα νότια περίχωρα της Πάτρας. Κέντρο της θρησκευτικής ζωής της κοινότητας ήταν ο καθολικός ναός του Αγίου Αντρέα επί της Μαιζώνος. Οι Ιταλοί παντρεύτηκαν πατρινές και δημιούργησαν απογόνους δεύτερης και τρίτης γενιάς, των οποίων το μόνο που θύμιζε την πρότερη καταγωγή ήταν το επώνυμο. Πολιτικά τέλος δεν διαφοροποιούνταν από τον ελληνόφωνο περίγυρό τους, εκτός ίσως από κάποιους οργανωμένους πυρήνες του ιταλικού φασιστικού κόμματος. Πατρινοϊταλοί ή Ιταλοπατρινοί, ανάλογα με τη σειρά των δύο συνθετικών, η έμφαση δινόταν στην ταυτότητα που υποδήλωνε το πρώτο συνθετικό, με το Ιταλοπατρινοί να έχει σαφώς μια διαφοροποιητική και διαχωριστική χροιά. Η συμβολή που πρόσφερε το ιταλικό στοιχείο στην πολιτισμική διαμόρφωση και ανάπτυξη της πατραϊκής κοινωνίας υπήρξε αδιαμφισβήτητη και σημαίνουσα. Τα δυτικά ήθη και η κουλτούρα των ξένων έδωσαν έναν αέρα κοσμοπολιτισμού και πολιτισμικής ποικιλομορφίας στην πόλη. Η πορεία των εκατό περίπου χρόνων για την ιταλική παροικία της Πάτρας, έληξε άδοξα και οριστικά την επαύριο της απελευθέρωσης, το χειμώνα του 1945, όταν τα μέλη της απελάθηκαν στην Ιταλία και κλήθηκαν να αποχωρήσουν «εντός 48 ωρών». Οι κλυδωνισμοί βέβαια, είχαν αρχίσει ήδη με το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου εφόσον οι ιταλικές μειονότητες θεωρήθηκαν de facto ως πέμπτη φάλαγγα, ως εσωτερικοί δηλαδή προπαγανδιστές προς όφελος του εχθρού. Οι περιουσίες τους χρησιμοποιήθηκαν ως μεσεγγύηση και στις περισσότερες περιπτώσεις έγιναν τελικά περιουσία του ελληνικού κράτους έναντι επανορθώσεων. Στην Πάτρα παρέμειναν εκατό περίπου οικογένειες.

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ 22 ΚΡΗΤΙΚΟΙ 25Ο Βασίλης Χριστόπουλος, με το διήγημα του «Να φροντίζετε το μπαούλο», φωτίζει τη δραματική ιστορία της οικογένειας Κροτσέτι κατά τη διάρκεια των ταραγμένων χρόνων του πολέμου. Πρόκειται για την οικογένεια του σημαντικού Ιταλού νεοελληνιστή, μεταφραστή και εκδότη της νεοελληνικής γραμματείας στην Ιταλία, Νικόλα Κροτσέτι. Μιας οικογένειας που κλήθηκε να αφήσει μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο, μια ζωή και μια περιουσία, παίρνοντας μαζί μόνο ένα μπαούλο.
Το διήγημα ξεκινά εδώ, στο χώρο που βρισκόμαστε, όταν μετά από εκδήλωση στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας 2006, ο συγγραφέας συνομιλεί με το τιμώμενο πρόσωπο, τον Νικόλα Κροτσέτι και πληροφορείται το λόγο που η οικογένειά του έφυγε από την Πάτρα. Η επίπονη ανάκληση των αναμνήσεων ξεκινά και το νήμα της αφήγησης μεταφέρεται 61 χρόνια πίσω, στον μώλο της Πάτρας, το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Νοέμβρη του 1945. Πρωταγωνιστές από εδώ και στο εξής, ο πατέρας Σπύρος Κροτσέτι, δεύτερης γενιάς Ιταλοπατρινός, αγρότης, με δεντροπερίβολα στο Μπεγουλάκι, κοντά στη βίλα του Κόλλα και η μητέρα Αριστέα. Ελληνίδα, από την Εγλυκάδα, το γένος Φάκου.
Ο Σπύρος, σέρνοντας το μπαούλο στο πλοίο που τους περιμένει, σκέφτεται διαρκώς και λυγίζει κάτω από το βάρος των μοιραίων αποφάσεων – όπως πιστεύει ο ίδιος – που πήρε στη διάρκεια του πολέμου και έφεραν την οικογένειά Κροτσέτι αντιμέτωπη με την απέλαση. Η Αριστέα, με τη σκληρότητα της συζύγου που οι παραινέσεις της δεν εισακούστηκαν, θα παγώσει το βλέμμα της από τότε και εφεξής, για όλη της τη ζωή. Ο Βασίλης Χριστόπουλος, παρουσιάζει με τρόπο μοναδικό, τις προσπάθειες μιας οικογένειας Πατρινών, με μόνο τρωτό σημείο την ιταλική καταγωγή, να παραμείνει αλώβητη, να κρατήσει ζωή και περιουσία, σε έναν κόσμο με εύθραστες ισορροπίες, με πολιτικές σκοπιμότητες, με κατακτητές που αλλάζουν, με στρατόπεδα που συγκρούονται και διεκδικούν την εξουσία. Μόνος τρόπος, η απόλυτη ουδετερότητα – μακριά από το Φάτσιο, μακριά από τους ιταλούς προπαγανδιστές, μακριά από τους ταγματασφαλίτες και εθνικόφρονες, μακριά από τους Ελασίτες. Σε αυτόν τον κόσμο όμως, η παραμικρή υπαναχώρηση από την ορκισμένη ουδετερότητα, όπως η περίθαλψη δύο ελασιτών ή το κάλεσμα αυτών σε γεύμα μπορεί να αποδειχθεί μοιραία όταν οι συσχετισμοί των δυνάμεων αλλάξουν… Και είναι ακόμη εκείνη η αλλαγή της ιταλικής υπηκοότητας και του ιταλικού ονόματος που ο Σπύρος όλο και καθυστερεί όλο και τρενάρει ώσπου πλέον να είναι πολύ αργά.. Άραγε έφταιξαν οι αποφάσεις του Σπύρου; Ή μήπως ήταν προδιαγεγραμμένο το τέλος για τις αλλοδαπές μειονότητες της Ελλάδας; Μήπως εξ’ αρχής η ευάλωτη ταυτότητά καθιστούσε τους Ιταλοπατρινούς ιδανικά εξιλαστήρια θύματα και εύκολες παράπλευρες απώλειες του πολέμου; Για το ζεύγος Κροτσέτι, η μοναδική ευθύνη βαρύνει τους ίδιους και θεωρείται αποτέλεσμα των ενεργειών του Σπύρου. Το άχθος των προσωπικών επιλογών θα στοιχειώσει τις ζωές τους και θα τους μετατρέψει τελικά σε τραγικά πρόσωπα.
ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ 22Η οικογένεια, όπως και άλλες οικογένειες που εκδιώχτηκαν, κατέληξαν στη Φλωρεντία και εγκαταστάθηκαν σε προσφυγικούς καταυλισμούς. Αποχωρίστηκαν τα παιδιά τους, τα οποία μεγάλωσαν σε ιταλικά ιδρύματα. Έζησαν απάτριδες, απόβλητοι και των δύο χωρών, καθώς και στην Ιταλία όπως γράφει ο Χριστόπουλος τους φώναζαν υποτιμητικά «Γκρέτσι». Με το νόστο της πατρίδας να σιγοκαίει, περίμεναν για χρόνια να αποκατασταθεί το ζήτημα της επανόδου, κάτι όμως που τελικά δεν έγινε ποτέ.
Ο συγγραφέας, με γραφή παραστατική, ρέουσα, ευανάγνωστη, αποδίδει τόσο τις περιπέτειες των Κροτσέτι και το θυελλώδες πλαίσιο της εποχής, όσο και τις ψυχικές καταστάσεις των ηρώων. Δίχως να καταφεύγει σε λυρικές εξάρσεις, σε πληθωρικές περιγραφές, αλλά με ύφος σαφές και άμεσο, δίνει το στίγμα των γεγονότων, το βάθος και το εύρος των συναισθημάτων και των σκέψεων. Όπως και με το εξαιρετικό «Κάτοικος Πατρών» ο Χριστόπουλος, χρησιμοποιεί έντεχνα το υλικό του, την προφορική δηλαδή και ζωντανή μαρτυρία, καθώς και την έρευνα των πηγών τα οποία και μετουσιώνει σε μια ενεργητική μυθοπλασία φωτίζοντας ιστορίες ανθρώπων και αθέατες πτυχές της πατρινής ιστορίας. Παραδίδει με αυτό τον τρόπο, ένα ακόμα τεκμήριο ζώσας μνήμης της πόλης μας και ένα δυνατό, συγκινησιακά φορτισμένο κείμενο που σκύβει με τρυφερότητα στις ανθρώπινες ματαιώσεις και στην αγωνία που μπορεί να επιφέρει ένα σκληρό γύρισμα της μοίρας. Υποθέτω ότι είναι το ίδιο πρόσωπο της αγωνίας που κουβαλούν οι πρόσφυγες ανά τους αιώνες, αυτό που θα συνοδεύει πάντα τον ξεριζωμό και την εκδίωξη από την εστία.
Σε όλη την αφήγηση, συνεκτικό, δυναμικό και εστιακό σημείο είναι το μπαούλο.
Το μπαούλο λειτουργεί ως σύμβολο της σκληρής μοίρας της οικογένειας, ειδικότερα της μάνας Αριστέας και γίνεται το κειμήλιο που μέσα του έχει κλείσει και αποθηκεύσει ένα ολόκληρο παρελθόν. Το εύρημα του μπαούλου και οι συνδηλώσεις του, ομολογώ ότι δόνησαν μια πολύ ευαίσθητη χορδή της ομιλούσας, που σχετίζεται με το βλέμμα της μουσειολογίας πάνω στα πράγματα. Γιατί η μουσειολογία, ως επιστήμη που μελετά τον υλικό πολιτισμό, ανιχνεύει τις σχέσεις των αντικειμένων με τα υποκείμενα και προσπαθεί να φέρει στην επιφάνεια της άρρητες σημασίες τους. Γνωρίζουμε ότι τα αντικείμενα δεν είναι σιωπηλά. Είναι φορείς νοημάτων και συναισθημάτων, είναι επενδύσεις αναμνήσεων, αποτελούν σημεία και σύμβολα συλλογικών και ατομικών ιστοριών, υλικές εγγραφές των ανθρώπινων επιδιώξεων και σκέψεων και βέβαια πολλά από αυτά ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα φορτισμένα με ιδέες και μνήμες, με ανεξίτηλα συμβάντα. Και μπορεί εδώ να μην έχουμε να κάνουμε με μία μουσειακή αφήγηση, έχουμε να κάνουμε όμως με μία κειμενική, λογοτεχνική, που φέρνει στην επιφάνεια τη δύναμη των πραγμάτων να ενσωματώνουν καταστάσεις και να συμπυκνώνουν μνήμες.
Όπως συμβαίνει με το μπαούλο. Που κάθεται η Αριστέα απέναντί του και πέφτει σε συλλογισμούς, που το ντύνει με καλοσιδερωμένα σεμέν και το στολίζει με φιόρα, που το προστατεύει και το περιβάλλει με φροντίδα γιατί αποτελεί το κερί που η φλόγα του κρατά άσβεστη τη μνήμη. Για την Αριστέα, η διαφύλαξή του, είναι υπόσχεση διαφύλαξης του οικογενειακού παρελθόντος. Και δεν παύει κάθε φορά να παραινεί: όταν πεθάνω, να φροντίζετε το μπαούλο. Είναι το μοναδικό πράγμα που έχουμε από την Πάτρα» Για να μη σβήσει η φλόγα για να μείνει «ένα κερί στο άπειρο».
-Σι μάμα.

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: