ΚΙΣΜΕΤ ΠΑΣΤΟΥΝΒΑΛΙ

                   Δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Οροπέδιο, 30/9/2012

Ο Αλή βρίσκεται στη Γενική Ασφάλεια  Πατρών για  πέμπτη  φορά. Όπως και τις άλλες φορές, όλα   τα παιδιά γύρω του, περίπου 20 Αφγανοί,   είναι   γνωστά. Με τα περισσότερα είναι  φίλοι και ζουν  χρόνια μαζί   στον   καταυλισμό των προσφύγων  δίπλα στο χείμαρρο  Μείλιχο.

image_thumb34Είναι ακόμη πρωί και όλοι εκμεταλλεύονται την πρωινή δροσιά, πριν τους σφίξει  η ζέστη, να κερδίσουν μερικές ώρες ύπνου. Μόνο ο  Αλή μένει ξύπνιος. Στέκεται σε μια γωνιά, καθιστός πάνω σε ένα  ξύλινο κασόνι, ακουμπά την πλάτη του στον τοίχο  και  σκέφτεται το κισμέτ του. Αναρωτιέται πώς  ο Αλλάχ  αποφασίζει το κισμέτ του ενός και του άλλου. Πολλές  αποφάσεις του  μοιάζουν να είναι τυχαίες. Σαν ο Αλλάχ να στρίβει  αδιάφορα  ένα μεταλλίκι στον αέρα και ό,τι καθίσει.

Διστακτικά βγάζει από την τσέπη του ένα νόμισμα. Για λίγο το κοιτάει επίμονα, σαν κάτι να προσπαθεί να καταλάβει. Ξαφνικά το πετά στριφτά  ψηλά μέχρι το ταβάνι.

-Κορώνα ή γράμματα;

Το πιάνει  πάνω στην ανάποδη της αριστερής παλάμης του και με τη δεξιά το σκεπάζει.

-Κορώνα.

Σκύβει με φόβο και μέσα στο μισοσκόταδο το κοιτά.

-Γράμματα πφφ, κάνει απογοητευμένος.

Γεμάτος απορία κοιτάει ψηλά στο ταβάνι, εκεί που πέταξε το νόμισμα, και ψιθυριστά μονολογεί.

-Πώς τα αποφασίζεις, Αλλάχ Μωχαμέτη μου; πώς το γράφεις το κισμέτ σου να γίνουν έτσι κι όχι αλλιώς;  Ή  κάποιους  τους  σβήνεις από το δεφτέρι σου και τους  αφήνεις στην τύχη τους;  Να   αποφασίζει αυτή μόνη της. Όπως πετάμε ένα μεταλίκι ψηλά  κι αυτό πέφτει  όπως λάχει. Και στον ένα κάθεται  κορώνα και στον  άλλον  γράμματα. Να, τώρα  βρίσκομαι στη φυλακή και αναρωτιέμαι: Νάναι αυτό  το κισμέτ που μου έγραψες  εδώ πάνω στο  μέτωπό μου;   Ή μήπως είναι απόφαση του  κύριου Λεωνίδα;

Ο κύριος Λεωνίδας είναι ο διευθυντής της Γενικής Ασφάλειας Πατρών. Η Ασφάλεια και προσωπικά ο  διευθυντής  χρησιμοποιούν τον Αλή  ως διερμηνέα. Είναι, άλλωστε, από τους ελάχιστους Αφγανούς που γνωρίζει Ελληνικά.

Ο Αλή βάζει το νόμισμα στην τσέπη του και αφήνει το βλέμμα του να πλανηθεί πάνω στους  κρατούμενους. Οι περισσότεροι, όπως κι αυτός,  είναι  Παστούν σουνίτες από το βορά. Τους συνδέει το Παστουνβαλί και  τους αισθάνεται  αδέλφια. Αλλά και   τους άλλους που είναι Χαζάροι σιίτες, ακόμη και τους  Κιαφίρ, πάλι  αδέλφια του τους νοιώθει. Όλοι τους είναι διωγμένοι από τον πόλεμο.  Μεγάλωσαν στο  δρόμο, στη θάλασσα,  σε  στρατόπεδα και καταυλισμούς. Κανταχάρ, Χεράτ στο Αφγανιστάν, Τσαμάν στο Πακιστάν και μετά  Βηρυτός, Ισμίρ, Ισταμπούλ, Σάμος μέχρι που έφτασαν στην  Πάτρα. Καθένας τους και μια μεγάλη ιστορία.

Αλλά για τους ντόπιους, συνεχίζει τη σκέψη του ο Αλή, οι Αφγανοί είναι   χωρίς παρελθόν. Όπως τα ζώα. Κανείς  δεν ρωτάει: «Από πού είσαι; Γιατί έφυγες; Πώς κατάφερες και έφτασες μέχρι εδώ;»  Και χωρίς  μέλλον. Χωρίς βούληση. Μόνο κισμέτ.

Το δικό του το κισμέτ είναι μέχρι τώρα 7 χρόνια πρόσφυγας.  Από το 2001 που ήταν παιδί 12 χρονών δεν θυμάται τίποτα άλλο παρά πόλεμο και προσφυγιά. Μετά την 11 Σεπτεμβρίου όταν η Βόρεια  Συμμαχία άρχισε τον  πόλεμο στους  Ταλιμπάν, οι Παστούν του βορά,  της Μαζάρ-ι- Σαρίφ,   βρέθηκαν κυνηγημένοι  να κατεβαίνουν μέσα  από τα βουνά Ίντου-Κούχ  στο νότο.  Εκτός από τη  Συμμαχία  τους  κυνηγούσαν  και οι φυλές των Ουζμπέκων και των Τατζίκων. Τους κατηγορούσαν ότι τα προηγούμενα χρόνια είχαν υποστηρίξει τους Ταλιμπάν.   Στην αρχή βρήκαν καταφύγιο στα στρατόπεδα του Πακιστάν. Και όταν το Φλεβάρη του 2002  το Πακιστάν έκλεισε τα σύνορα και άρχισε να συζητάει  επαναπατρισμό πήρε τη μεγάλη απόφαση.  Από τότε  είναι  στους δρόμους μέχρι το  2005  που  έφτασε στην Ελλάδα.

Εδώ στην Ελλάδα, φαίνεται του είχε γράψει ο  Αλλάχ  καλό κισμέτ. Να  μάθει ελληνικά.  Και τώρα  τον  χρειάζονται όλοι, ακόμη και  η αστυνομία.  Του δίνουν  και λεφτά. Άλλοτε 50 ευρώ, άλλοτε 100, του πήραν και κινητό τηλέφωνο να μιλάει  με  τον κύριο Λεωνίδα.  Και τι θέλουν από αυτόν; Όχι πολλά πράγματα. Να τους λέει τι ακούει  μέσα στον καταυλισμό, να μαθαίνει πού μένουν οι  απ’ έξω –  ποια παλιά σπίτια έχουν ανοίξει, πόσοι φεύγουν για Ιταλία με τα πλοία. Ότι μπορεί να μάθει  από δω κι από κει. Έχουν κι άλλους Αφγανούς που τους παίρνουν τηλέφωνο και ρωτάνε. Αλλά  τον Αλή τον  έχουν  για τον  καλύτερο. Δεν τους λέει τίποτα καινούριο, όλα τα ξέρουν. Ο κύριος Λεωνίδας, λέει, πως τον  ρωτάνε για επαλήθευση και πρέπει να λέει πάντα την αλήθεια γιατί τον καταλαβαίνουν. Για να κουβεντιάζει  με τον κύριο Λεωνίδα πρέπει να μαθαίνει.  Αλλά τώρα κανείς δεν μιλάει, όλοι κοιμούνται.

Βέβαια ο Αλή, μάρτυς του ο Αλλάχ Μωχαμέτη, όπου μπορεί βοηθά. Χωρίς, βέβαια, να κινδυνεύει. Όταν τον καλούν  για μεταφραστή στις αιτήσεις ασύλου, ρωτάνε «γιατί έφυγες από Αφγανιστάν;» Ο Αλή μεταφράζει την ερώτηση ακριβώς στα αφγανικά.   Όταν, όμως,  ο Αφγανός απαντά,  «έφυγα  για μια καλύτερη ζωή, γιατί πεινάγαμε», ο Αλή  το αλλάζει στη μετάφραση. «Έφυγα γιατί με κυνηγούσαν οι ταλιμπάν, κινδύνευε η ζωή μου».

Αυτό το έχει μάθει από τα παιδιά της  Κίνησης Υπεράσπισης των Προσφύγων, έτσι  πρέπει να απαντήσει. Διαφορετικά  η αστυνομία  τον θεωρεί απλό μετανάστη – όχι πρόσφυγα – και πετάει την  αίτησή του  στα σκουπίδια.

Σήμερα το πρωί φορτωμένος τις δυο   κουβέρτες του επέστρεφε στην καλύβα του στον καταυλισμό. Τη νύχτα κοιμάται όπως οι περισσότεροι έξω, καλοκαίρι είναι και θέλουν δροσιά και καθαρό αέρα. Και μετά ξέρουν  πως  στον καταυλισμό μπορεί να μπει η αστυνομία.  Τα παιδιά από  την Κίνηση τους  είπαν πως πάρθηκε απόφαση  να τον  γκρεμίσουν. Γι αυτό κάθε τόσο έρχεται  μέσα στη νύχτα η αστυνομία και ψάχνει δήθεν για ναρκωτικά, για όπλα και άλλες παρανομίες.  Τους τρομοκρατούν, τους  βρίζουν και πολλούς  τους  συλλαμβάνουν.  Όσους δεν συλλαμβάνουν τους   απειλούν: «μην ξαναπατήσετε στον καταυλισμό». Θέλουν  να τον  αδειάσουν τελείως,  να μην μένει κανείς μέσα και μετά  να φέρουν  μπουλντόζες να  τα γκρεμίσουν όλα.  Τις  200 καλύβες, τα 10 μαγαζιά, ακόμη και το τζαμί,  τίποτα να μη μείνει. Για αυτό όλοι κοιμούνται έξω.

Όπως πήγαινε στον καταυλισμό τον πήρε τηλέφωνο ο κύριος Λεωνίδας.

-Θα έρθουμε για έλεγχο, νάσαι κι εσύ μέσα να σε πιάσουμε.

-Πάλι κύριος Λεωνίδας;

-Ρε Αλή, αϊ στο διάολο που αντιμιλάς. Κακοπερνάς, ρε μαλάκα; Σάντουιτς, τυρόπιτες,   μέχρι και κόκα κόλα σε φιλεύουμε, ρε βρωμιάρη. Έβαλε τις φωνές ο κύριος  Λεωνίδας.

-ΟΚ, κύριος Λεωνίδας, θα είμαι μέσα.

Εκεί στον καταυλισμό  βρήκε πολλούς  Αφγανούς κυκλωμένους από  αστυνομικούς, ματ, μπουλντόζες, φορτηγά, μέχρι και ο ίδιος ο κύριος Λεωνίδας ήταν εκεί. Κοίταξε προς το μέρος του αλλά δεν του μίλησε. Ούτε ο Αλή είπε τίποτα. Είχε μαζί του τη ροζ κάρτα αλλά δεν  την έδειξε και έμεινε  να τον συλλάβουν.  Γέμισαν τρία λεωφορεία και  έφυγαν  για τη Γενική Ασφάλεια. Εκεί τους μοίρασαν. Άλλους τους κράτησαν  στην Πάτρα και άλλους  τους έδιωξαν με λεωφορεία, όπως γίνεται συνήθως,    για άλλες πόλεις. Όταν τους έβαλαν μέσα η ώρα ήταν 8 το πρωί. Ήταν ακόμη δροσερά και όλοι, εκτός από τον Αλή, έπεσαν  κάτω στο τσιμέντο για λίγο ύπνο.

Να γκρέμισαν τον καταυλισμό; αναρωτιέται. Δεν έμαθε, κανείς δεν τους  είπε τίποτα. Ποιο να ήταν το  κισμέτ του καταυλισμού;  Να τον έσωσε κι αυτή τη φορά, ο Αλλάχ Μωχαμέτη, ή να τον άφησε στην τύχη;

Κατά τις 10, η θερμοκρασία άρχισε να ανεβαίνει και κάποιοι  ξύπνησαν ιδρωμένοι. Ο  Αλή σκέφτηκε ότι πρέπει να ανοίξει κουβέντα, κάτι να μάθει  για τον κύριο Λεωνίδα.

-Ει, Ανίφ, ξύπνησες, ρωτά τον πιο κοντινό του.

Ο Ανίφ κάτι  μουρμουρίζει  ενοχλημένος, ο Αλή δεν ακούει καθαρά τι του λέει, αλλά  υποψιάζεται.

-Τι είπες, ρε, εγώ ρουφιάνος;

Ο Ανίφ   συνεχίζει το ίδιο μουρμουρητό ενώ  κάνει μια χειρονομία να  δείξει  πως δεν θέλει καμιά κουβέντα μαζί του.

-Ρουφιάνος της αστυνομίας, είπες;

Θυμωμένος σηκώνεται,  πλησιάζει τον Ανίφ  και  τον πιάνει δυνατά  από τους ώμους. Τον κουνάει με οργή και χωρίς να μπορεί να συγκρατήσει την ένταση της φωνής του  φωνάζει.

-Γιατί ρουφιάνος, ρε; Εμένα δεν μ’  έχει μαστιγώσει  ο Τατζίκος και ο Χατζάρος, δεν με βασάνισε στην αλάνα  ο ταλιμπάν; Εμένα,  καριόλη, δεν μου έχει γαμήσει ο φύλαρχος  Ουζμπέκος τη μάννα μπροστά στα μάτια μου;

Οι φωνές του ξυπνάνε   τους κρατούμενους που δείχνουν να  συμφωνούν με τον Ανίφ. Μόνο μερικοί νυσταγμένοι ζητούν ησυχία.

-Γιαβας, γιαβάς.

Ο Αλή πισωπατάει και τώρα απευθύνεται  σε όλους.

-Γιατί εγώ ρουφιάνος; Εμένα στην Τουρκία δεν με ξεβράκωσε ο αστυνόμος, δεν μου έχωσε το τουφέκι του στον κώλο; Εδώ στην Ελλάδα δεν με χαστουκίζει ο αστυνόμος, δεν με κλωτσάει και με  δέρνει όποτε γουστάρει χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανένα; Γιατί;  Μαζί δεν  κοιμόμαστε νηστικοί  πάνω στο χώμα και στην πέτρα;  Δεν μας βρίζουν όλους κλέφτες, βρωμιάρηδες και άπλυτους, χασικλήδες και  έμπορους ναρκωτικών, δεν μας αποφεύγουν μην κολλήσουν αρρώστιες, δεν μας κλωτσάνε σαν τα σκυλιά, δεν μας πετάνε από δω κι από κει σαν τσουβάλια;

Βηματίζει λαχανιασμένος για λίγο. Σαν κάτι να σκέφτεται.

-Ακόμη και ο κύριος Λεωνίδας δεν μου μιλάει σαν να είμαι σκυλί, ένα σκουλήκι;   Επειδή μιλάω  μαζί του;  Εγώ το διάλεξα, εγώ το αποφάσισα; Αφού αυτό ήταν το γραμμένο, να μάθω ελληνικά. Γι αυτό μιλάει μαζί μου. Αφού αυτό έχει γράψει,  Αλλάχ Μωχαμέτη, εδώ πάνω, και βαράει με δύναμη τα δυο του χέρια  πάνω στο μέτωπό του.

Στέκεται για λίγο όρθιος και αμίλητος πριν   επιστρέψει στο κασόνι του. Κάθεται και κουρασμένος  ψιθυρίζει.

-Αυτό είναι το δικό μου κισμέτ. Το δικό μου κισμέτ παστουνβαλί.

 

 

Σημείωση:

Το διήγημα είναι φανερό πως αναφέρεται στους πρόσφυγες της Πάτρας. Μερικές πληροφορίες: Η Πάτρα  τα τελευταία χρόνια  συγκεντρώνει πολλούς  πρόσφυγες – μετανάστες  από την Ανατολή. Παλιότερα πλειοψηφούσαν οι Κούρδοι, τώρα η πλειονότητα είναι  Αφγανοί. Οι  περισσότεροι  ενδιαφέρονται να συνεχίσουν το ταξίδι τους για  Ιταλία. Τα 10 τελευταία χρόνια διέμεναν  σε έναν αυτοσχέδιο  καταυλισμό που είχε κατασκευαστεί από τους ίδιους στα βόρεια της πόλης δίπλα στο χείμαρρο Μείλιχο.  Οι τοπικές αρχές με τη βοήθεια της  αστυνομίας στις 12 Ιουλίου 2009  κατεδάφισαν τον καταυλισμό που φιλοξενούσε πάνω από 1.000 άτομα. Από το Δεκέμβριο του 2012 βρίσκονται σε  «στρατόπεδο συγκέντρωσης», στην Κόρινθο.

 

 

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: